Μετράμε αντίστροφα τις μέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σινεμά βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.

Μετά από έξι μικρού μήκους animation, ο Ελβετός Κλοντ Μπαράς προχώρησε το 2016 στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μεταφέροντας στην οθόνη το λογοτεχνικό μπεστ σέλερ του Ζιλ Παρί «Autobiographie d' une courgette», το οποίο είχε διασκευαστεί το 2007 σε τηλεταινία από τον Λικ Μπερό, βετεράνο σεναρίστα του Κλοντ Μιλέρ. Η ιστορία τού «Εγώ, ο Κολοκυθάκης» («Ma Vie de Courgette» / «My Life as a Zucchini») θυμίζει σύγχρονο Όλιβερ Τουίστ και αφορά σε ένα εννιάχρονο αγόρι, τον Κολοκυθάκη, ο οποίος μεγαλώνει με την αλκοολική και εντελώς αδιάφορη γι’ αυτόν μητέρα του. Όταν η τελευταία πέσει από τη σκάλα και χάσει τη ζωή της, ο Κολοκυθάκης μεταφέρεται σε ένα ορφανοτροφείο από τον ευγενικό αστυνομικό Ρέιμοντ. Εκεί θα πρέπει να αγωνιστεί για να βρει τη θέση του στο καινούριο, παράξενο και συχνά εχθρικό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει ανυπότακτα, επιθετικά αγόρια, παιδιά με κάθε είδους ψυχολογικά προβλήματα, αλλά και ένα δυναμικό, γοητευτικό κορίτσι.
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το μυθιστόρημα του Παρί προσπαθεί να αποδώσει ρεαλιστικά την καθημερινότητα του ορφανοτροφείου, κάτι το οποίο η σοφή σεναριακή διασκευή της Σελίν Σιαμά («Το Πορτραίτο Μιας Γυναίκας που Φλέγεται») υιοθετεί με ιδιαίτερα κομψό τρόπο. Γνωρίζοντας πως απευθύνεται πρωτίστως σε ανήλικο κοινό, δεν αποφεύγει τις δύσκολες αλήθειες (ο θάνατος της μητέρας, το κακοποιημένο κορίτσι), τις σερβίρει όμως με κινηματογραφικό τακτ που συγκινεί βαθιά, χωρίς στιγμή να απογοητεύει ή να τρομάζει.

Ο Μπαράς, από την πλευρά του, επιλέγει έντονους φωτισμούς και ζωηρά χρώματα, μια σκηνοθετική επιλογή που δίνει μια πιο γλυκιά κι αισιόδοξη αίσθηση στις περιπέτειες του Κολοκυθάκη, ο οποίος μαθαίνει να εμπιστεύεται και να διεκδικεί, φτιάχνοντας έτσι μια καινούρια οικογένεια. Επιπλέον, οι κούκλες της stop-motion τεχνικής με την οποία έχει γυριστεί η ταινία είναι φιγούρες με μεγάλο κεφάλι και ακόμα μεγαλύτερα μάτια, βοηθώντας τον θεατή να προβάλλει ευκολότερα πάνω στα περιορισμένων εκφράσεων πρόσωπά τους τα δικά του συναισθήματα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα γοητευτικό, γλυκόπικρο, θαρραλέο animation και μια απολαυστική παραβολή για την πίστη και την αφοσίωση που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα, ενώ κέρδισε τα βραβεία κοινού και καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ του Ανεσί.