Κάνουμε #cinematherapy βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Από ένα σκηνοθέτη ο οποίος υπέφερε τόσο από το στρες, εξαιτίας της παταγώδους αποτυχίας της δεύτερης ταινίας του, ώστε έχασε όλα τα μαλλιά του, περιμένεις με σιγουριά πως την επόμενη φορά θα είναι αποφασισμένος να πετύχει. Έτσι είχαν τα πράγματα για τον Άλαν Μόιλ, ο οποίος χρειάστηκε να περάσει μια δεκαετία μετά το μουσικό δράμα «Times Square» (1980) για να επιστρέψει πίσω από την κάμερα σκηνοθετώντας το ψυχωμένο «Δυνάμωσέ το» («Pump Up the Volume», 1990).
Ο Μόιλ είναι περισσότερο γνωστός για το ξέφρενο όσο και άνισο «Empire Records» (1995), όπου παντρεύει στο σινεμά του το rock 'n' roll με τη νεανική αγανάκτηση. Η ατάκα «η μουσική είναι η κόλλα που ενώνει τον κόσμο» περιγράφει στην εντέλεια την ταινία, αλλά και στο «Δυνάμωσέ το» αποδεικνύεται εξίσου ικανή να προκαλέσει βαθιές ρωγμές σε μια μικρή κοινότητα της Αριζόνα. Εκεί βρίσκεται ο απηυδισμένος τελειόφοιτος Λυκείου Μαρκ - στο ρόλο ο Κρίστιαν Σλέιτερ στα ντουζένια του, ο οποίος απεχθάνεται την υποκρισία των συμμαθητών, την καταπίεση των καθηγητών και τις μικροαστικές ανησυχίες των γονιών του.

Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, όμως, ο χαρακτήρας του Σλέιτερ απελευθερώνει τη δυσαρέσκειά του στο μικρόφωνο. Μέσα από μια πειρατική ραδιοφωνική συχνότητα διατηρεί την εκπομπή που ακούνε όλοι στο σχολείο, χωρίς κανείς παρόλα αυτά να γνωρίζει ποιος είναι στην πραγματικότητα ο παραγωγός της. Ανάμεσα σε τραγούδια των Λέοναρντ Κοέν και των Descendants, ο Μαρκ καλεί σε «αντίσταση» τους συμμαθητές του, οι οποίοι δε θα αργήσουν να εξεγερθούν.
Το πρώτο πράγμα που πετυχαίνει στην εντέλεια ο Μόιλ είναι η αποτύπωση του εφηβικού άγχους, του πιεστικού συναισθήματος όταν κανείς δε σε καταλαβαίνει, ενώ όλα δείχνουν μπανάλ και προαποφασισμένα. Ταυτόχρονα, οι νεαροί ήρωες της ταινίας καλούνται να διαχειριστούν το αίσθημα κατωτερότητας που προκαλείται από διαφορετικούς παράγοντες (τους γονείς, τους βαθμούς) και το οποίο καταλήγει να παίρνει εναλλακτικές μορφές κατάθλιψης στον καθένα, σε σημείο που ορισμένοι οδηγούνται ακόμα και στην την αυτοκτονία.
Αυτό είναι από πολλά περίπλοκα θέματα που δε δειλιάζει να θίξει η ταινία, ανάμεσά τους και η ομοφυλοφιλία, τα οποία συνήθως αποφεύγονται στα μαζικής απήχησης εφηβικά δράματα (ειδικά στα '80s). Ο Μόιλ καταφέρνει να τα «περάσει» πειστικά την αφήγηση διότι φροντίζει να γράψει ολοκληρωμένους χαρακτήρες γεμάτους αυτοπεποίθηση και να διασκεδάσει με τα στερεότυπα (μοναχικό έξυπνο αγόρι, καθωσπρέπει καλή μαθήτρια). Πάρτε για παράδειγμα τον δυναμισμό με τον οποίο η Σαμάνθα Μάτις υποδύεται μια αποφασιστική έφηβη που δεν διστάζει να διεκδικήσει παθιασμένα το πρόσωπο του ερωτικού ενδιαφέροντός της, αλλά και να ηγηθεί των μετέπειτα μαθητικών ταραχών.

Για τους ανήσυχους ακροατές του Μαρκ, λοιπόν, μια πειρατική εκπομπή αποτελεί από μόνη της «επαναστατική» πράξη, καθώς γίνεται παράνομα και στα κρυφά, πόσω δε μάλλον όταν εκφράζει ωμά όλα όσα σκέφτονται αλλά δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν. Παράλληλα, όσο βλέπουμε τον Σλέιτερ να δίνει πραγματικό σόου στα ερτζιανά, ο Μόιλ εκδηλώνει την αγάπη του για το ραδιόφωνο (όπως και στο «Times Square»), ενώ αναδεικνύει τους λόγους που αυτό γοητεύει τόσο ως μέσο. Στο άκουσμα της φωνής του η ματαιοδοξία του Μαρκ ικανοποιείται στο έπακρο, την ώρα που φαντασιώνεται το κοινό του. Μπορεί να είναι ένας, μπορεί χιλιάδες. Η αόρατη επαφή που έχει με τους ακροατές δημιουργεί τη ψευδαίσθηση ότι δε μιλάει σε κανέναν. Έτσι απελευθερώνεται από κάθε δισταγμό και νιώθει την άνεση να μιλήσει σα να βρίσκεται απέναντι στον καλύτερό του φίλο.
Όταν η πραγματική διάσταση των πραγμάτων αποκαλύπτεται στον αποσβολωμένο ήρωα, το «Δύναμωσέ το» αποκτά ύφος ωδής στη νεανική ορμητικότητα, στη μορφή μιας μάταιης σχολικής «επανάστασης», από τις πιο αθώες που μπορούν ποτέ να συμβούν.
Βρείτε όλες τις must see ταινίες για την καραντίνα εδώ.