Συνέντευξη: Πολ Τόμας Άντερσον

Master Mind

Από -

Με βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βενετίας και από τα μεγάλα φαβορί για το αντίστοιχο Όσκαρ, ο σκηνοθέτης των ταινιών «Ξέφρενες Νύχτες», «Μανόλια», «Θα Χυθεί Αίμα» και τώρα του «The Master» μιλάει στον Χρήστο Μήτση για τη σαϊεντολογία, τα ταξίδια στο χρόνο, τον Τζόναθαν Ντέμι και τη μεγάλη αμερικανική ταινία της σεζόν.

Το πρώτο πρόσωπο που έρχεται στο νου κάποιου που βλέπει τον Λάνκαστερ Ντοντ, το χαρακτήρα του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στην ταινία σας, είναι ο ιδρυτής της σαϊεντολογίας Ρον Χάμπαρντ. Τι σχέση έχετε με τη συγκεκριμένη «θρησκεία»;

Προτού αρχίσω να γράφω το σενάριο, δεν ήξερα τίποτε απολύτως γι’ αυτήν. Τίποτα περισσότερο απ’ όσα ένας μέσος άνθρωπος, για να είμαι ακριβής, και σίγουρα όχι λεπτομέρειες ακόμη και για τα βασικά σημεία του δόγματος. Ως άνθρωπος ο Ντοντ δεν έχει πολλά κοινά με τον Ρον Χάμπαρντ, πάντως, αν και τα όσα διακηρύσσει μοιάζουν σε αρκετά μεγάλο ποσοστό με πράγματα που πιστεύει και η σαϊεντολογία. Επίσης το στόρι εξελίσσεται την ίδια εποχή με εκείνη που ο Χάμπαρντ άρχισε να γίνεται διάσημος, δηλαδή την αρχή των ’50s, όμως θέλω να πιστεύω πως κάποιος που δεν έχει ιδέα περί σαϊεντολογίας δεν θα έχει πρόβλημα να καταλάβει τι λέει και τι πραγματικά είναι ο Λάνκαστερ Ντοντ.

Για την ίδια τη σαϊεντολογία ποια είναι η γνώμη σας; Δεν έχετε συζητήσει το θέμα με τον Τομ Κρουζ, με τον οποίο γνωρίζεστε από τη «Μανόλια»;
Τουλάχιστον για όσους την πιστεύουν φαίνεται πως λειτουργεί. Εγώ εξακολουθώ να μην έχω σχέση κι ας είμαι φίλος με τον Τομ.

Ποιος λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο διαλέξατε έναν τέτοιο χαρακτήρα για πρωταγωνιστή;
Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας, ειδικά αν τον τοποθετήσεις απέναντι στον Φρέντι του Γιόακιν Φίνιξ. Έτσι κι αλλιώς, η ταινία δεν έχει ως κεντρικό θέμα τη θρησκεία, αλλά ξεκινώντας από την πίστη θέλει να μιλήσει για την εξουσία, τη δύναμη, το όνειρο που πραγματώνεται και αρχίζει γρήγορα να ξεθωριάζει, τη διαφθορά αλλά και την «άλλη ζωή», τη δεύτερη ευκαιρία στην οποία όλοι μπορούμε να ελπίζουμε.

Το στοιχείο του ονείρου και αυτή η έννοια της άλλης ζωής έχουν έντονη παρουσία στην ταινία. Όπως και το ταξίδι στο χρόνο…
Προσωπικά με ενδιαφέρει η πιθανότητα μιας άλλης ζωής. Πριν, μετά, παράλληλα… Ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτος στη ζωή σου, να ξέρεις με βεβαιότητα τι ακολουθεί την επόμενη στιγμή. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ταξίδια στο χρόνο. Δεν θα ήταν ενδιαφέρον να συνέβαινε αυτό που λέει στο τέλος ο Ντοντ στον Φρέντι – ότι μπορεί να συναντηθούν κάποια στιγμή στο μέλλον σε μια άλλη ζωή; Αλλά όλα αυτά στην ταινία, η οποία δεν έχει κανένα μεταφυσικό στοιχείο, λειτουργούν κυρίως ως μεταφορά, ως επιθυμία των ηρώων να ξεφύγουν από την πραγματικότητα, και όχι ως γεγονότα που μπορεί αληθινά να συμβούν. Το όνειρο είναι κάτι λίγο διαφορετικό και σίγουρα ένα στοιχείο που με συναρπάζει κινηματογραφικά. Χρησιμοποιώ τη σχέση του ανθρώπου μαζί του και την ατμόσφαιρά του στις ταινίες μου, χωρίς αυτές να είναι ονειρικές. Άλλωστε, οι ίδιες οι ταινίες –όλες οι ταινίες– μοιάζουν πολύ με όνειρα. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη είμαστε θεατές που παρακολουθούμε χωρίς να μπορούμε να παρέμβουμε και η ιστορία τους μας παρασύρει…

