Θέμα

Να γιατί ο Ασγκάρ Φαραντί είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει σήμερα το ιρανικό σινεμά...

Από -

O βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης της ταινίας «Ένας Χωρισμός» παρου­σιάζει τον «Εμποράκο», ένα πολυεπίπεδο δράμα εμπνευσμένο από το κορυφαίο θεατρικό έργο του Άρθουρ Μίλερ. Είναι τελικά ο Ασγκάρ Φαραντί ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει το ιρανικό σινεμά σήμερα;

Από την πρεμιέρα του «Τι Απέγινε η Έλι» στην Μπερλινάλε το 2009 το φεστιβαλικό κύκλωμα συνειδητοποίησε ότι ένας ταλαντούχος δημιουργός έρχεται να συνεχίσει τη σπουδαία παράδοση του ιρανικού σινεμά. Ήδη από την πρώτη­ γνωριμία μαζί του το ευρωπαϊκό κοινό κατάλαβε ότι ο Ασγκάρ Φαραντί αποτελεί μια ξεχωριστή κινηματογραφική περίπτωση. Και αυτό για­τί δεν έμοιαζε με κανέναν από τους γνωστούς συμπατριώτες του. Ο Αμπάς Κιαροστάμι, ο άνθρωπος που ουσιαστικά έβαλε το Ιράν στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα στη μετα-Χομεϊνί εποχή και κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα με τη «Γεύση του Κερασιού» (1997), ακολούθησε ένα προσωπικό στιλ το οποίο χρησιμοποιούσε την ποιητική αλληγορία (εγγυημένη μέθοδος για να αποφύγει κάποιος τους ανυποψίαστους λογοκριτές) και τη μεγάλη φιλοσοφική παράδοση της ασιατικής χώρας με την τεράστια Ιστορία.

Από την άλλη, ο Τζαφάρ Παναχί –ο έτερος αναγνωρισμένος εκπρόσωπος του ιρανικού κινηματογράφου– παρουσίασε ένα ευθέως καταγγελτικό σινεμά απέναντι στο θεοκρατούμενο καθεστώς της Τεχεράνης σε ενδιαφέρουσες δραματικές («Ο Κύκλος») και πιο ανάλαφρες εκδοχές («Offside»). Ο Φαραντί όμως δεν ακολούθησε το δρόμο κανενός. Όπως οφείλει να κάνει κάθε auteur που σέβεται τον εαυτό του, άνοιξε το δικό του αχαρτογράφητο κινηματογραφικό μονοπάτι.

Υπάρχει άραγε υπαρξιακό μελόδραμα;

Ο Ασγκάρ Φαραντί μοιάζει να ψάχνει ασταμάτητα το ηθικό βάρος των ανθρώπινων πράξεων, θέλοντας να παγιδεύσει τους πρωταγωνιστές του στις αναπόφευκτες αντιφάσεις που προκύπτουν από αυτό. Αφορμή είναι πάντα ένα συμβάν. Ένα ατύχημα, μια εξαφάνιση, μια επίθεση... Η απομάκρυνση των ηρώων από τον κομφορμισμό της κανονικότητας προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις. Πάντα το κράτος και η εκτελεστική/δικαστική εξουσία είναι είτε απόντα είτε κρατούν τον ρόλο απλού θεατή. Και αυτό για­τί ο Φαραντί θέλει να φέρει τους πρωταγωνιστές αντιμέτωπους με τις πράξεις τους χωρίς την πολυτέλεια και τα ελαφρυντικά της διαμεσολάβησης.

