Τα Michelin Grapes φιλοδοξούν να γίνουν για το κρασί ό,τι είναι τα αστέρια Michelin για την εστίαση. Η αρχή έγινε από τη Βουργουνδία, αλλά μαζί με τις πρώτες "ρόγες" ήρθαν και οι πρώτες ρήξεις στο οινικό σύμπαν.
Ένα, δύο ή τρία αστέρια μπορούν εδώ και δεκαετίες να αλλάξουν τη μοίρα ενός εστιατορίου. Να γεμίσουν το βιβλίο κρατήσεων για μήνες, να εκτοξεύσουν έναν σεφ στη διεθνή σκηνή ή, όταν χαθούν, να προκαλέσουν μικρούς σεισμούς στις κουζίνες της υψηλής γαστρονομίας. Τώρα η Michelin επιχειρεί να μεταφέρει κάτι από αυτή τη δύναμη και στον κόσμο του κρασιού. Μόνο που αντί για αστέρια, αυτή τη φορά μοιράζει σταφύλια.

Τα MICHELIN Grapes είναι το νέο σύστημα αξιολόγησης οινοποιείων του γαλλικού οδηγού και ακολουθούν μια γνώριμη κλίμακα: μία, δύο ή τρεις "ρόγες", με την τρίτη να αποτελεί την ανώτατη διάκριση. Η πρώτη επιλογή παρουσιάστηκε στις 7 Ιουλίου στη Ντιζόν και, μάλλον αναμενόμενα, η Michelin επέλεξε για το ντεμπούτο της τη Βουργουνδία, μία από τις πιο ιστορικές και ακριβές οινικές περιοχές του πλανήτη. Συνολικά 94 domaines μπήκαν στον νέο οδηγό: εννέα απέσπασαν τρία Grapes, 20 δύο, 33 ένα, ενώ άλλα 32 συμπεριλήφθηκαν απλώς ως "Selected".
Ανάμεσα στους πρώτους "τριάστερους" –ή μάλλον "τρίσταφυλους"– βρίσκονται ονόματα που δύσκολα χρειάζονταν τη Michelin για να συστηθούν στους φίλους του κρασιού: Domaine de la Romanée-Conti, Georges Roumier, Dugat-Py, Cécile Tremblay, Coche-Dury, Hubert Lamy και Jean-Marc & Thomas Bouley. Η μυθική Lalou Bize-Leroy κατάφερε μάλιστα κάτι μοναδικό, αφού δύο διαφορετικά κτήματά της, τα Domaine Leroy και Domaine d’Auvenay, πήραν από τρία Grapes.

Δεν βαθμολογείται ένα μπουκάλι
Εδώ βρίσκεται και μία από τις βασικές διαφορές του νέου συστήματος. Η Michelin δεν επιχειρεί να αποφανθεί αν ένα συγκεκριμένο Pinot Noir του 2022 αξίζει 95 ή 97 βαθμούς. Αξιολογεί συνολικά τον παραγωγό.
Πέντε είναι τα βασικά κριτήρια: η ποιότητα της δουλειάς στον αμπελώνα, η τεχνική αρτιότητα στην οινοποίηση, η ταυτότητα του κρασιού και η ικανότητά του να εκφράζει τον τόπο και τον παραγωγό του, η ισορροπία και, τέλος, η συνέπεια της ποιότητας μέσα σε διαφορετικές χρονιές. Οι αξιολογητές είναι επαγγελματίες του κρασιού που εργάζονται για τη Michelin –πρώην sommeliers, οινοποιοί και εξειδικευμένοι κριτικοί– και, σύμφωνα με τον οδηγό, οι αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά μέσω panel review.

Η διαβάθμιση επίσης έχει σημασία. Ένα Grape δηλώνει έναν πολύ καλό παραγωγό με κρασιά χαρακτήρα, που διακρίνονται ιδιαίτερα στις καλύτερες χρονιές. Τα δύο Grapes αναγνωρίζουν την εξαιρετική ποιότητα και τη μεγάλη συνέπεια, ενώ τα τρία δίνονται σε παραγωγούς των οποίων τα κρασιά, σύμφωνα με τη Michelin, μπορεί κανείς να προσεγγίζει με εμπιστοσύνη ανεξάρτητα από τη χρονιά.
Με άλλα λόγια, η Michelin δεν προσπαθεί απλώς να ανακαλύψει ένα καλό κρασί. Θέλει να δημιουργήσει μια ιεραρχία οινοποιών.
Χρειάζεται όμως το κρασί τη Michelin;
Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν θυμηθούμε ότι ο κόσμος του κρασιού κάθε άλλο παρά στερείται βαθμολογιών. Υπάρχουν εκατοντάδες οδηγοί, διαγωνισμοί, μετάλλια, κριτικοί και, φυσικά, η περίφημη εκατοντάβαθμη κλίμακα που ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με τον Robert Parker.

