Να λοιπόν που η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πριν από ένα χρόνο, σχεδόν, η ορμή της πανδημίας εξωθούσε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης από το Ολύμπιον και τις Αποθήκες στο ίντερνετ και τους -επαγγελματίες ή μη- σινεφίλ μπροστά από λάπτοπ, τηλεοράσεις και social media. Τα διάφορα feeds και chats αντικατέστησαν τα πηγαδάκια των μπαρ, η οικιακή θέαση με δεδομένη την έλλειψη ωρολογίου προγράμματος απελευθέρωσε τον αριθμό ταινιών που μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει, ενώ έγινε καθολική η πρόσβαση στο πρόγραμμα του φεστιβάλ• μια ελληνική IP ήταν αρκετή για να πατήσει κάποιος «play» σε οποιοδήποτε ντοκιμαντέρ επιθυμούσε.
Για την καινοφανή, τότε, φεστιβαλική εμπειρία γράφαμε σε... e-ανταπόκριση πως «μια παράλληλη πραγματικότητα διαμορφώνεται από τη νοσταλγία που συνοδεύει τις προβολές από το σπίτι και όχι τη σκοτεινή αίθουσα», ένα συναίσθημα που δώδεκα μήνες αργότερα έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Ο παρατεταμένος εγκλεισμός σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη απουσία από τους κινηματογράφους, έχουν δημιουργήσει μια πνευματική κόπωση η οποία δεν ξεπερνιέται μόνο παρακολουθώντας πολλές, διόρθωση, πάρα πολλές ταινίες σε ένα δωμάτιο. Διότι, όπως και να το κάνουμε, η διασκέδαση του να βλέπεις ένα φεστιβάλ όλη μέρα με πυτζάμες ξεφτίζει πολύ γρήγορα, όταν στερείσαι για καιρό τη θαλπωρή του να μοιράζεσαι ένα γέλιο, μια συγκίνηση με κάποιον άγνωστο στο σινεμά.

Ωστόσο, για να μπορούμε να επιστρέψουμε στους κινηματογράφους θα πρέπει οι ταινίες να συνεχίζουν να βρίσκουν το κοινό τους, κι ακριβώς αυτήν τη δουλειά κάνουν φεστιβάλ σαν εκείνα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι τυχαίο δε, πως η διαδικτυακή προσέλευση των θεατών εξακολουθεί να είναι αμείωτη. Για τη διοργάνωση του ντοκιμαντέρ, εν προκειμένω, που βρίσκεται ακριβώς στα μισά της διεξαγωγής του (4-14/3), είναι ενδεικτικό πως έχει «κοπεί» ήδη το 50% των συνολικά διαθέσιμων εισιτήριων. Σε αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε, επιπλέον, ότι σε λίγες μέρες ολοκληρώνεται η πρώτη φάση του 23ου φεστιβάλ, με τη δεύτερη και ει δυνατόν δια ζώσης να παίρνει τη σκυτάλη τον Ιούνιο (24/6-4/7).

Προς το παρόν, λοιπόν, έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εξαιρετικά φιλμ όπως το «Μυστικό Πράκτορα» (Μάιτε Αλμπέρντι) από τη Χιλή. Η επίσημη πρόταση της χώρας για τα Όσκαρ, θα μάθουμε σύντομα (15/3) εάν θα αποσπάσει κάποια υποψηφιότητα, είναι ένα αιφνιδιαστικά συγκινητικό αλλά και τρυφερά feelgood ντοκιμαντέρ που βασίζεται πάνω σε μια έξυπνη ιδέα. Ένας πρώην πράκτορας της Ιντερπόλ και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο οποίος στο γραφείο του έχει μια τεράστια αφίσα του «Σημαδεμένου» Αλ Πατσίνο, προσλαμβάνει τον 84χρονο Σέρχιο για μια απαιτητική μυστική αποστολή: πρέπει να παρεισφρήσει σε ένα γηροκομείο ώστε να εξακριβώσει εάν μία από τις ενοίκους και μητέρα της πελάτισσας του ντετέκτιβ, έχει πέσει θύμα κακοποίησης ή κλοπής. Ο πειθήνιος Σέρχιο είναι έτοιμος για όλα. Μαθαίνει να χρησιμοποιεί smart phone, να κάνει βιντεοκλήσεις, να δίνει καθημερινή λεπτομερή αναφορά, μέχρι και να παίζει στα δάχτυλα κατασκοπικά gadgets «τελευταίας» τεχνολογίας.

