Ένας αυθεντικός γόης του σινεμά με απαράμιλλο coolness και ένα μυθικό μουστάκι, ο οποίος χάραξε μια ξεχωριστή καριέρα και στιγμάτισε τη δεκαετία του '70, πέθανε την Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 82 ετών.

Ο Μπαρτ Ρέινολντς μπορεί να μετρά στο όνομά του πάνω από 100 ρόλους στον κινηματογράφο, η καριέρα του όμως ξεκίνησε όταν ένα ατύχημά του ανέκοψε κάθε ελπίδα για να παίξει επαγγελματικά αμερικανικό ποδόσφαιρο. Αποκαρδιωμένος τότε στράφηκε στην υποκριτική, και στα τέλη των '50s άρχισε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές σειρές. Ο πρώτος του κινηματογραφικός ρόλος ήρθε το 1961 με την ταινία «Angel Baby» (Πολ Βέντκος), όμως θα χρειαζόταν ακόμα μια δεκαετία για να αναγνωριστεί το ταλέντο του.
Εκείνη η στιγμή ήρθε χάρη στον σκηνοθέτη Τζον Μπούρμαν και την ταινία «Όταν Ξέσπασε η Βία» (1972), ένα φανταστικό φιλμ το οποίο έχει μείνει στην ιστορία για την αγριότητά του και θεωρείται από τον Ρέινολντς ως η καλύτερη που έχει κάνει ποτέ. Την ίδια περίοδο οι σέξι φωτογραφήσεις του σε περιοδικά όπως το Cosmopolitan, με τη συγκεκριμένη μάλιστα να αφήνει εποχή, τον ανέδειξαν ως σύμβολο του σεξ και της αρρενωπότητας.

Θα ακολουθούσε αμέσως μετά η συμμετοχή του σε μια από τις ξεκαρδιστικές βινιέτες του «Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ» (1972) του Γούντι Άλεν, ενώ η δεύτερη σημαντική ταινία του ήρθε το 1974 όταν συνεργάστηκε με τον Ρόμπερτ Άλντριτς για το «The Longest Yard». Εκεί θυμήθηκε το αθλητικό παρελθόν του, καθώς ενσάρκωσε έναν φυλακισμένο, ο οποίος ως αρχηγός της ομάδας αμερικανικού ποδοσφαίρου των κρατουμένων καλείται να «πουλήσει» έναν αγώνα ώστε να αποφύγει αύξηση της κράτησής του.
Έφτασε το απόγειο της δημοφιλίας του στα τέλη των '70s, όταν πρωταγωνίστησε σε δύο περιπετειώδεις κωμωδίες του Χαλ Νίνταμ οι οποίες γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πρώτα στο «Ο ατσίδας και το Λαγωνικό» (1977) το οποίο απέκτησε σίκουελ, και αργότερα στο «Κάνονμπολ» (1981) όπου βρέθηκε πλάι στην Φάρα Φόσετ. Την δεκαετία του '80 η καριέρα του έφτασε σε τέλμα, με τον Ρέινολντς να πρωταγωνιστεί κυρίως σε κομεντί και περιπέτειες δεύτερης διαλογής, η επιστροφή του όμως σε φόρμα θα ερχόταν την επόμενη δεκαετία.

Στην πολιτική σάτιρα «Πολίτης Ρουθ» (1996) του οσκαρικού Αλεξάντερ Πέιν ο Ρέινολντς βρίσκεται αντιμέτωπος με την έγκυο στην ταινία Λόρα Ντερν, με την οποία είχαν συνεργαστεί στο «White Lightning» (1973, Τζόζεφ Σάρτζεντ) όταν έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Χάρη στη φαντασία του Πέιν, στην ταινία απολαμβάνουμε μια σκηνή - επιτομή του στιλ του Ρέινολντς, στην οποία συζητά το ενδεχόμενο της δωροδοκίας της Ντερν ενώ δέχεται μασάζ.
Η τελευταία του σπουδαία στιγμή στο σινεμά ήρθε δια χειρός Πολ Τόμας Άντερσον όταν ο Αμερικανός σκηνοθέτης του πρόσφερε το ρόλο ο οποίος θα του χάριζε Χρυσή Σφαίρα και θα τον έφερνε στις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Ο λόγος για το «Ξέφρενες Νύχτες» (1997) και την ερμηνεία του Ρέινολντς ως σκηνοθέτη ερωτικών ταινιών με ουσιαστικές καλλιτεχνικές ανησυχίες. Όσο όμως και αν επικροτήθηκε ο ηθοποιός για την ερμηνεία του, δικαίως, εκείνος απογοητεύτηκε πλήρως από το αποτέλεσμα και έφτασε στο σημείο να απειλεί τον Άντερσον πως θα τον χτυπήσει κατά τη διάρκεια της προώθησης της ταινίας.
Λίγο μετά την είδηση του θανάτου του μαθεύτηκε πως ο Ρέινολντς δεν πρόλαβε να γυρίσει τις σκηνές του για τη νέα ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο με τίτλο «Once Upon a Time in Hollywood». Μέχρι την τελευταία στιγμή όμως δε σταμάτησε να εμφανίζεται στο σινεμά, επιβεβαιώνοντας εμφατικά πως ήταν ένας εκ των αυθεντικών εκφραστών της 7ης τέχνης. Τον αποχαιρετούμε με μία από τις αγαπημένες μας σκηνές του: