Ξεκινώντας από την ανάλυση της διαχρονικής αξίας του μυθιστορήματος του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ και φτάνοντας μέχρι τις λεπτομέρειες της πανάκριβης παραγωγής του Μπαζ Λούρμαν, φτιάχνουμε το χρονολόγιο του σκεπτόμενου blockbuster, που αναμένεται να σπάσει ταμεία.

Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ κλείνει με μια πρόταση που έμεινε στην Ιστορία ως άτυπος ορισμός της ευλογίας και της κατάρας που ονομάζεται νοσταλγία: «Έτσι χτυπιόμαστε πάντα, βάρκες κόντρα στο ρεύμα, που αδιάκοπα μας ρίχνει στο παρελθόν». Εξάλλου, ο ίδιος ο «Υπέροχος Γκάτσμπι» ήταν ένα από τα θύματα του εφήμερου, με τη λογοτεχνική του αξία να αναγνωρίζεται μετά το θάνατο του συγγραφέα, καθώς εκείνος θεωρούσε πάντα το έργο του εμπορική αποτυχία. Όμως, όπως μας διδάσκει η ιστορία του Τζέι Γκάτσμπι, υπάρχουν πράγματα στη ζωή που δεν μπορούν να μετρηθούν με το χρήμα.
Έχοντας μετακομίσει μετά τη γέννηση της κόρης του Σκότι στο ευημερούν νησί-προάστιο του Λονγκ Άιλαντ, ο Φιτζέραλντ βίωσε από πρώτο χέρι την ελαφρομυαλιά των αρχών της δεκαετίας του ’20 σε μια κοχλάζουσα Νέα Υόρκη. Ο Αμερικανός συγγραφέας, όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες-στοχαστές, κατάφερε να διακρίνει τη χρεοκοπία –ηθική, πολιτιστική, ανθρωπιστική– μέσα από τη γλυκιά, πυκνή αντάρα της ευδαιμονίας και θέλησε να γράψει γι’ αυτήν. Το 1924 μετακομίζει στη γαλλική Ριβιέρα παίρνοντας τις απαιτούμενες αποστάσεις από την παραμορφωτική νεοϋορκέζικη ευμάρεια και ξεκινά να γράφει τον «Υπέροχο Γκάτσμπι». Ο Φιτζέραλντ δεν έμεινε μονάχα στην περιγραφή μιας κούφιας εποχής και της θαμπάδας του αμερικανικού ονείρου, αλλά μετέτρεψε το έργο του σε μια αναζήτηση των εμμονών που καθορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, της παραμορφωτικής λειτουργίας της μνήμης, της επιρροής του φαντασιακού στην ερμηνεία της τραυματικής πραγματικότητας, την ορμή των θυελλωδών εσωτερικών δυνάμεων που λέγονται νοσταλγία, πάθος και αγάπη…
Σε ένα κουπέ
του Υπερσιβηρικού
Μετά το «Moulin Rouge!» ο Αυστραλός σκηνοθέτης Μπαζ Λούρμαν έψαχνε τρόπους να αποφορτιστεί και να βρει τα επόμενα σκηνοθετικά του βήματα. Το 2004 επέλεξε να ταξιδέψει μόνος του με τον Υπερσιβηρικό, παίρνοντας μαζί του δύο ηχητικά βιβλία, ένα εκ των οποίων ήταν ο «Υπέροχος Γκάτσμπι». Το κλασικό αμερικανικό μυθιστόρημα έφερε στο μυαλό του στιλίστα σκηνοθέτη φανταχτερές εικόνες από την οργιώδη Νέα Υόρκη του ’20, τις ζωηρές τζαζ μελωδίες του Τζορτζ Γκέρσουιν και τη δυνατότητα για μια ήπια κριτική απέναντι στο λογιστικό πλούτο των αλαζονικών golden boys. Η ιδέα για την πέμπτη και πλέον φιλόδοξη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο είχε πλέον καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό του Λούρμαν. Όπως εξομολογήθηκε αργότερα, πίστεψε «ότι ο Φιτζέραλντ είχε διαισθανθεί τη ρωγμή στο ηθικό γίγνεσθαι του ’20… Είχε διαβλέψει ότι η άνοδος δεν μπορούσε να διαρκέσει. Αυτό θυμίζει αρκετά την παγκόσμια κρίση του 2008. Νομίζω ότι αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ήθελα να γυρίσω την ταινία αυτήν την εποχή». Λίγα χρόνια αργότερα ο Λούρμαν μαθαίνει ότι οι δύο έμπειροι παραγωγοί Ντάγκλας Γουίκ και Λούσι Φίσερ προσπαθούσαν να αποκτήσουν τα δικαιώματα του βιβλίου και να ξεκινήσουν άμεσα τα γυρίσματα του «Υπέροχου Γκάτσμπι». Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, πηγαίνει να τους βρει – και η καλλιτεχνική παντρειά είναι πλέον ζήτημα χρόνου.

