Θέμα

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Πώς είναι να παρακολουθείς ένα φεστιβάλ από το σπίτι;

Από -

«This Is Not A Movie»
«This Is Not A Movie»

Υπό κανονικές συνθήκες αυτή θα ήταν η πρώτη ανταπόκριση από το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (19-28/5), την οποία θα έγραφα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, προτού κατέβω στις Αποθήκες για τις πρώτες προβολές (και μπουγάτσες) της ημέρας. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά όπως όλοι γνωρίζουμε, έτσι αυτές οι λέξεις πληκτρολογούνται στα γραφεία του «α» και σε απόσταση από τους συναδέλφους (χωρίς μπουγάτσες). Όσο για τις προβολές, αντί για το γρήγορο περπάτημα προς τις αίθουσες του φεστιβάλ, χρειάζονται μόλις ελάχιστα κλικ για να συνδεθώ στην πλατφόρμα ώστε να δω τις ταινίες που έχω «κλείσει» για ένα 24ωρο.

Έπειτα λοιπόν από τρεις μέρες καθημερινών online θεάσεων, οδηγήθηκα στις παρακάτω σκέψεις. Από τη μία, με αυτόν τον τρόπο ο θεσμός έχει δημοκρατικοποιηθεί πλήρως. Δυνητικά το κοινό του είναι όλη η Ελλάδα και όχι όσοι βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ. Έπειτα, εάν κάποιος το επιθυμεί μπορεί να βλέπει ντοκιμαντέρ όλη μέρα καθώς δεν υπάρχει άλλος περιορισμός πλην εκείνου των 400 θεάσεων ανά ταινία. Νούμερο που εν μέρει αδικεί τα υψηλά μεγέθη που προσελκύει έτσι κι αλλιώς το φεστιβάλ, σε μια δοκιμαστική διοργάνωση όμως και υπό πρωτόγνωρες συνθήκες, ο συγκεκριμένος αριθμός είναι μάλλον ο πιο ασφαλής, ενώ σίγουρα επιλέχθηκε μετά από προσεκτική μελέτη. Προς το παρόν πάντως η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε δυναμική, ενώ η διαδικασία κινείται ομαλά. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του φεστιβάλ, μόνο την πρώτη μέρα έγιναν πάνω από 6.500 εγγραφές στην πλατφόρμα ενώ μοιράστηκαν περισσότερα από 12.000 δωρεάν εισιτήρια. Να σημειώσουμε εδώ πως μιλάμε για ελεύθερη πρόσβαση σε περισσότερες από 200 ταινίες όλου του κόσμου, για πρεμιέρες και φιλμ που δε θα μπορέσουμε να δούμε πουθενά αλλού, πόσω δε μάλλον σε υψηλή ποιότητα και ελληνικούς υπότιτλους.

Με δεδομένη, άρα, την αδιαμφισβήτητη αξία του προγράμματος που προσφέρει το φεστιβάλ, μια παράλληλη πραγματικότητα διαμορφώνεται από τη νοσταλγία που συνοδεύει τις προβολές από το σπίτι και όχι τη σκοτεινή αίθουσα. Αναπόφευκτα, λείπει η υπέροχη διαδρομή από το Ολύμπιον και την Αριστοτέλους προς στο Λιμάνι και τις Αποθήκες, συνήθως με το βλέμμα κολλημένο στο ρολόι και τα εισιτήρια στο χέρι. Όπως επίσης η αίσθηση πως κάθε προβολή είναι ένα μοναδικό event, μια εμπειρία συλλογική στην οποία συμμετέχει με ζωντάνια το κοινό, χειροκροτώντας, καγχάζοντας, κρατώντας την αναπνοή του. Έτσι προκύπτουν έπειτα οι ταινίες που δημιουργούν «σούσουρο», αποκτούν φήμη χάρη σε ένα φεστιβάλ και γίνονται εν ριπή οφθαλμού τα must-see για τα οποία όλοι ψάχνουν εισιτήριο.

«Μαθαίνοντας Να Κάνεις Σκέιτ Σε Εμπόλεμη Ζώνη (Αν Είσαι Κορίτσι)»
«Μαθαίνοντας Να Κάνεις Σκέιτ Σε Εμπόλεμη Ζώνη (Αν Είσαι Κορίτσι)»

Ωστόσο παραμένει εξαιρετικά ουσιαστική η απόφαση το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ να γίνει online. Είναι μια ένδειξη καίριων αντανακλαστικών, ένας τρόπος να δοθεί ηχηρό «παρών», αλλά και μια ευκαιρία το όνομά του να φτάσει σε ακόμα περισσότερα αυτιά και μάτια που θα παρακολουθούν το πρόγραμμά του. Αν μη τι άλλο βασικός σκοπός ενός φεστιβάλ είναι να φέρει τους θεατές σε επαφή με ταινίες που οξύνουν τη σκέψη και εξιτάρουν τη φαντασία. Αυτό, αναντίρρητα, συμβαίνει και φέτος.

