Κάνουμε #cinematherapy βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.
Ο κόσμος συνηθίζει να λέει, πολύ σωστά, πως θυμόμαστε πάντα την πρώτη φορά ορισμένων πραγμάτων, ακόμα και εκείνων που αποκτούν σημασία εκ των υστέρων. Ένα από αυτά, όπως αντιλήφθηκα πριν από μερικά χρόνια, είναι η παρθενική επαφή κάποιου με το σινεμά του Τζον Γουότερς. Η θέαση μιας ταινίας τού «πάπα του trash», όπως έχει καθιερωθεί να χαρακτηρίζεται, ορίζεται από ένα πριν και ένα μετά. Γιατί ακόμα κι αν δεν αρέσει σε κάποιον αυτό που μόλις παρακολούθησε, το οποίο είναι παραπάνω από κατανοητό, δεν υπάρχει περίπτωση να παραμείνει ο ίδιος μέσα του. Για αυτό καλό θα ήταν ένας υποψήφιος θεατής των «Θηλυκών Μπελάδων» («Female Trouble» (1974) να είναι έτοιμος πραγματικά για όλα όταν αποφασίσει να πατήσει «play»· διότι η ταινία ξεκινάει με feelgood rock 'n' roll ρυθμούς προτού πολύ γρήγορα πάρει μια επιθετική πανκ στροφή.

Οι συνήθεις ύποπτοι του θιάσου του σκηνοθέτη βρίσκονται ξανά εδώ (Ντέιβιντ Λόκαρι, Μέρι Βίβιαν Πράις, Μινκ Στόουλ), μετά τα «Multiple Maniacs» (1970) και «Pink Flamingos» (1974), με προεξέχουσα φυσικά τη μούσα του Αμερικανού δημιουργού Ντιβάιν. Σταθερή ηρωίδα των ταινιών του Γουότερς, η περφόμερ ενσαρκώνει την κακομαθημένη Ντον Ντάβενπορτ, από την εφηβεία, όταν φτάνει στα όρια νευρικού κλονισμού γιατί δεν πήρε δώρο τακούνια για cha-cha τα Χριστούγεννα, μέχρι τη στιγμή που γίνεται μητέρα και αναθρέφει μόνη την κόρη της. Αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο από τη ρουτίνα και αρπάζει την ευκειρία όταν ένα ζευγάρι εκκεντρικών φωτογράφων βρίσκει στο πρόσωπό της νέα μούσα του.
Όπως απέναντι σε ένα καθρέφτη βλέπουμε στην αντανάκλαση τις αντίθετες κινήσεις, έτσι και το «Female Trouble» συνιστά μια αντεστραμμένη απεικόνιση της συνηθισμένης, μικροαστικής, ετεροκανονικής κοινωνίας. Εδώ θριαμβεύει το queer, οι σεξουαλικές ορμές είναι παραπάνω από καλοδεχούμενες, όπως και η παραβατικότητα, οι συμβατικές αντιλήψεις τις ομορφιάς καταργούνται και μαζί ανατρέπεται κάθε απόπειρα για την απόκτηση μιας φιλήσυχης τακτοποιημένης ζωής. Βασικό εργαλείο του Γουότερς για να φέρει τα πάνω κάτω είναι πάντα το χιούμορ και δη ο αυτοσαρκασμός, που δρουν ως τα κυρίαρχα αφηγηματικά εργαλεία του σκηνοθέτη.

Όπως συνήθως συμβαίνει στις ταινίες του, οι ηθοποιοί ερμηνεύουν με ακραιφνή ερασιτεχνισμό και χειροπιαστή υστερία τους χαρακτήρες. Με τη σειρά τους εκείνοι εκπέμπουν μια ασυναγώνιστη αυτοπεποίθηση, η οποία σε συνδυασμό με την περιθωριακή εμφάνισή τους και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά δρα απελευθερωτικά για οποιονδήποτε βλέπει την ταινία και δεν ένιωσε ποτέ πουθενά αποδεκτός.
Ο Γουότερς λατρεύει να σοκάρει και να ξεπερνά τα όρια, αλλά όχι χωρίς να ξέρει γιατί ακριβώς κάνει την κάθε επιλογή του. Είναι σαν να κατεβαίνει σε μάχη κόντρα στον καθωσπρεπισμό, έχοντας υπό τις εντολές του ένα λυσσασμένο στρατό ηθοποιών και τεχνικών, οπλισμένο με παλλόμενη έμπνευση. Έπειτα, το DIY πνεύμα διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη τους «Θηλυκούς Μπελάδες», από τα σκηνικά που κατασκευάστηκαν με μηδενικό προϋπολογισμό μέχρι την ενέργεια που παραμένει αμείωτη καθ’ όλη τη διάρκειά τους. Εν τέλει, η ταινία είναι μια ριζική επανάσταση στις νόρμες και συγκεκριμένα στους κανόνες της κυρίαρχης αισθητικής. Ποιος ορίζει το ωραίο και γιατί; Γιατί να μην είναι η Ντιβάιν το σύμβολο της ομορφιάς; Μάλιστα ουρλιάζει σε μια χαρακτηριστική στιγμή «είμαι τόσο όμορφη που ούτε εγώ δε με αντέχω».
Η προσωπική αγαπημένη ταινία του Γουότερς δεν έπαψε ποτέ να είναι το «Pink Flamingos», γιατί μου άνοιξε διάπλατα τα μάτια σε ένα σινεμά που δεν είχα διανοηθεί ως τότε πως υπήρχε. Οι «Θηλυκοί Μπελάδες», όμως, αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη και ίσως πιο ξεκαρδιστικά διαστροφική δουλειά του sui generis auteur. Παροξυσμός, βλάσφημα αστεία και μια ανήκουστη πλοκή σπάνια συνδυάζονται τόσο... αρμονικά. Τολμήστε το.
Βρείτε όλες τις must see ταινίες για την καραντίνα εδώ.