Και εδώ η ιστορία κάνει έναν ενδιαφέροντα κύκλο: το Robert Parker Wine Advocate ανήκει εξ ολοκλήρου στη Michelin από το 2019. Ο ίδιος όμιλος διαθέτει, επομένως, σήμερα δύο διαφορετικούς τρόπους να μας πει ποιο κρασί –ή ποιος παραγωγός– αξίζει την προσοχή μας.
Η δύναμη του νέου συστήματος βρίσκεται ίσως ακριβώς στην απλότητά του. Ένας μη μυημένος καταναλωτής μπορεί να χαθεί εύκολα ανάμεσα σε appellations, crus, climats, παραγωγούς και vintages. Τρία σταφύλια πάνω από το όνομα ενός domaine μεταφράζονται πολύ πιο εύκολα: "αυτό είναι εξαιρετικό". Είναι η ίδια επικοινωνιακή ιδιοφυΐα που έκανε ένα μικρό κόκκινο αστεράκι κατανοητό από το Τόκιο μέχρι τη Νέα Υόρκη.
Αλλά το κρασί είναι πιθανώς πιο δύσκολο να χωρέσει σε ένα τόσο καθαρό σύστημα. Και η πρώτη αμφισβήτηση δεν άργησε καθόλου.

"Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της"... αξιολόγησης
Λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, το Domaine Arnoux-Lachaux, στο οποίο η Michelin είχε απονείμει ένα Grape, ζήτησε να αφαιρεθεί από τον οδηγό. Ο λόγος ήταν ουσιαστικός. Το domaine υποστήριξε ότι από το 2020 έχει επιλέξει συνειδητά να μη στέλνει τα κρασιά του για κριτικές και βαθμολογήσεις και δήλωσε ότι δεν γνώριζε με ποιον τρόπο είχε καταστεί δυνατή η αξιολόγησή του βάσει των πέντε κριτηρίων της Michelin, αφού ούτε είχε δεχθεί επίσκεψη από τον οδηγό ούτε είχε υποβάλει κρασιά προς αξιολόγηση.
Η αντίδραση έφερε σχεδόν αμέσως στο προσκήνιο το σημαντικότερο ζήτημα για τη νέα διάκριση: τη διαφάνεια της διαδικασίας. Για ένα σύστημα που φιλοδοξεί να γίνει σημείο αναφοράς διεθνώς, δεν αρκεί να διαθέτει το όνομα Michelin. Θα πρέπει ο κόσμος του κρασιού να εμπιστευτεί και τον τρόπο με τον οποίο απονέμονται τα Grapes.

Και αυτό ίσως αποδειχθεί δυσκολότερο από όσο ακούγεται. Η Βουργουνδία ήταν μόνο η αρχή. Η Michelin έχει ήδη ανακοινώσει ότι το 2026 το σύστημα θα επεκταθεί και στο Μπορντό, πριν, όπως όλα δείχνουν, αρχίσει να απλώνει το βλέμμα της και σε άλλες μεγάλες οινικές περιοχές.
Το αν σε λίγα χρόνια θα λέμε για ένα domaine ότι "έχει τρία Michelin" με την ίδια φυσικότητα που το λέμε σήμερα για ένα εστιατόριο, μένει να φανεί. Η Michelin έχει με το μέρος της ένα από τα ισχυρότερα brands αξιολόγησης στον κόσμο και ένα σύστημα τόσο απλό ώστε να γίνεται αμέσως κατανοητό. Από την άλλη, το κρασί είχε πάντα μια μάλλον περίπλοκη σχέση με τους βαθμούς. Γιατί στο τέλος ένα μεγάλο κρασί είναι τόπος, χρονιά, άνθρωπος, συγκυρία – και αρκετές φορές προσωπικό γούστο.
Και όλα αυτά δύσκολα χωρούν σε τρία "σταφύλια".