Πάρτε για παράδειγμα το «This Is Not A Movie» του Γιουνγκ Τσανγκ. Η καλύτερη ταινία που έχω δει ως τώρα στο φεστιβάλ, είναι ένα ντοκιμαντέρ που δεν τεκμηριώνει απλώς την περιπετειώδη ζωή του πολεμικού ανταποκριτή Ρόμπερτ Φισκ, αλλά συμπεριφέρεται ταυτόχρονα σα πολιτικό θρίλερ, ερευνητικό ρεπορτάζ και ανθρωπολογική έρευνα. Μέσα από γεγονότα που έζησε ο Φισκ, κυρίως στις πρώτες γραμμές δεκάδων πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή τα τελευταία 40 χρόνια, η ταινία αναζητά ερμηνείες για την απάθεια και τον άκρατο κυνισμό που επιδεικνύει η ανθρωπότητα όταν προχωρά σε πράξεις φρίκης. Η πένα του βετεράνου δημοσιογράφου δρα και εκείνη σαν όπλο αλλά προς την αναζήτηση της αλήθειας, η οποία δε φοβάται να ομολογήσει πως παίρνει πάντα το μέρος του αθώου θύματος. Για τον Φισκ η μπαναλιτέ του κακού είναι ένα αίνιγμα το οποίο δε χρήζει επίλυσης αλλά συνεχούς πάλης εναντίον του, με τον ίδιο να μη ξεκουράζεται ποτέ και να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Αφοπλιστική δε είναι η σκηνή με τους στρατιώτες που ρωτούν τον Φισκ πώς διαχειρίζεται το άγχος της δουλειάς και συγκεκριμένα το μετατατραυματικό στρες, με το δημοσιογράφο να απαντά απόλυτα ήρεμος πως δεν έχει το περιθώριο για κάτι τέτοιο (με μόνη εξαίρεση έναν εφιάλτη που είχε τη δεκαετία του ‘80).

Στην ευρύτερη γειτονιά του Φισκ και συγκεκριμένα στην Καμπούλ, τοποθετείται η ταινία που απέσπασε το Όσκαρ καλύτερου μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Ο λόγος για το «Μαθαίνοντας Να Κάνεις Σκέιτ Σε Εμπόλεμη Ζώνη (Αν Είσαι Κορίτσι)» της Κάρολ Ντάισινγκερ. Η διευκρινιστική παρένθεση του τίτλου δεν είναι τυχαία ή καταχρηστική, καθώς το ντοκιμαντέρ μας μεταφέρει σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές για να ζει μια γυναίκα. Εκτός από την μόνιμη απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων, στην Καμπούλ τα κορίτσια ζουν υπό διαρκή καταπίεση ενώ είναι τυχερά εάν καταφέρουν να πάνε στο σχολείο. Εδώ λαμβάνει δράσει η ΜΚΟ «Skateistan», η οποία χάρη στα εκπαιδευτικά προγράμματά διδάσκει στις μικρές μαθήτριές της ανάγνωση, γραφή και πώς να κάνουν σκέιτμπορντ(!). Η αβίαστα συγκινητική αφήγηση της Ντάισινγκερ ισορροπεί ανάμεσα στο σοκ, όταν για παράδειγμα οι κοπέλες ομολογούν πως θεωρούσαν ανάξιο τον εαυτό τους για να κάνουν όνειρα, και στο ακλόνητο θάρρος που αναβλύζει μέσα από τις γυναίκες που μιλούν στην κάμερα. Μετά τα 40’ που διαρκεί η ταινία, η επίγευση που αφήνει είναι γλυκόπικρη, αφού η προστασία της αθωότητας και της χαράς των ηρωίδων γίνεται μια συνεχής πράξη αντίστασης.

Πίσω στα πιο οικεία τοπία της Αθήνας, οι Κώστας Δημολίτσας και Αγγελική Αντωνίου μας συστήνουν σε δύο διαφορετικές όψεις της πόλης και συγκεκριμένα του ιστορικού κέντρου. Ο Δημολίτσας, στο ντεμπούτο του με τη μικρού μήκους «Ο Χριστός Γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ», επιστρέφει στα αθηναϊκά ‘50s-‘60s όταν τα λαϊκά σινεμά ανθούσαν και το ετερόκλητο κοινό που σύχναζε εκεί δημιουργούσε εντός τους το δικό του μύθο. Ένα φιλμ μετρημένο που ρίχνει μια ανεπιτήδευτα νοσταλγική ματιά στο παρελθόν και σε έναν κόσμο ο οποίος επιζεί μέσα από τις αναμνήσεις των θαμώνων του. Τάκης Σπετσιώτης, Κώστας Φέρρης και Μπέττυ Βακαλίδου είναι μονάχα μερικοί από όσους εκμυστηρεύονται όσα έζησαν από πρώτο χέρι στα καθίσματα του Ροζικλαίρ, όπου το φλερτ με το απαγορευμένο γινόταν εντός και εκτός της μεγάλης οθόνης.

«Οι Άγνωστοι Αθηναίοι»
«Οι Άγνωστοι Αθηναίοι»

Από την άλλη, η έμπειρη δημιουργός Αγγελική Αντωνίου μας συστήνει στους «Άγνωστους Αθηναίους», δηλαδή στα αδέσποτα του κέντρου και μερικούς από εκείνους που τα φροντίζουν. Ένα άτυπο οδοιπορικό στα στενά πέριξ του Συντάγματος, με την Αντωνίου να κινηματογραφεί για χρόνια ανθρώπους που σμίγουν με τα σκυλιά για να σβήσουν η μοναξιά τους, αλλά περνούν καθημερινά απαρατήρητοι. «Με εντυπωσίασε η ταπεινότητα και η βαθιά αγάπη που δείχνουν για τα ζώα. Σκεφτείτε πως δεν τους ενδιέφερε καθόλου να προβληθούν, δε με ρώτησαν καν εάν μπορούν να δουν την ταινία στο τέλος», μου είπε η σκηνοθέτιδα σε μια συζήτηση που κάναμε πάνω στην ταινία. Και αυτό είναι ξεκάθαρο στο ντοκιμαντέρ, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος, όταν πια έρχονται στο προσκήνιο οι διαφορετικοί λόγοι που αυτοί οι άνθρωποι διατηρούν ανεξάντλητη την ανιδιοτέλειά τους απέναντι στα αδέσποτα.

Σχετικά Θέματα