© Tom Oldham
Σε μία από τις εμβληματικότερες φωτογραφίες της εποποιίας των Led Zeppelin, ο Robert Plant στέκεται χαμογελώντας στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου "Continental Hyatt House", αντικρίζοντας τη θρυλική Sunset Boulevard του Λος Άντζελες με τα χέρια ανοιγμένα διάπλατα. Όσοι, δε, έζησαν από κοντά το σκηνικό, τον θυμούνται να φωνάζει ότι είναι ένας χρυσός θεός.
Στον μισό αιώνα που μεσολάβησε ο ίδιος προσπάθησε ν' αμβλύνει τις εντυπώσεις, λέγοντας π.χ. ότι με το γκρουπ και τους διάσημους φίλους τους (π.χ. τον George Harrison των Beatles) έκαναν διάφορες παιδιάστικες βλακείες και ότι κάπου στο πλαίσιό τους ειπώθηκε κι αυτό. Τότε, όμως, το 1975, δεν ακούστηκε ως έκφανση αλαζονείας. Οι Led Zeppelin βρίσκονταν στο απόγειο της δόξας τους, ο φρέσκος δίσκος Physical Graffiti θα τη μεγάλωνε περισσότερο και ο Plant –ως υπερηχητικός τους τραγουδιστής, αλλά και ως στιχουργός του περίφημου "Stairway To Heaven"– έμοιαζε όντως σαν ένας θεός του ροκ εν ρολ.
Ως γνωστόν, βέβαια, οι Led Zeppelin διαλύθηκαν το 1980, λίγο μετά τον θάνατο του ντράμερ τους John Bonham. Ο θρύλος τους, όμως, έμεινε αλώβητος στη συνείδηση του κοινού, οπότε ο 32χρονος (τότε) Robert Plant θα μπορούσε, αν ήθελε, να περιοδεύει επί δεκαετίες στεφανωμένος με τις δάφνες του, γυαλίζοντας ξανά και ξανά το στάτους εκείνου του "χρυσού θεού". Επηρεασμένος ωστόσο από τον θάνατο του 5χρονου γιου του Karac (1977), που χάλασε και τις σχέσεις με τους συνοδοιπόρους του (πλην Bonham), ο Βρετανός τραγουδιστής έψαχνε για κάποιο νέο νόημα.

Βγαίνοντας λοιπόν από τους Led Zeppelin, ο Robert Plant άφησε συνειδητά πίσω του τον "χρυσό θεό" που θα επηρέαζε πολλούς μεταγενέστερους ροκ ερμηνευτές πρώτης γραμμής –από τον Geddy Lee των Rush και τον Axl Rose των Guns N' Roses, ως τον Jack White. Προσανατολίστηκε λοιπόν σ' έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, με καλύτερες ισορροπίες μεταξύ ροκ φήμης και προσωπικού χρόνου, ενώ, παράλληλα, αρνήθηκε να επαναπαυτεί στα δημιουργικά κεκτημένα, ξεκινώντας μια εξερευνητική σόλο καριέρα (1982), σε αναζήτηση καινούριων συγκινήσεων.
Αυτή η καριέρα έδωσε γρήγορα καρπούς χάρη στη μπαλάντα "Big Log" (1983), μα και στο εφήμερο σχήμα των Honeydrippers (με τον Jimmy Page, τον Jeff Beck και τον Nile Rodgers, μεταξύ άλλων), με τους οποίους διασκεύασε εξαιρετικά το "Sea Of Love", ξεπερνώντας και την ορίτζιναλ εκδοχή του Phil Phillips (1959), αλλά και τη βερσιόν με τον Del Shannon. Το πιο θεαματικό, όμως, ήταν το ότι ο Robert Plant κατάφερε να μείνει "σχετικός" δίχως να φλερτάρει με τις καταιγιστικές αλλαγές της δεκαετίας του 1990 ή με τις νέες ηχητικές ισορροπίες που διαμορφώθηκαν μεταξύ 2000-2010, καταθέτοντας ποιοτικές δουλειές σαν το Fate Of Nations (1993), το Dreamland (2002) ή το Mighty ReArranger (2005), αλλά και κάποιες τραγουδάρες με ευδιάκριτο ραδιοφωνικό προφίλ, σαν το "29 Palms" ή τη διασκευή στο "Funny In My Mind (I Believe I'm Fixin' To Die)".

Έτσι, ακόμα κι αν κατά διαστήματα λοξοδρόμησε προς το "χρυσό" του παρελθόν συμπλέοντας ξανά με τον Jimmy Page (1994, 1998), ο Plant αρνήθηκε να στηρίξει νοσταλγικές επιστροφές των Led Zeppelin και διατήρησε τη συνειδητή του πορεία προς έναν διευρυμένο ροκ ήχο δίχως "σκληρές" πτυχές, ο οποίος άνοιγε διάλογο τόσο με τα ηλεκτρονικά, όσο και με ό,τι λέμε "ρίζες". Καρπός της τελευταίας κατεύθυνσης στάθηκαν τα συζητημένα άλμπουμ Raising Sand (2007) και Raise The Roof (2021), που τον βρήκαν να συνεργάζεται με τη νεο-bluegrass ερμηνεύτρια Alison Krauss, αλλά και το περσινό Saving Grace, που, παρότι κατώτερο, εμφορείται από το ίδιο πνεύμα τραγουδοποιίας.
Το μεγαλύτερο κέρδος από την κυκλοφορία του Saving Grace, βέβαια, είναι η περιοδεία υποστήριξής του, η οποία τον φέρνει ξανά στην Ελλάδα, για μια συναυλία στον Λυκαβηττό (Πέμπτη 9/7) που συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες του φετινού καλοκαιριού –και θα νοστιμίσει πιο πολύ αν επιβεβαιωθεί ότι παίζει και το "Going To California", κάπου εκεί στο encore.
