Κάνουμε #cinematherapy βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Σκηνοθέτης με τηλεοπτική καριέρα («Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»), ο Καναδός Ντάριλ Ντιούκ θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία για μια και μόνο ταινία, η οποία χρωστάει πολλά στη σεναριακή δεξιοτεχνία του Κέρτις Χάνσον. Του κατοπινού οσκαρικού δημιουργού τού «Λος Άντζελες: Εμπιστευτικό», ο οποίος είτε ως σεναριογράφος είτε ως σκηνοθέτης έδειξε ιδιαίτερη αδυναμία στα θρίλερ με χιτσκοκικό άγγιγμα («Sweet Kill», «Παράθυρο στην Κρεβατοκάμαρα», «Το Χέρι στην Κούνια»). Το 1978, όμως, βρίσκεται ακόμα στην αρχή της καριέρας του και διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη ένα μυθιστόρημα του Δανού Άντερς Μπόντελσεν, παραδίδοντάς το στη σκηνοθετική φροντίδα του Ντιούκ και μεταφέροντας τη δράση του στο Τορόντο.

Γιορτές των Χριστουγέννων σε ένα ήσυχο υποκατάστημα μιας καναδέζικης τράπεζας. Ένας ληστής εισβάλλει ντυμένος Αϊ Βασίλης, αλλά χάρη σε μια σειρά συμπτώσεων ο Μάιλς, ένας μοναχικός και ψύχραιμος υπάλληλός της, έχει καταλάβει τι πρόκειται να συμβεί και έχει μεταφέρει κρυφά ένα μεγάλο ποσό στο προσωπικό του χρηματοκιβώτιο. Έτσι, ο ψυχοπαθής εγκληματίας Χάρι Ρέικλι διαφεύγει με ένα ποσό που από τις εφημερίδες μαθαίνει πως υπολείπεται πολύ των χρημάτων που εκλάπησαν, καταλαβαίνει γρήγορα τι έχει συμβεί και απειλεί βίαια τον Μάιλς.
Εκείνος θα κατορθώσει προσωρινά να τον παραπλανήσει, αλλά καθώς χρόνος τρέχει εναντίον του δυο γυναίκες θα εμπλακούν στην υπόθεση και θα περιπλέξουν αγωνιωδώς τη δεξιοτεχνική πλοκή ενός αριστουργηματικού θρίλερ, το οποίο αντιγράφει αλάνθαστα τεχνικές και θεματικές τού μετρ του σασπένς.
Το σαδιστικό παιχνίδι ανάμεσα στον «αθώο» ταμία (Έλιοτ Γκουλντ) και τον απρόβλεπτο ληστή (Κρίστοφερ Πλάμερ) στηρίζεται σε μια ευφυή αντιστροφή ρόλων, ενορχηστρώνεται σαν σκηνοθετημένο θέαμα (όλα θα τελειώσουν με μια δεύτερη, στημένη ληστεία), νοστιμίζει με εύστοχες ψυχαναλυτικές αναφορές (ένα ξανθό κι ένα μελαχρινό αντικείμενο του πόθου), κορυφώνεται με βασανιστική εκκρεμότητα και ολοκληρώνεται με μια καλοστημένη ανατροπή. Στην απολαυστική συνταγή του «Σιωπηλού Δολοφόνου» («The Silent Partner», 1978), ένα υποδόριο, ειρωνικό και μελαγχολικό χιούμορ βάζει το κερασάκι στην τούρτα - γιατί «οι ταινίες δεν είναι φέτες ζωής, αλλά φέτες γλυκού», όπως έλεγε ο Χίτσκοκ.
Βρείτε όλες τις must see ταινίες για την καραντίνα εδώ.