Από το «Θα Χυθεί Αίμα» στο «The Master» μεσολάβησαν πέντε ολόκληρα χρόνια. Γιατί σας πήρε τόσον καιρό η υλοποίηση αυτού του σχεδίου;
Το θέμα είναι καθαρά οικονομικό. Δεν βρίσκαμε λεφτά και αν και δεν πήρα ποτέ ξεκάθαρη απάντηση, νομίζω ότι δεν είχε να κάνει με το θέμα της σαϊ­εντολογίας. Απλώς πίστευαν πως η ταινία θα είναι αντιεμπορική. Μέχρι που εμφανίστηκε από το πουθενά η Μέγκαν Έλισον (παραγωγός των επερχόμενων «Lawless» του Τζον Χίλκοουτ και «Zero Dark Thirty» της Κάθριν Μπίγκελοου) και ανέλαβε την πλήρη χρηματοδότηση. Κι ενώ είχαμε έτοιμο τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, με τον οποίο είχαμε συμφωνήσει από την αρχή, έπρεπε να περιμένουμε τον Γιόακιν Φίνιξ, ο οποίος γύριζε το ντοκιμαντέρ «I’m Still Here», που του πήρε καιρό. Αισίως φτάσαμε στα γυρίσματα τον περασμένο Ιούνιο, τα οποία κράτησαν 13 βδομάδες.

Πόσα πράγματα κρατήσατε τελικά από το αρχικό σενάριο και πόσο αυτοσχεδιάζετε κάθε φορά στο πλατό;
Το σενάριο βελτιώθηκε, φυσικά, με το πέρασμα του χρόνου, καθώς ψάχναμε για χρηματοδότη, αλλά όχι στα βασικά σημεία του. Από την άλλη, συμβαίνει να πηγαίνω κάθε φορά στο γύρισμα ανοιχτός, να συζητάω με τους συνεργάτες και τους ηθοποιούς πώς μπορούμε να δούμε αλλιώς και να βελτιώσουμε μια σκηνή, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα πολύ κοντά στη σεναριακή περιγραφή. Άλλες φορές, βέβαια, βρίσκεις τις λύσεις επιτόπου. Η σκηνή του μπάνιου με τον Χόφμαν και την Έιμι Άνταμς, για παράδειγμα, μας παίδεψε πολύ. Γράφαμε, σβήναμε, ξαναγράφαμε και φτάσαμε στο γύρισμα χωρίς κανείς να ξέρει τι θα κάνουμε εντέλει. Η σκηνή βγήκε με την πρώτη και ας είχαμε προσπαθήσει άλλες 15 φορές – είτε αυτοσχεδιαστικά είτε όπως την είχαμε γράψει. Κάθε φορά ήταν και χειρότερα.

Σκηνοθετικά αυτή η ταινία είναι πολύ κοντύτερα στο «Θα Χυθεί Αίμα» απ’ ό,τι στις προηγούμενές σας. Θυμίζει πιο πολύ Τζον Χιούστον και λιγότερο Σκορσέζε ή Άλτμαν. Αναγνωρίζετε πράγματι επιρροές από αυτούς τους σκηνοθέτες στο έργο σας; 
Φυσικά, αν και δεν ξεκινάω να γυρίσω μια ταινία σκεπτόμενος πώς θα το έκαναν ο Άλτμαν ή ο Σκορσέζε. Ελπίζω ότι σταδιακά έχω καταφέρει να αποκτήσω ένα δικό μου αφηγηματικό στιλ, το οποίο κουβαλάει και τον Κιούμπρικ και αυτούς που αναφέρατε, όπως και τον Ρενουάρ ή τον Σπίλμπεργκ. Έχω επηρεαστεί από πολλούς σπουδαίους δημιουργούς, αλλά ξέρετε σε ποιον σκηνοθέτη θέλω να μοιάσω; Στον Τζόναθαν Ντέμι… Βρίσκεται εδώ στη Βενετία με το ντοκιμαντέρ για τον Έντσο Αβιτάμπιλε και τον συνάντησα χθες στην πρεμιέρα του «The Master». μετά το τέλος της, μάλιστα, καθίσαμε και συζητήσαμε για τις ταινίες μας. Τον Ντέμι τον λατρεύω πραγματικά και όχι μόνο για όσα κάνει στην οθόνη –κατά τη γνώμη μου είναι ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες ολόκληρου του αμερικανικού σινεμά– αλλά και για τον τρόπο που ζει τη ζωή του. πρωτίστως γι’ αυτό. Μετά την επιτυχία της «Σιωπής των Αμνών» και του «Φιλαδέλφεια» κράτησε χαμηλό προφίλ, ασχολήθηκε μόνο με σχέδια που τον ενδιέφεραν κι έδωσε προτεραιότητα στην οικογένεια και στη ζωή του μακριά από το Χόλιγουντ, τα εκατομμύρια, το στρες και τη ματαιοδοξία τής ακόμη μεγαλύτερης επιτυχίας. Γυρίζει τα ντοκιμαντέρ του, έχει οριοθετήσει τις προτεραιότητές του κι έχει βάλει τα τρία παιδιά και την ηρεμία του πάνω από τα Όσκαρ. Ακριβώς το ίδιο θέλω να καταφέρω κι εγώ, που μου αρέσουν επίσης τα ντοκιμαντέρ κι έχω 
και τρία παιδιά...

Σχετικά Θέματα