Ντι Κάπριο χωρίς
δεύτερη σκέψη
Η φιλία του Λεονάρντο ντι Κάπριο με τον Μπαζ Λούρμαν κρατά από το 1996, όταν ο Αυστραλός σκηνοθέτης τού εμπιστεύτηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της επιτυχημένης μεταμοντέρνας διασκευής του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Από την πλευρά του ο Αμερικανός εκλεκτικός ηθοποιός έδειξε κιόλας από την πρώτη στιγμή ενθουσιασμένος με την ιδέα να ερμηνεύσει έναν από τους διαχρονικούς λογοτεχνικούς ήρωες. Όπως λέει και ο ίδιος: «Για μένα ο “Υπέροχος Γκάτσμπι” είναι κάτι σαν αμερικανικός Σαίξπηρ, ένα από πιο διάσημα μυθιστορήματα όλων των εποχών». Διαθέτοντας εξαιρετικές… συστάσεις, ο Τόμπι Μαγκουάιρ ήταν τελικά αυτός που πήρε το ρόλο του αφηγητή Νικ Κάραγουεϊ. «Το ότι ο Τόμπι συμμετείχε από την αρχή στην παραγωγή ήταν πολύ ανακουφιστικό για μένα, αφού είμαστε φίλοι πολλά χρόνια», εξομολογείται ο Ντι Κάπριο, μη αφήνοντας περιθώριο αμφιβολίας για το ποιος έκανε την κουμπαριά. Αντίθετα, η Κάρεϊ Μάλιγκαν κατάφερε να αρπάξει με τη μυστηριώδη old school γοητεία της τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ντέιζι μέσα από τα χέρια διάσημων χολιγουντιανών στάρλετ ύστερα από εξαντλητικό κάστινγκ.
Στη συνέχεια, ο Μπαζ Λούρμαν παρέα με τους σταρ-πρωταγωνιστές ταξίδεψαν στα στούντιο της Fox στην Αυστραλία, όπου χτίστηκε με κάθε λεπτομέρεια μια ρεπλίκα της Νέας Υόρκης του ’20. Στα γυρίσματα της ταινίας εργάστηκαν περισσότερα από 1.100 άτομα (!), δίνοντας δικαιωματικά τον τίτλο της υπερπαραγωγής στο τρισδιάστατο επικό δράμα. Η ακρίβεια του αισθητικού αποτελέσματος φάνηκε από τις πρώτες εικόνες που κυκλοφόρησαν στο Internet, με τη σκηνογράφο και σύζυγο του Αυστραλού δημιουργού Κάθριν Μάρτιν να έχει αναβιώσει τη μεθυστική ατμόσφαιρα και το υπερβολικό περιβάλλον των ’20s. Το μόνο που απομένει να δούμε στην οθόνη είναι αν ο Μπαζ Λούρμαν κατάφερε να εκσυγχρονίσει το μυθιστόρημα με blockbuster όρους, συνδυάζοντας το χολιγουντιανό τρισδιάστατο υπερθέαμα με το αντιυλιστικό πνεύμα που διαπνέει το έργο του Φιτζέραλντ. Πάντως, το εντυπωσιακό εισπρακτικό άνοιγμα του «
Υπέροχου Γκάτσμπι» στην Αμερική με 50 εκατ. δολάρια δείχνει ότι
στο πρώτο μέρος σίγουρα τα πήγε περίφημα…
Οι τρείς Ανθρωποι του Λούρμαν

Jay-Z
Η μουσική ανέκαθεν έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του Αυστραλού σκηνοθέτη. Εδώ ο βιρτουόζος της R&B Jay-Z «ράβει» το haute couture μουσικό ένδυμα του τρισδιάστατου ερωτικού έπους. Μπάσα που σε κάνουν να φωνάξεις «Fu** yeah!»

Κάθριν Μάρτιν
Η σύζυγος του στιλίστα δημιουργού είναι αυτή που ευθύνεται για την αισθητική ακρίβεια των ταινιών του. Τα δύο Όσκαρ σκηνογραφίας που έχει κατακτήσει με το «Romeo + Juliet» (1996) και το «Moulin Rouge!» (2002) αποτελούν περίτρανη απόδειξη. Πάμε για το τρίτο τώρα…

Λεονάρντο ντι Κάπριο
Το 1996, όταν οι άλλοι έβλεπαν ένα γοητευτικό μετροσέξουαλ αγόρι, εκείνος έβλεπε έναν μεγάλο ηθοποιό. Ο Ντι Κάπριο, τώρα από θέση κορυφαίου χολιγουντιανού ρολίστα, δέχεται να πρωταγωνιστήσει στην πιο φιλόδοξη ταινία του Αυστραλού σκηνοθέτη και φίλου του.