Το ανάλαφρο πλην σπιρτόζικο πλαίσιο της πλοκής ξεκινά διατηρώντας αυτό το ύφος στην πρώτη πράξη της ταινίας, όταν ακόμα ο ηλικιωμένος ήρωας εγκλιματίζεται και συστήνεται στους υπόλοιπους του γηροκομείου. Οι ιδιοτροπίες των ενοίκων και οι γλυκές εμμονές τους αντιμετωπίζονται αρχικά ως καλόκαρδα κωμικά στιγμιότυπα, όμως το ντοκιμαντέρ δεν αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες του ως γραφικούς γεράκους. Σταδιακά η αποστολή του Σέρχιο επιδρά σαν αντιπερισπασμός, με την κάμερα που τον ακολουθεί να γίνεται η δίοδος του θεατή στην καθημερινότητα ενός γηροκομείου, την οποία εν πολλοίς αγνοούμε.
Παραπλανητικό είναι και το στήσιμο της σκηνοθεσίας. Το κινηματογραφικό συνεργείο εκτός του ότι εμφανίζεται μπροστά από την κάμερα και βρίσκεται σε διακριτικό διάλογο με τον πρωταγωνιστή, έχει πείσει τους ηλικιωμένους θαμώνες πως πραγματοποιεί άσχετα με εκείνους γυρίσματα. Ταυτόχρονα από την άλλη, καθώς τα όρια μεταξύ των σκηνοθετημένων και μη σκηνών είναι δυσδιάκριτα, δημιουργείται αμφιβολία γύρω από τις προθέσεις της Αλμπέρντι• μήπως και οι θεατές συμμετέχουμε στο τρικ;
Εν τέλει, η ουσιαστική ειλικρίνεια της αφήγησης επαληθεύεται από την ειλικρινή συναισθηματική μεταστροφή που βιώνει ο Σέρχιο. Σταδιακά η προσοχή του αλλάζει κατεύθυνση και ο αγαθός μυστικός πράκτορας αρχίζει να επικεντρώνεται σε πιο σημαντικά ζητήματα, όπως το να απαλύνει αρκετούς συγκατοίκους του από το άλγος τους. Τους συμπαραστέκεται, συμμερίζεται τα άγχη τους και πρωτίστως ακούει όσα έχουν να του πουν. Έτσι, αποκαλύπτεται πως το μοναδικό «έγκλημα» που συντελείται είναι εκείνο της αφοπλιστικής μοναξιάς που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι. Πρόκειται για αυθεντικούς χαρακτήρες, τους οποίους συστήνει η Αλμπέρντι με τέτοιο τρόπο ώστε αποτινάσσεται οριστικά κάθε στερεότυπο γύρω από την τρίτη ηλικία. Δεν υπάρχει το «αργά» στο μυαλό τους, όλοι έχουν τα απωθημένα που ακόμα κυνηγούν, ενώ ορισμένοι ερωτεύονται ακόμα! Την ίδια στιγμή, το μυαλό αναπόφευκτα οδηγείται σε όσους βρίσκονται μόνοι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, αδυνατώντας να έρθουν σε επαφή με φίλους ή συγγενείς, κινδυνεύοντας παράλληλα από την πανδημία. Είναι τότε που προκύπτει και αυτή η διαπίστωση, ώστε η αβίαστη συγκίνηση του «Μυστικού Πράκτορα» γίνεται διαπεραστική.