Κριτική

Ξενοδοχείο Grand Budapest

Από -

Ο αινιγματικός κ. Μουσταφά αφηγείται σε ένα νεαρό συγγραφέα την ιστορία του και το πώς ξεκίνησε να δουλεύει στην περίοδο του Μεσοπολέμου ως bell boy στο πολυτελές αλπικό ξενοδοχείο «Grand Budapest», του οποίου είναι τώρα ιδιοκτήτης. Η ευρωπαϊκή ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα αναβιώνει μέσα από μια ντελικάτη, παραμυθένια σάτιρα που ξαναδιαβάζει τον Στέφαν Τσβάιχ με σουρεαλιστική διάθεση. Αργυρή Άρκτος Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

'Ενας από τους διασημότερους λογοτέχνες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός Στέφαν Τσβάιχ («Αμόκ», «Το γράμμα μιας άγνωστης», «Σκακιστική νουβέλα») αντιπροσώπευε με το μετα-ρομαντικό πνεύμα του, τα ουμανιστικά πιστεύω του και τον απέριττο, αν και συχνά μελοδραματικό τρόπο γραψίματός του μιαν Ευρώπη, η οποία ετοιμαζόταν ν’ αλλάξει δραματικά, πατώντας και με τα δυο της πόδια στον 20ό αιώνα. Προερχόμενος από ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν, ο Τεξανός σκηνοθέτης Γουές Άντερσον («Οικογένεια Τενενμπάουμ», «Ο Έρωτας του Φεγγαριού») τον συναντά σε ένα παράξενο ταξίδι στις Άλπεις της δεκαετίας του ’30, αντλώντας από το έργο του γερμανόφωνου συγγραφέα την έμπνευση για το «Ξενοδοχείο Grand Budapest».
Σ’ αυτό το πολυτελές κατάλυμα, ο αινιγματικός ιδιοκτήτης του κ. Μουσταφά αφηγείται σε έναν συγγραφέα την ιστορία του και το πώς ξεκίνησε να δουλεύει εκεί ως bell boy κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Νεαρότατος Ινδός μετανάστης στη Δημοκρατία της Ζουμπρόφσκα, μεθοδικός κι αθόρυβος, ο Ζίρο Μουσταφά δεν άργησε να γίνει ο έμπιστος βοηθός του Γκουστάβ Η., του απαιτητικού, μπον βιβέρ, αλαζόνα, extra cool και απίστευτα εύγλωττου υπεύθυνου υποδοχής του ξενοδοχείου. Κι ενώ οι πολιτικοκοινωνικές αλλαγές γύρω τους είναι καταιγιστικές, ο Ζίρο και ο κ. Γκουστάβ θα βρεθούν μπλεγμένοι σε μια επικίνδυνη σκευωρία, η οποία περιλαμβάνει μια γιγαντιαία κληρονομιά, έναν σπανιότατο πίνακα, μερικούς βίαιους θανάτους και τελικά τον εγκλεισμό του Γκουστάβ Η. στη φυλακή για φόνο εκ προμελέτης.

Ο Στέφαν Τσβάιχ προμηθεύει το σκηνικό και τη μελαγχολική αύρα της περιόδου, ενώ οι κομψές προπολεμικές κομεντί του κλασικού Χόλιγουντ (από αυτές του Ερνστ Λιούμπιτς και του Φρανκ Κάπρα ως εκείνες του Χάουαρντ Χοκς και του Λίο ΜακΚάρεϊ) δίνουν τον κινηματογραφικό τόνο σε μια ντελικάτη, παραμυθένια σάτιρα που αναβιώνει μια προ πολλού χαμένη εποχή, για να την αποχαιρετήσει συγκινητικά. Πρωταγωνιστές της είναι μια πινακοθήκη εξαιρετικά εκκεντρικών χαρακτήρων (ερμηνευμένων από 15 πρωτοκλασάτους σταρ), οι δυσλειτουργικές σχέσεις των οποίων στριμώχνονται σε γεωμετρικά συμμετρικά πλάνα, με το «ακανόνιστο» χιούμορ να εντείνει την αίσθηση της πικάντικης παραξενιάς.
Ο γνωστός και αγαπητός μας Γουές Άντερσον είναι εδώ, ανακατεύοντας δεξιοτεχνικά εποχές (πάντα του άρεσαν οι μοντέρνοι αναχρονισμοί), παστέλ χρώματα, λογοτεχνικές και σινεφίλ αναφορές, σχολιάζοντας ταυτόχρονα μια ήπειρο που κουβαλά την ιστορία της σαν πολιτιστικό θησαυρό –όλα περιστρέφονται γύρω από έναν πίνακα ζωγραφικής– αλλά και σαν ιδεολογικό βαρίδι. Το υπερβολικά ελαφρύ ύφος κρατά μεγάλο μέρος της αλληγορίας σε ένα πρώτο και ευανάγνωστο (μερικοί θα πουν ρηχό) επίπεδο, ο σπιρτόζος ρομαντισμός του Άντερσον, όμως, είναι πάντα καλοδεχούμενος και συγκινητικός, ενώ η αφηγηματική επιδεξιότητά του τού χάρισε την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Μ. Βρετανία, Γερμανία. 2014. Διάρκεια: 99΄. Διανομή: ODEON.

banner

Σχετικά Θέματα