©Βαλέρια Ισάεβα
Εντυπωσιακά θερμής υποδοχής έτυχαν όλες οι -8 αρχικές συν μία έκτακτη- sold out παραστάσεις της "Τραβιάτας" του Βέρντι που προσέφερε από 18 έως και 31/7 η Εθνική Λυρική Σκηνή. Με την παραγωγή αυτή εγκαινιάσθηκε (κατόπιν του κλεισίματος του Ηρωδείου λόγω ανακαίνισης) μια νέα εποχή καλοκαιρινών παραστάσεων όπερας στις ιδανικές συνθήκες μιας κλιματιζόμενης αίθουσας.
Στην "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" του ΚΠΙΣΝ προτάθηκε εν προκειμένω -για πρώτη φορά- η παλιότερη παραγωγή του Νίκου Σ. Πετρόπουλου, 25 χρόνια μετά την αρχική παρουσίασή της στα "Ολύμπια" και 11 μετά μία πρώτη επανάληψη στην "Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη" του Μεγάρου. Η ίδια παραγωγή είχε περιοδεύσει, εξάλλου, πρόσφατα με επιτυχία σε Κίνα και Θεσσαλονίκη.
Η "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" διαθέτει τις τεχνικές προδιαγραφές για την αρτιότερη υλοποίηση της πρόθεσης του σημαντικού Έλληνα σκηνοθέτη, σκηνογράφου και ενδυματολόγου της όπερας για ιστορικά πιστή απεικόνιση της εποχής του έργου, παράγοντας που αποδείχθηκε κομβικός για την ευχαρίστηση του κοινού, πέρα από τη διαχρονική δημοφιλία του έργου.
Την αρχική παραγωγή στην οποία ο Πετρόπουλος επιμελήθηκε και των σκηνικών, κοστουμιών και φωτισμών αναβίωσε με το γνωστό επαγγελματισμό του και κάποιες νέες σκηνοθετικές υποδείξεις ο Ίων Κεσούλης.
Ανατρέχοντας στην προ 15ετίας αποτίμηση του ανεβάσματός της στο Μέγαρο, είχαμε τότε θεωρήσει ότι αυτή η παραγωγή "είχε κάνει τον κύκλο της", αν και "δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα παραδοσιακά αυτά ανεβάσματα είναι ιδανικά για μία πρώτη γνωριμία με τα έργα, καθώς και ότι εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν το ευρύ κοινό".
Μια τέτοια άποψη ίσως φαντάζει σήμερα κάπως αυστηρή, καθώς τα "βαριά" σκηνικά "κούμπωσαν" αβίαστα στη μεγάλη σκηνή, διευκολύνοντας την -μάλλον συμβατική- κίνηση μονωδών, χορωδών και μπαλέτου. Όμως, το γεγονός ότι η τελευταία πράξη έλαβε και αυτή χώρα -με κάποιες μικρές έστω προσαρμογές- εντός του τεράστιου σκηνικού χώρου άμβλυνε την οικειότητα και τον συναισθηματικό αντίκτυπό της, αμφότερα εξίσου κρίσιμα από πλευράς δραματουργίας.
Επίσης, πέρα από την επιβεβαίωση της ομορφιάς των κοστουμιών, η πρόσφατη αναβίωση υπενθύμισε και την απουσία μιας διεξοδικότερης θεατρικής διδασκαλίας (πολύ φανερή π.χ. στην πρώτη σκηνή της Β’ πράξης) και την ανέμπνευστη αλλά καλά εκτελεσμένη χορογραφία του Πέτρου Γάλλια (αναβίωση: Δήμητρα Σβήγκου). Έστω και με αυτές τις επιφυλάξεις, η υψηλής πλην vintage αισθητικής παραγωγή μπορεί σαφώς να αξιοποιηθεί (περισσότερο δε από τη μεταφορά αυτής του Κων/νου Ρήγου στο Ηρώδειο το 2019) για μελλοντικά ανεβάσματα του έργου στο ΚΠΙΣΝ, μέχρι να έλθει η ώρα κάποιας καινούργιας με πιο σύγχρονο στίγμα.

