Κοιτώντας πίσω στην ιστορία των Όσκαρ, μπορούμε γρήγορα να καταλάβουμε πως η κατηγορία της Καλύτερης Σκηνοθεσίας δεν έχει υπάρξει πολύ φιλόξενη για τις γυναίκες σκηνοθέτιδες. Από τις δέκα που έχουν υπάρξει υποψήφιες ανά τα χρόνια, τρεις έχουν κερδίσει, με την Κάθριν Μπίγκελοου να κάνει την αρχή το 2009 με το "Hurt Locker". Δεύτερη ήταν η Κλόι Ζάο για τη "Η Χώρα των Νομάδων" - και η φετινή της ταινία, "Άμνετ", μοιάζει να στέκεται ως σοβαρός ανταγωνισμός απέναντι στο "Μία Μάχη Μετά την Άλλη" του Πολ Τόμας Άντερσον στον αγώνα για το χρυσό αγαλματίδιο.
Η μεταφορά του ομώνυμου μπεστ σέλερ μυθιστορήματος της Ιρλανδής Μάγκι Ο’ Φάρελ στη μεγάλη οθόνη, ξεκινάει το 1850 στην Αγγλία, όταν ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ (Πολ Μέσκαλ), ένας φτωχός καθηγητής λατινικών, ερωτεύεται παράφορα και παντρεύεται με την αντισυμβατική Άνιες (Τζέσι Μπάκλεϊ). Όσο η καριέρα του Γουίλιαμ στο θέατρο του Λονδίνου απογειώνεται, η Άνιες παραμένει στην αγγλική εξοχή, μεγαλώνοντας τα τρία τους παιδιά. Μία ξαφνική τραυματική εμπειρία θα ταράξει τη ζωή της οικογένειας και θα γίνει ο σπόρος που θα οδηγήσει τον Γουίλιαμ στην συγγραφή του αριστουργήματός του, "Άμλετ".
Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το "Άμνετ" μοιάζει με μία διπλή αποτύπωση μίας ισοπεδωτικής θλίψης. Από τη μία πλευρά, η Άνιες, με ένα κομμάτι του εαυτού της να είναι άρρηκτα δεμένο με την φύση, η οποία τη βιώνει ως μία προσωπική ήττα. Από την άλλη, ο Γουίλιαμ, ο οποίος επεξεργάζεται το συναίσθημά του γράφοντας, ανήμπορος να το αντιμετωπίσει στον πραγματικό κόσμο. Ή, αλλιώς, όπως αναφέρει η Ζάο, "ανοίγει την καρδιά του ενώ είναι στο μάτι του κυκλώνα, με όλη την ομορφιά, τον πόνο, τον σπαραγμό, στο χείλος της καταστροφής". Το χάσμα προκαλεί φθορές στη σχέση τους, πολλαπλασιάζοντας την απόσταση που τους χωρίζει και δημιουργώντας την ανάγκη για μία κάθαρση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ έχει εμπνεύσει δημιουργούς να ερμηνεύσουν το έργο του με το δικό τους τρόπο. Με τις περισσότερες λεπτομέρειες της ζωής του, ακόμη και την πραγματική του ταυτότητα, να παραμένουν χαμένες μέσα στο χρόνο, συνήθως το έργο του είναι αυτό που τραβά την προσοχή των δημιουργών. Η Ο’ Φάρελ θεώρησε την οικογενειακή τραγωδία κομβική για τη συγγραφή του διαχρονικού θεατρικού, με μόλις λίγα χρόνια να χωρίζουν τη μία από την άλλη. Κράτησε την ιστορία μέσα στο μυαλό της για περίπου τριάντα χρόνια πριν γράψει το μυθιστόρημα, αποφασίζοντας να τοποθετήσει στο κέντρο της αφήγησης την σύζυγο του Σαίξπηρ, Αν Χάθαγουει. Παρά τη σκοτεινή παρουσία της απόγνωσης, η ταινία μας θυμίζει περισσότερο μία ιστορία για τον έρωτα, την μεταμόρφωση, τη θεραπευτική δύναμη της τέχνης, τους διαφορετικούς συναισθηματικούς κόσμους των χαρακτήρων της.

Για την επιλογή της Μπάκλεϊ και του Μέσκαλ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η Ζάο έχει αναφέρει πως τους είχε φανταστεί πριν ακόμη ολοκληρωθεί η συγγραφή του σεναρίου. Στην προετοιμασία της, η Μπάκλεϊ κράτησε ημερολόγιο προσπαθώντας να βρει την ιδιαίτερη φωνή της Άνιες, μιας βοτανολόγου που λειτουργεί με το ένστικτό της, ή, όπως αναφέρεται από την τοπική κοινωνία, την κόρη μίας "μάγισσας του δάσους". Όπως αναφέραμε την προηγούμενη εβδομάδα, η ερμηνεία έχει ήδη συγκινήσει κοινό και κριτικούς, αφού η ηθοποιός έλαβε το βραβείο Καλύτερου Γυναικείου Ρόλου σε Δράμα στις φετινές Χρυσές Σφαίρες. Αντίστοιχα, ο Μέσκαλ χρειάστηκε να αποτυπώσει την ανθρωπιά ενός λογοτεχνικού συμβόλου που παραμένει τόσο μεγαλειώδες, όσο και μυστηριώδες. Βέβαια, χρησιμοποιήθηκαν και πιο αντισυμβατικές μέθοδοι: λίγες μέρες πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, η σκηνοθέτρια και Κιμ Γκίλινχαμ, ιδρύτρια της Create Dreamwork, έκαναν συνεδρίες με το καστ, προκειμένου να τους "βοηθήσουν να δημιουργούν αντλώντας από το ασυνείδητο", χρησιμοποιώντας ασκήσεις με το σώμα και έλεγχο της αναπνοής, καθώς και μελέτη των ονείρων τους με βάση τις θεωρίες του Γιουνγκ.
Όπως και να ‘χει, αν ο ενθουσιασμός του κοινού στην προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το περασμένο φθινόπωρο απέδειξε κάτι, είναι πως το δράμα της Ζάο θα καταφέρει να συγκινήσει το κοινό του βαθιά.

