
Ο ρόλος σας στο «Όταν Τελειώσει ο Έρωτας» του Γιοακίμ Λαφός θυμίζει πολύ εκείνον που είχατε στο «Παρελθόν» του Ασγκάρ Φαραντί.
Πρόκειται πραγματικά για δυο παρόμοιους ρόλους, με το ίδιο όνομα μάλιστα, σε δυο οικογενειακά δράματα και γι’ αυτό δίστασα αρχικά να δεχτώ. Διαπίστωσα, όμως, πως τελικά έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικούς χαρακτήρες, καθώς η Μαρί του «…Έρωτα» είναι θυμωμένη, καταπιεσμένη και επιθετική, ενώ εκείνη του «Παρελθόντος» πολύ πιο εσωστρεφής και λιγομίλητη. Η αντιμετώπιση των δυο σκηνοθετών είναι επίσης διαφορετική. Ο Λαφός είναι ένας σκληρός ρεαλιστής και ο Φαραντί ένας κομψός στιλίστας, οπότε το τελικό ερμηνευτικό αποτέλεσμα είναι εμφανώς διαφορετικό.
Ποιος ήταν ο λόγος που δεχτήκατε ένα δεύτερο ρόλο στα «Όνειρα Γλυκά» του Μάρκο Μπελόκιο;
Έχω μεγάλη αγάπη για το ιταλικό σινεμά, μιας και μικρή έβλεπα μαζί με τον πατέρα μου ταινίες του Ρίζι, του Σκόλα, του Ντε Σίκα… Μ’ αρέσει η ζεστασιά και το χιούμορ του ιταλικού κινηματογράφου, η απλότητά του και το πόσο ευαίσθητος είναι κοινωνικά. Όταν ο Μπελόκιο μου πρότεινε το ρόλο κολακεύτηκα, γιατί ήθελα να νιώσω κι εγώ κομμάτι αυτής της κινηματογραφικής λάμψης.
Πόσο κοσμοπολίτισσα νιώθετε ως ηθοποιός;
Ίσως επειδή είμαι από την Αργεντινή, αν και ήρθα πολύ μικρή στη Γαλλία, δεν είναι εύκολο για τους σκηνοθέτες να με τυποποιήσουν στο μυαλό τους. Αυτό μου δίνει πολλές δυνατότητες και δεν φοβάμαι να δοκιμάσω σε μια ιταλική ή γερμανική ταινία, ακόμα κι αν δεν ξέρω καλά ή καθόλου τη γλώσσα. Από την άλλη, μετά το «The Artist» ήρθαν αρκετές προσφορές από το Χόλιγουντ, αλλά αυτές οι υπερηρωικές περιπέτειες δεν είναι για μένα. Υπήρχαν φυσικά και ρόλοι τους οποίους κυνήγησα, αλλά δεν πήρα…

Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας όταν επιλέγετε ένα ρόλο;
Πρώτα έρχεται ο σκηνοθέτης και κατά πόσο έχει ένα γερό κινηματογραφικό όραμα. Ακόμα κι αν είναι πρωτοεμφανιζόμενος, σημασία έχει η πίστη και η αφοσίωσή του σ’ αυτό που θέλει να κάνει. Μετά έρχεται το σενάριο. Όπως στην περίπτωση του «Three Peaks» του Ζαν Ζαμπέιγ που θα ξεκινήσει άμεσα γυρίσματα. Ο ατζέντης μου απέρριψε το ρόλο γιατί ήταν στα γερμανικά, αλλά του έδωσα μια δεύτερη ευκαιρία, διάβασα το σενάριο και ενθουσιάστηκα. Είπα λοιπόν πως θα το κάνω, ακόμα κι αν δεν μιλάω τη γλώσσα.
Είναι πιο απελευθερωτικός, πιο διασκεδαστικός ένας δεύτερος ρόλος;
Που και που ναι. Οι κινηματογραφικές συγκινήσεις δεν είναι συνυφασμένες με την ποσότητα. Είναι ενδιαφέρουσα πρόκληση να χρωματίσεις κάτι με λίγα υλικά…
Στο σύγχρονο γαλλικό σινεμά βρίσκετε αρκετές ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προκλήσεις; Η κυριαρχία των κωμωδιών μοιάζει ισοπεδωτική.
Οι κωμωδίες είναι πολύ εμπορικές αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, το ίδιο οι κόμικς περιπέτειες στις ΗΠΑ. Οι ερωτικές ιστορίες και τα κοινωνικά δράματα περνούν δύσκολες στιγμές, αλλά οι πιθανότητες να πέσεις πάνω σε ένα καλό φιλμ και έναν εξίσου ιντριγκαδόρικο ρόλο είναι πάντα οι ίδιες.
Στο Χόλιγουντ οι συνάδελφοί σας τονίζουν σε κάθε ευκαιρία πως υπάρχει διαφορετική μεταχείριση ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες ηθοποιούς. Ισχύει κάτι ανάλογο και στην Ευρώπη;
Η κατάσταση είναι η ίδια. Πρόκειται για ένα μεγάλο πρόβλημα το οποίο βρίσκω διαρκώς μπροστά μου. Πουθενά όμως οι γυναίκες δεν πληρώνονται ισότιμα με τους άντρες. Δεν νιώθω άνετα που το λέω, αλλά παρά την οσκαρική υποψηφιότητα, το Σεζάρ και το βραβείο στις Κάνες, πληρώνομαι λιγότερο από έναν άντρα συνάδελφό μου που έχει κάνει τρεις – τέσσερις ταινίες. Μόνο από τον Μισέλ (σ.σ. Χαζαναβίσιους, τον σύζυγό της και σκηνοθέτη του «The Artist») απαιτώ και κερδίζω ίση μεταχείριση…
Πάντως, όσο κι αν στο χώρο μας αυτό είναι ένα πρόβλημα, νιώθω προνομιούχος σε σχέση με σχεδόν όλο τον υπόλοιπο κόσμο που αγωνίζεται σκληρά για ένα μεροκάματο ή δεν βρίσκει δουλειά.
Πως διορθώνεται αυτό;
Δεν ξέρω… Ίσως εκπαιδεύοντας καλύτερα τα παιδιά μας, γιατί σίγουρα κάτι δεν έχουμε κάνει καλά…