Μετράμε αντίστροφα τις μέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σινεμά βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Στα τέλη των '90s, περίπου δέκα χρόνια από την πτώση του Τείχους, το ευρωπαϊκό σινεμά συστήθηκε με μια νέα φουρνιά Γερμανών δημιουργών οι οποίοι τράβηξαν αμέσως την προσοχή πάνω τους, χάρη στο έμφυτο ταλέντο και μια σειρά ταινιών με πρωτότυπες θεματικές και σκηνοθετικές προσεγγίσεις που έσφυζαν από ζωντάνια. Από τη μία βρισκόταν ο Φατίχ Ακίν, ένας σκηνοθέτης ο οποίος απεγκλώβισε την πολυπολιτισμικότητα από τα (κινηματογραφικά) στερεότυπα, ενώ από την άλλη ο Τομ Τίκβερ επιδείκνυε τη δεξιοτεχνία του, παραδίδοντας έντεχνα στυλιζαρισμένες ταινίες που δανείζονταν στοιχεία από ετερόκλητα σινε-είδη. Μία από αυτές ήταν το heist movie «Τρέξε, Λόλα, Τρέξε» (1998), το οποίο τον έκανε διάσημο και ταυτόχρονα άνοιξε το δρόμο ενός μέλους του καστ και φίλου του Τίκβερ για να διαγράψει τη δική του καριέρα.

Ο λόγος για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Σίπερ, ο οποίος αφού σταμάτησε το... σπριντ αφοσιώθηκε σε μια καριέρα μπροστά και πίσω από την κάμερα. Η πρώτη απόπειρά του ως σκηνοθέτης ήρθε το 1999 με το «Absolute Giganten», ένα φιλμ αφιερωμένο στην πόλη του Αμβούργου και στη φιλία τριών κολλητών οι οποίοι περνούν ένα ξέφρενο τελευταίο βράδυ μαζί. Η τριάδα αποτελείται από διαφορετικού ταμπεραμέντου χαρακτήρες: τον Ρίκο, έναν υπερβολικά ενεργητικό wannabe ράπερ (Φλόριαν Λούκας), τον συγκροτημένο μηχανικό και λάτρη των αυτοκινήτων Γουόλτερ (Αντουάν Μονό Τζούνιορ) και τον λιγομίλητο, μελαγχολικό Φλόιντ (Φρανκ Γκιέρινγκ), ο οποίος παίρνει την απόφαση να πιάσει δουλειά στα καράβια για να βρει τον εαυτό του. Η αποχώρησή του ισοδυναμεί με διάλυση της παρέας, γεγονός που δίνει την αφορμή για ένα ύστατο ξέφρενο βράδυ.
Μακριά από το να μιλάμε για γερμανικούς «Απόντες», μιας και η ταινία του Σίπερ πιάνει το συναίσθημα, αλλά όχι την ωριμότητα της ταινίας του Νίκου Γραμματικού, το «Absolute Giganten» καταθέτει με οικονομία μια ωδή στη νεότητα με διάχυτη ενέργεια, feelgood ατμόσφαιρα, απολαυστικό σάουντρακ (The Notwist, Sophia) και άπλετο ειρωνικό χιούμορ. Ο Σίπερ ρίχνει τη διεισδυτική του ματιά στη ψυχοσύνθεση τριών απογοητευμένων 20άρηδων λίγο πριν το μιλένιουμ, οι οποίοι γνωρίζουν πως το μέλλον τους προμηνύεται τόσο αδιέξοδο όσο οι ανούσιες δουλειές που κρατάνε τώρα. Οι ώρες οι οποίες περνούν μαζί είναι οι μόνες χαρμόσυνες, η ευκαιρία για άπειρο χαβαλέ αδιαφορώντας για τις συνέπειες, αλλά και μια πολύτιμη απόδραση από τη στενάχωρη πραγματικότητα.
Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η διάθεση απενοχοποιημένου φαν αναμειγνύεται με τη μελαγχολία, από τη στιγμή που οι ήρωες γνωρίζουν πως το τέλος της βραδιάς, άρα και η ώρα του αποχαιρετισμού, πλησιάζει, στο ενδιάμεσό όμως φροντίζουν να το καταδιασκεδάσουν. Η επεισοδιακή νύχτα τους φέρνει, μεταξύ άλλων, αντιμέτωπους με Ρουμάνους κασκαντέρ ντυμένους Έλβις και δύο παρανοϊκούς τύπους που τους προκαλούν στο πιο αγχωτικό ματς σε ποδοσφαιράκι που έχετε δει ποτέ. Η δεξιοτεχνία του Σίπερ είναι ευδιάκριτη τις στιγμές που εναλλάσσει μια εντελώς αστεία σκηνή με μια γεμάτη σασπένς που κόβει την ανάσα, διασκεδάζοντας παράλληλα με τα κλισέ του γερμανικού night life (ντραγκς, αλκοόλ, κλάμπινγκ, βία) με τα οποία επιδερμική σχέση έχουν οι πρωταγωνιστές.
Το «Absolute Giganten» αφήνει την επίγευση μιας απολαυστικής προσωπικής ταινίας χωρίς τη διάθεση να πει πολλά, παρά να αποθεώσει την ελευθερία της νεότητας. Αρκετά χρόνια μετά, ο Σίπερ θα τα παίξει ξανά όλα για όλα κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς σύγχυσης και γέλιου, όταν θα γυρίσει σε μία λήψη το ιλιγγιώδες «Victoria» (2015).