Εδώ ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σε μερικά ευρηματικά υπαρξιακά man to man από τα οποία κανένας δεν μπορεί να βγει κερδισμένος. Εξάλλου, όπως μας δίδαξε και ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, στα κρίσιμα ηθικά διλήμματα δεν υπάρχει απόλυτα σωστό ή λάθος. Κάθε ήρωας του Ιρανού που προσπαθεί με τις πράξεις του να αποδώσει δικαιοσύνη τελικά βρίσκεται να κυνηγάει... χίμαιρες. Όλα τα παραπάνω φανερώνονται, βέβαια, υπό το πρίσμα μιας οξείας­ κοινωνικής ματιάς. Το γαϊτανάκι­ εξουσίας στις ταινίες του 45χρονου σκηνοθέτη γυρίζει γύρω από τις ταξικές, φυλετικές (καυτό ζήτημα­ στο Ιράν), πολιτισμικές, θρησκευτικές κι ένα σωρό άλλες διαφορές. Όσο για το σκηνοθετικό του στιλ, ο Φαραντί δεν φοβάται να εκτεθεί στο μελόδραμα. Οι ήρωές του κλαίνε, χτυπιούνται, βουτάνε με τα μούτρα στο δράμα και καταρρέουν με τον πλέον εμφαντικό τρόπο.

Η αφήγηση των ταινιών του τρέχει νεράκι, με μοντάζ-χειροτεχνία και ντεκουπάρισμα ακρίβειας χιλιοστού. Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε ο πρώτος Ιρανός σκηνοθέτης που τιμήθηκε με Όσκαρ για το κορυφαίο «Ένας Χωρισμός» του. Το σινεμά του Φαραντί είναι οικουμενικό και απόλυτα προσιτό στο δυτικό κοινό καθώς αγγίζει πανανθρώπινα ζητήματα. Πέρα από την προσωπική καταξίωση, το οσκαρικό­ του κατόρθωμα άνοιξε το δρόμο σε νέους σκηνοθέτες που ακολούθησαν είτε τη δική του μελοδραματική φόρμα (όπως η «Μελβούρνη» του Νιμά Τζαβιντί) είτε άλλες μεταμοντέρνες προσεγγίσεις (όπως αυτή του πειραγμένου φιλμ τρόμου «Στη Σκιά του Φόβου» του –κατοίκου Βρετανίας πλέον– Μπαμπάκ Ανβάρι) να ταξιδέψουν έξω από τα ιρανικά σύνορα.

«Εμποράκος» αλά ιρανικά

Ο Ασγκάρ Φαραντί με τους πρωταγωνιστές της ταινίας του Σαχάμπ Χοσεϊνί και Ταρανέχ Αλιντοστί
Ο Ασγκάρ Φαραντί με τους πρωταγωνιστές της ταινίας του Σαχάμπ Χοσεϊνί και Ταρανέχ Αλιντοστί

Τώρα ο Ασγκάρ Φαραντί κάνει άλλο ένα παράτολμο βήμα στην καριέρα του. Χρησιμοποιεί ένα διάσημο δυτικό έργο, τον «Θάνατο του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, για να μιλήσει για τη βία, τα όρια μεταξύ αναπαράστασης και πραγματικότητας, την έννοια της εκδίκησης, τη θέση της γυναίκας αλλά και την (υπαρξιακή) συντριβή ενός μικροαστού. Από τη μία υπάρχει το ανέβασμα του έργου από έναν ιρανικό θίασο στον οποίο συμμετέχουν οι δύο πρωταγωνιστές. Από την άλλη η Ράνα δέχεται μια μυστηριώδη επίθεση, η οποία διαταράσσει τη σχέση της με τον Εμάντ. Και οι δύο ανήκουν στην ιντελιγκέντσια της ιρανικής κοινωνίας. Μορφωμένοι μικροαστοί που τα βγάζουν πέρα χωρίς μεγαλεία ή δυσκολίες.

Και πάλι σε ταινία του Φαραντί η δια­χείριση ενός γεγονότος γίνεται η αφορμή να έρθουν οι ήρωες αντιμέτωποι με τον πραγματικό τους εαυτό. Είναι λογικό –όπως συμβαίνει και στον Γουίλι Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου»– να βλέπουν κάθε ψευδαίσθηση και αυταπάτη­ που κουβαλούν να εξατμίζεται. «Μερικές φορές είμαστε πεπεισμένοι ότι μια βίαιη πράξη που πρόκειται να κάνουμε είναι δικαιολογημένη», είχε πει ο Ασγκάρ Φαραντί σε μια συνέντευξη που έδωσε στην πρεμιέρα της ταινίας στις Κάνες. Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί πόσο δικαιολογημένη μπορεί να είναι μια πράξη βίας;

Σχετικά Θέματα