Η μεγάλη κινηματογραφική γιορτή της συμπρωτεύουσας συμπλήρωσε φέτος 57 χρόνια και γύρισε σελίδα αντικρίζοντας το μέλλον με καινούργια προοπτική. Η όποια αλλαγή προφίλ όμως ξεκίνησε προσεκτικά, με μικρά κι ευχόμαστε στερεά βήματα.

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Πώς και γιατί, άλλωστε; Με προϋπολογισμό που έχει συρρικνωθεί κατά 70% σε σχέση με τις «ένδοξες» ημέρες της προηγούμενης δεκαετίας δεν είναι εύκολο και με ένα φεστιβαλικό στάτους, το οποίο το έχει καθιερώσει ως σημείο αναφοράς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δεν είναι απολύτως αναγκαίο. Και όπως ο ίδιος ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Ορέστης Ανδρεαδάκης έχει δηλώσει: «Προσθέσαμε απλώς κάποιες πινελιές τις οποίες υπαγορεύουν η εποχή και οι συνθήκες».

Έτσι για τον επισκέπτη της φετινής διοργάνωσης σχεδόν όλα είναι οικεία, εκτός από κάποιες σημειολογικές λεπτομέρειες. όπως η μοντέρνας αισθητικής αφίσα, η εξίσου λιτή, αλλά πιο παιχνιδιάρικη και λιγότερο μίζερη τελετή έναρξης ή κάποια καινούργια τμήματα του προγράμματος που δείχνουν σινεφίλ εξωστρέφεια (Round Midnight). Η επιλογή των ταινιών ποτέ δεν ήταν πρόβλημα για το φεστιβάλ. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το διεθνές αλλά και το εσωτερικό τοπίο (ο υγιής ανταγωνισμός με τις αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας), οι περισσότερες επιλογές γίνονται με τρόπο που δεν μπορεί να τον αλλάξει ουσιαστικά ένας καινούργιος διευθυντής προγράμματος.

Τα πραγματικά προβλήματα του φεστιβάλ βρίσκονται αλλού και συγκεκριμένα στη σχέση του με την πόλη και το ελληνικό σινεμά. Ο δήμος βοηθά στα λόγια, αλλά όχι εξίσου θερμά στα έργα. Για παράδειγμα, αφίσες και μπάνερ της διοργάνωσης δεν υπάρχουν σχεδόν πουθενά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που σε άλλες περιπτώσεις –από το Λοκάρνο στο Σαράγιεβο– μεταμορφώνουν ολόκληρη την πόλη σε ενεργό, γιορτινό φεστιβαλικό συμμέτοχο. Αντίθετα, η συγκινητική προβολή του ντοκιμαντέρ «90 Χρόνια ΠΑΟΚ - Νοσταλγώντας το Μέλλον» του πρόσφατα χαμένου Νίκου Τριανταφυλλίδη ήταν μια ανάλογη ευκαιρία την οποία το φεστιβάλ δεν άφησε να πάει χαμένη.

Η ελληνική σινε-παρουσία είχε υποβαθμιστεί εδώ στον Βορρά τα τελευταία χρόνια, με το γκελ των εγχώριων ταινιών διαρκώς να αδυνατίζει και τις Νύχτες Πρεμιέρας να «κλέβουν» ολοένα και περισσότερες πρώτες προβολές. Η καθιέρωση του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου βοήθησε στο να συναντηθούν εδώ για πρώτη φορά με το κοινό 13 νέες ελληνικές ταινίες, ενώ άλλες 11 αποτελούν το τμήμα Μια Δεύτερη Ματιά και τέσσερις ξένες παραγωγές τους Έλληνες της Διασποράς. Έχοντας έτσι μια εικόνα σχεδόν του συνόλου της κινηματογραφικής μας παραγωγής για τη σεζόν, διαπιστώνεις πως η περσινή ύφεση συνεχίζεται σε όλους τους τομείς. Πριν απ’ όλα, δεν υπάρχει καμία φεστιβαλική ταινία με εμπορική προοπτική, αφού το αστυνομικό θρίλερ του Σωτήρη Τσαφούλια «Έτερος Εγώ» θυμίζει περισσότερο Φώσκολο και καθόλου «Seven» (όπως θα ήθελε) και το ελληνο-τουρκο-αγγλόφωνο δράμα χαρακτήρων «Μια Ιστορία της Πόλης» της Φωτεινής Σισκοπούλου είναι καρτποσταλικό, κοινότοπο κι εγκληματικά μεγάλο σε διάρκεια (177 λεπτά).

Τα θέματα που κυριαρχούν στις ταινίες με πιο φρέσκο βλέμμα είναι οι σύγχρονες ερωτικές σχέσεις και η Ελλάδα της κρίσης. Την τελευταία «φωτογραφίζουν» με έντονο, πειστικό ρεαλισμό τόσο η Σοφία Εξάρχου στο «Park» όσο και ο Γιάννης Σακαρίδης στην «Πλατεία Αμερικής», συμμετέχουν αμφότερα στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα, δεν μπορούν όμως να βρουν μια στιβαρή, το ίδιο ενδιαφέρουσα μυθοπλασία, ικανή να τις μετατρέψει σε μεστά κινηματογραφικά δράματα. Το «Άφτερλωβ» (η τρίτη ελληνική παρουσία στο Διεθνές Διαγωνιστικό) του πολλά υποσχόμενου Στέργιου Πάσχου και το «Όντως Φιλιούνται;» του Γιάννη Κορρέ μοιράζονται όχι μόνο την πρωταγωνίστρια Ηρώ Μπέζου αλλά και μια παρόμοια, σπιρτόζικη κι έξυπνα αποστασιοποιημένη ματιά στα «προβλήματα» ενός νεαρού ζευγαριού.

Αλλά όλες οι ιδέες δεν αποδίδουν, το λεκτικό show off περισσεύει και όλα μοιάζουν με αν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι της στιγμής. Όσοι επιμένουν σε ένα φορμαλιστικό σινεμά, πάλι, από το τολμηρό, αλλά υπερβολικά εσωστρεφές «Νήμα» του Αλέξανδρου Βούλγαρη και το μπαρόκ «Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη» του Κώστα Ζάππα μέχρι την –ενδιαφέρουσα όσο δεν μιλάει κάποιος– κόπια του Μπέλα Ταρ «Κοινός Τόπος» της Πέννυς Μπούσκα, απευθύνονται μόνο σε κριτικούς και φανατικούς σινεφίλ, οι οποίοι εύκολα προσπερνούν το αφελές «Ξα μου» της Κλειώς Φανουράκη και τα κυπριακά «Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής» του Πανίκκου Χρυσάνθου και «Το Αγόρι στη Γέφυρα» του Πέτρου Χαραλάμπους.
Οι υπόλοιπες ταινίες του διεθνούς πανοράματος κρύβουν πολλές εκπλήξεις, απρόοπτες συναντήσεις και δυναμικές καινούργιες προτάσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε στο επόμενο τεύχος, μαζί με το σχολιασμό των κυριακάτικων βραβείων και τη συνολική αποτίμηση της όλης διοργάνωσης.