Ήταν όμως το ακρόαμα που τράβηξε περισσότερο την προσοχή και όχι τόσο σε επίπεδο μουσικής διεύθυνσης, όπου δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ιδανικότερο καθοδηγητή από τον Λουκά Καρυτινό. Η διεύθυνσή του διέθετε τον αναγκαίο παλμό, καταφέρνοντας όμως να "απεικονίσει" μουσικά με επιτυχία τις διαφορετικές ατμόσφαιρες κάθε πράξης. Αντλώντας από την Ορχήστρα της ΕΛΣ ένα παίξιμο ρευστό και συγκεντρωμένο, με καλλιεπείς συνεισφορές των ξύλινων πνευστών (Θόδ. Μαυρομμάτης, Σπ. Τζέκος), ο πολύπειρος αρχιμουσικός συντόνισε άνετα ορχηστρική τάφρο και επί σκηνής δρώμενα, μεριμνώντας ιδιαίτερα για την άρτια συνοδεία των τραγουδιστών.
Σε αυτούς της δεύτερης διανομής που παρακολουθήσαμε στην παράσταση της 26/7 (σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας) επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον. Είχαμε καιρό να απολαύσουμε στη Λυρική ένα αμιγώς ελληνικό πρωταγωνιστικό τρίο ακμαίων νέων μονωδών, που γέμισαν με νιάτα και φρεσκάδα τη μεγάλη αίθουσα, παρασύροντας και ένα απρόσμενα ενεργό κοινό, που δεν σταματούσε να τους επιδοκιμάζει θερμά όπου και όταν έπρεπε.
Το ταλέντο της Δήμητρας Κωτίδου είναι δεδομένο και η Βιολέττα της υπήρξε αποκάλυψη. Κάτοχος μιας φωνής επαρκούς όγκου και δεδομένης άνεσης στην υψηλή περιοχή, η υψίφωνος ανταποκρίθηκε χωρίς πρόβλημα στις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της Α’ πράξης, ενώ ευχαρίστησε ακόμη περισσότερο στο φινάλε με ένα τραγούδι που διέθετε τις αναγκαίες εκλεπτύνσεις σε δυναμικές και αποχρώσεις ώστε να αναδεικνύεται εκφραστικότερα η τραγική κατάληξη της ηρωίδας. Παρά τα σαφή περιθώρια βελτίωσης ως προς το φινίρισμα του τραγουδιού και τη σκηνική παρουσία, ιδού μία καλλιτέχνης, της οποίας την εξέλιξη οφείλει κανείς να παρακολουθεί.
Σαφώς εμπειρότερος, ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος διέθετε και το νεανικό φυζίκ και τη φωνητική και σκηνική ορμή, που δικαιώνουν το θυελλώδη χαρακτήρα του Αλφρέντο. Η γνωστή "πίεση" στις ψηλές νότες εντάχθηκε εν προκειμένω πιο αβίαστα στην επιτυχημένη προσωπογραφία, ενώ επιτυχημένη ήταν και η σκηνική του χημεία με την παρτεναίρ του. Ο πατέρας Ζερμόν πάλι ίσως να μην αποτελεί την εντελέστερη μουσικοδραματικά ανάθεση για τον βαρύτονο Διονύση Σούρμπη. Αν και λιγότερο "πατρικός" του δέοντος και με αμβλυμμένη προβολή των ψυχολογικών του μεταπτώσεων, ο ρόλος αποδόθηκε, πάντως, με φωνητική σταθερότητα και το γνωστό σκηνικό κύρος.
Ισορροπημένη στο σύνολό της υπήρξε και η υπόλοιπη διανομή από την οποία κρατάει κανείς την παρουσία του τενόρου Νικόλα Μαραζιώτη (Γκαστόνε), του βαρύτονου Σωτήρη Τριάντη (Μαρκήσιος του Ομπινύ) και της υψιφώνου Σοφίας Κυανίδου (Αννίνα). Άλλη μια καλή απόδοση, τέλος, σημειώθηκε για τη Χορωδία της ΕΛΣ που κινήθηκε σε υψηλά στάνταρντς από πλευράς τραγουδιού, μολονότι θα μπορούσε να έχει αξιοποιηθεί περισσότερο -και διαφορετικά- από πλευράς σκηνικής παρουσίας.

