Μετράμε αντίστροφα τις μέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σινεμά βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Η φιλμογραφία του Πίτερ Γέιτς δεν είναι κι από τις πιο συνηθισμένες που θα συναντήσετε εκεί έξω. Μιλάμε για ένα σκηνοθέτη ο οποίος ξεκίνησε την επαγγελματική του ζωή ως οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, για να ντεμπουτάρει στο σινεμά με το υπέρμετρα ρομαντικό μιούζικαλ «Summer Holiday» (1963), στο οποίο πρωταγωνιστεί... ένα διώροφο κατακόκκινο λονδρέζικο λεωφορείο. Η «ανατροπή» έρχεται όταν τέσσερις μηχανικοί το χρησιμοποιούν ως εν κινήσει ξενοδοχείο για να ταξιδέψουν σε όλη την Ευρώπη. Όπως φαντάζεστε, η ταινία είχε χλιαρή υποδοχή, έτσι ο Γιέτς στη συνέχεια έριξε την προσοχή του σε ταινίες με δυναμικό τέμπο και απρόβλεπτες θεματικές, χτίζοντας μια καριέρα που του πρόσφερε τέσσερις οσκαρικές υποψηφιότητες.
Για παράδειγμα, ο Γέιτς ευθύνεται για δύο από τις πιο καταιγιστικές αμερικάνικες ταινίες των '60s, τη «Μεγάλη Ληστεία του Τραίνου» (1967) και το εμβληματικό «Bullit» (1968) με πρωταγωνιστή τον Στιβ ΜακΚουίν. Η δεκαετία του '70 βρήκε τον σκηνοθέτη να συνεχίζει τη συνεργασία του με πρωτοκλασάτους ηθοποιούς σε υφολογικά ετερόκλητες ταινίες, από τον Ρόμπερτ Μίτσαμ στο γκανγκστερικό δράμα «The Friends of Eddie Coyle» (1973) μέχρι την Μπάρμπρα Στρέιζαντ στην κομεντί «For Pete's Sake» (1974). Ώσπου βρήκε την ιστορία που μίλησε στον οδηγό - αθλητή μέσα του και τη μετέτρεψε σε διαμάντι.

Για να φτάσει στον Γέιτς το σενάριο του «Breaking Away» (1979), χρειάστηκε πρώτα ο Στιβ Τέσικ να εμπνευστεί από ένα γεγονός που τον σημάδεψε σε ηλικία 20 ετών, το 1962. Τότε, βρέθηκε στη πρώτη θέση του βάθρου των νικητών μετά από έναν μαραθώνιο αγώνα ομαδικής ποδηλασίας, ο οποίος χρειάστηκε την οδήγηση αυτοθυσίας ενός συναθλητή του, που ηγήθηκε της κούρσας για 139 από τους 200 γύρους του αγώνα. Αυτή η ιστορία έφερε ένα πρώτο σενάριο αφιερωμένο στο συμβάν, το οποίο ο Τέσικ έδωσε στον Γέιτς μαζί με ένα ακόμα γύρω από τα αδιέξοδα μιας νεαρής παρέας εργατών λατομείου. Ο σκηνοθέτης έσμιξε τις δύο ιδέες και η δεξιοτεχνία του έκανε την υπόλοιπη δουλειά.
Το «Breaking Away» ανήκει σε ένα κλειστό κλαμπ ταινιών οι οποίες χωρίς να υπακούουν σε κανόνες συγκεκριμένου είδους, αντί να μοιάζουν παράταιρες, πετυχαίνουν μια offbeat ατμόσφαιρα που τούς προσδίδει ξεχωριστή ταυτότητα. Έτσι και το φιλμ του Γιέτς, βρίσκεται υφολογικά ανάμεσα στο πεσιμιστικό κόσμο του αριστουργηματικού «Last Picture Show» (1971, Πίτερ Μπογκντάνοβιτς) και τη σκληρή, μα καλοδιάθετη ειλικρίνεια του «Stand By Me» (1986, Ρομπ Ράινερ) χωρίς, ωστόσο, να τελειώνουν εκεί όσα έχει να πει.
Γιατί οι πιτσιρικάδες που ενσαρκώνουν οι Ντένις Κρίστοφερ, Τζάκι Ερλ Χάλεϊ, Ντένις Κουέιντ και Ντάνιελ Στερν έχουν μόλις τελειώσει το σχολείο, δεν έχουν μία στην τσέπη, αλλά πολλά απωθημένα στο μυαλό και ένα μέλλον προδιαγεγραμμένα ατελέσφορο. Επιπλέον, τα περιορισμένα οικονομικά τούς αποτρέπουν μια ευκαιρία στο πανεπιστήμιο, εξ ου και ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός «cutters» που ακούνε σε κάθε συναναστροφή με τα μισητά κολεγιόπαιδα. Το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο σιγοβράζει μέσα του από οργή, όμως ο Γέιτς την απελευθερώνει μονάχα τη στιγμή που θα έρθει η (ταξική) εκδίκησή τους.
Στο ενδιάμεσο το «Breaking Away» φέγγει από την ξεγνοιασιά των ηρώων του. Το άγχος για το μέλλον σαφώς παραμένει, όμως η αδρεναλίνη της νεότητας αποτρέπει να κυριευτούν από τη μελαγχολία. Παθιάζονται, κάνουν λάθη, είναι αθεράπευτα ονειροπόλοι και χαριτωμένα αφελείς, έτσι η ταινία στο πρώτο της μέρος έχει την αίσθηση μιας ιστορίας ενηλικίωσης γεμάτης ρομαντισμό και ανάλαφρο χιούμορ. Όταν στην τελευταία πράξη οι ήρωες καλούνται να αναλάβουν δράση, το κάνουν με το μοναδικό πράγμα που τους ανήκει, τα σώματά τους.

Τότε το φιλμ μετατρέπεται σε ένα φρενήρες αγωνιστικό δράμα, μια μεταστροφή που ο Γέιτς πετυχαίνει με την ίδια ευκολία που ανάβει ο διακόπτης, την ώρα που οι μανιακές ορθοπεταλιές εκτοξεύουν το σασπένς. Εκεί εξάλλου κρίνονται όλα, ο τελικός σκοπός της ταινίας εξαρτάται από το εάν η τετράδα των φίλων κόψει το νήμα ή όχι. Ο τρόπος που τελικά μπαίνει η κατακλείδα επιδρά λυτρωτικά στους ήρωες και απελευθερωτικά στο συγκινημένο θεατή. Πίσω από αυτήν, όμως, κρύβεται ένα προσεκτικά σμιλεμένο και διακριτικά τοποθετημένο σχόλιο του Γέιτς πάνω στην πάλη των τάξεων και το αμερικανικό όνειρο, το οποίο αποθεώνει μεν την ατομική δράση, αλλά στο «Breaking Away» απαιτεί την ομαδική δουλειά για να μείνει ως το τέλος το ποδήλατο στην κούρσα.