Μετράμε αντίστροφα τις μέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σινεμά βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Το Σκοντεχέιμεν είναι μια μικρή, ελάχιστα γραφική κωμόπολη κάπου στα νορβηγικά φιόρδ. Πρόβατα, χωράφια, τρακτέρ και δάση περικυκλώνουν τους λιγοστούς κατοίκους της, ανάμεσά τους και την Άλμα, μια 15χρονη ξανθιά της οποίας οι ορμόνες έχουν «χτυπήσει ταβάνι». Η ενηλικίωση σε ένα τέτοιο απομονωμένο και ανιαρό περιβάλλον δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, τα βάσανα της Άλμα, όμως, δεν μοιάζουν καθόλου με εκείνα ενός μπεργκμανικού ή ντοκιμαντερίστικου κινηματογραφικού δράματος. Η πρωτοεμφανιζόμενη στη μυθοπλασία Γιάνικε Σίσταντ Γιάκομπσεν, αν και έχει υπηρετήσει το σινεμά τεκμηρίωσης, προτιμά να τα αντιμετωπίσει μέσα από μια ανάλαφρη, κωμική οπτική.

Η πρώτη σκηνή του «Άναψέ με» («Fa Meg pa, for Faen» / «Turn me on, Dammit!», 2011) βρίσκει την Άλμα (Έλεν Μπέργκσχολμ) να αυνανίζεται ξαπλωμένη στο πάτωμα της κουζίνας, δίπλα στο ακουστικό του τηλεφώνου απ’ όπου ακούμε τον υπάλληλο της «Wet and wild dreams» επί τω έργω και απέναντι στον απορημένο σκύλο του σπιτιού που την κοιτάζει στωικά. Το μυθιστόρημα της Ολάουγκ Νίλσεν «Άναψέ με, διάολε!» και η ταινία της Γιάκομπσεν η οποία το διασκευάζει δεν αντιμετωπίζουν έτσι κι αλλιώς την ηρωίδα τους με ξεπερασμένη σεμνοτυφία. Αντιθέτως περιγράφουν γλαφυρά, αλλά και πολύ αστεία, τις σεξουαλικές της φαντασιώσεις. Η Άλμα είναι ερωτευμένη με τον Άρτουρ (Ματίας Μίρεν), έναν cool συμμαθητή της, αλλά ονειρεύεται ασταμάτητα ερωτικές σκηνές με τους άντρες που συναντά, σκηνές τις οποίες η Γιάκομπσεν σκηνοθετεί ευρηματικά, παίζοντας διαρκώς με τη φαντασίωση και την πραγματικότητα.
Δίπλα στην Άλμα υπάρχει μια χούφτα από γραφικούς χαρακτήρες, με πρώτη τη φίλη της Σάρα (Μαλίν Μπιόρχοβντε), μια κυνική μελαχρινή που ξεπήδησε από ταινία του Τιμ Μπάρτον και η οποία γράφει κρυφά γράμματα σε έναν θανατοποινίτη από το Τέξας, τα οποία όμως δεν ταχυδρομεί ποτέ! Αυτή είναι και η μόνη που θα συμπαρασταθεί στην Άλμα όταν μια σεξουαλική παρεξήγηση με τον Άρτουρ την μετατρέψει σε ανεπιθύμητη για όλο το σχολείο και κανείς από τους συμμαθητές της δεν την κάνει παρέα. Είναι η στιγμή που θα έρθει στη μάνα της και ο φουσκωμένος τηλεφωνικός λογαριασμός…
Αν η Γιάκομπσεν μένει μακριά από τη σοβαροφάνεια του ψυχολογικού δράματος, δεν είναι για να πέσει με τα μούτρα στην εύκολη φάρσα ή στα κλισέ της χολιγουντιανής ρομαντικής κομεντί. Η σάτιρά της διαθέτει πικρό όσο και εύστοχο χιούμορ, αποτυπώνοντας την απομόνωση, την κλειστοφοβική αίσθηση και τη διάθεση φυγής της εγκλωβισμένης (στις επιθυμίες της και σε μια συντηρητική καθημερινότητα) ηρωίδας της σε όλες τους τις διαστάσεις. Μιας ηρωίδας της οποίας η αδεξιότητα είναι η έκφραση της απόλυτης τρυφερότητας και η ερωτική της «διαστροφή» η ειλικρινής διαπίστωση πως η ενηλικίωση είναι καθαρά σωματική υπόθεση.