Ο Γάλλος ηθοποιός και σκηνοθέτης μιλάει παθιασμένα για την αντισυμβατική μουσική βιογραφία που αποτελεί το μεγάλο κινηματογραφικό στοίχημά του.

Τι είναι αυτό που σας έσπρωξε να ασχοληθείτε με την τραγουδίστρια Μπαρμπαρά, pop icon της δεκαετίας του ’60;
Ο φίλος μου σεναριογράφος και σκηνοθέτης Πιέρ Λεόν σχεδίαζε μια βιογραφία της Μπαρμπαρά για οκτώ χρόνια. Ήταν μια προσωπικότητα η οποία τον είχε επηρεάσει από έφηβο και ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύομαι στην ταινία, ο κινηματογραφιστής που θέλει να γυρίσει μια ταινία για εκείνη, είναι επηρεασμένος από τον Πιέρ. Τρία χρόνια πριν ξεκινήσω τα γυρίσματα λοιπόν, τρώγαμε μαζί και εκεί μου είπε πως το σχέδιο τού φαινόταν πια εντελώς αδιέξοδο. «Εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Γιατί δεν δοκιμάζεις εσύ;» μου είπε. Αρχικά μου φάνηκε κάκιστη ιδέα, γιατί η βιογραφία είναι το δυσκολότερο κινηματογραφικό είδος. Γεμάτο περιορισμούς και παγίδες, καταλήγει σχεδόν πάντα σε μια αγιογραφία ή κάτι πολύ ηθικοπλαστικό.
Παρ’ όλα αυτά άρχισα να μαζεύω υλικό, να βλέπω, να διαβάζω και σιγά σιγά να μαγεύομαι από αυτή τη γυναίκα. Δεν μπορούσα όμως να βρω μια λύση για να μετατραπούν όλα αυτά σε ενδιαφέρουσα ταινία. Παράλληλα, κινηματογραφούσα που και που την Ζαν Μπαλιμπάρ, η οποία προοριζόταν εξ αρχής για το ρόλο και είχε δουλέψει πολύ πάνω του, να κάνει πρόβες, να ακούει και να τραγουδά τα τραγούδια της Μπαρμπαρά. Κοιτάζοντας το υλικό, η ιδέα γεννήθηκε ξαφνικά: η Ζαν δεν θα είναι η Μπαρμπαρά, αλλά μια ηθοποιός που προετοιμάζεται να υποδυθεί την Μπαρμπαρά. Πολλά εμπόδια εξαφανίστηκαν με μιας, το πράγμα πήρε μορφή και είχα μπροστά μου κάτι που θα μπορούσε να γίνει μια ιδιαίτερη ταινία.
Στην ταινία είναι ξεκάθαρο πως είστε παθιασμένος τόσο με την Μπαρμπαρά όσο και με την Ζαν Μπαλιμπάρ.
Η Ζαν υπήρξε σύζυγός μου, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο είναι η πρωταγωνίστρια. Είναι μια μαγική παρουσία, ένα αερικό και όσοι την ξέρουν και έχουν δει και την Μπαρμπαρά δεν μπορούν να φανταστούν άλλη ηθοποιό να την ερμηνεύει. Πρόκειται θαρρείς για μετεμψύχωση… Τώρα όσον αφορά τη σχέση μου με την Μπαρμπαρά, είναι κι αυτή σχεδόν ερωτική. Δεν γίνεται αλλιώς. Πως μπορείς να κάνεις μια ταινία αν δεν είσαι ερωτευμένος με το θέμα σου, με την ηρωίδα σου; Με το ρόλο σου, αν είσαι μόνον ηθοποιός. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη σε κάθε επιλογή της καριέρας μου, μπροστά ή πίσω από την κάμερα.
Ακόμα και στους αγγλόφωνους ρόλους σας, όπως το τζεϊμσμποντικό «Quantum of Solace»;
Όλοι αυτοί οι «μεγάλοι» ρόλοι αφορούν τελικά σε ευρωπαϊκές ταινίες. Ο Τζέιμς Μποντ είναι αγγλική παραγωγή, «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα» αμιγώς γαλλική, το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ και το «Grand Budapest Hotel» του Γουές Άντερσον - είναι στ’ αλήθεια Αμερικανός αυτός; - γυρίστηκαν στην Ευρώπη. Είναι όλες τους ταινίες με ψυχή ή κάποια πολύ δυνατή κινηματογραφική πρόκληση, ερωτικές σχέσεις στις οποίες πέρασα υπέροχα και με σημάδεψαν καλλιτεχνικά. Πίσω τους υπήρχε πάντα κάποιος πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, μια ζωντανή ιστορία που ξέφευγε από τα στενά κινηματογραφικά όρια.
Αυτή η σχέση σκηνής και παρασκηνίου, αληθινής ζωής και τέχνης είναι κάτι που σας απασχολεί και ως σκηνοθέτη, όπως βλέπουμε στο «Τουρνέ στο Παρίσι» και φυσικά στην «Barbara».
Μου αρέσει να κινηματογραφώ ανθρώπους που δουλεύουν, κυρίως ανθρώπους της show biz. Λατρεύω τους μουσικούς και τρέφω μεγάλο σεβασμό γι’ αυτούς. Για την ακρίβειά τους, την προσήλωσή τους, την ενεργητικότητά τους… Μπορούν να είναι ταυτόχρονα αυθόρμητοι και εξαντλητικά προετοιμασμένοι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους ηθοποιούς. Και τότε, πάνω στη σκηνή, συμβαίνει κάτι μαγικό. Η μουσική αποκτά ψυχή και μιλάει κατευθείαν στην καρδιά σου. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σπουδαία κινηματογραφική ερμηνεία, όπως της Ζαν Μπαλιμπάρ.
Γύρισα υλικό πολλών ωρών με την Ζαν, η οποία έπαιζε πιάνο, τραγουδούσε και κάποια μαγική στιγμή μεταμορφωνόταν όχι στην Μπαρμπαρά , αλλά στην Μπριζίτ. Την ηθοποιό η οποία προετοιμαζόταν να υποδυθεί την Μπαρμπαρά. Ήταν κάτι το εκπληκτικό και η Ζαν το γεννούσε εκείνη τη στιγμή. Δεν είχε δουλέψει πάνω στη ζωή της Μπαρμπαρά, γιατί δεν το χρειαζόταν και γιατί ήξερε πως θα το έκανα εγώ. Δούλεψε αμέτρητες ώρες πάνω στη μουσική της και μέσα απ’ αυτήν έγινε το τέλειο αντίγραφό της, αυτό που η Μπαρμπαρά έχει αφήσει πίσω της ως μύθο και ως ζωντανή κληρονομιά.