Στο Ασημένιο Βουνό και στον Ναό του Βασιλιά: 50 χρόνια Rainbow

Καινούρια, εορταστικά box sets ξαναθέτουν σε τροχιά επικαιρότητας μια σπουδαία μπάντα από το χρυσό rock παρελθόν, θυμίζοντας όλα τα δοξασμένα τραγούδια με τα οποία στάθηκαν μεταξύ Led Zeppelin και Deep Purple, αλλά και τη δύσκολη, θυελλώδη προσωπικότητα του ηγέτη τους Ritchie Blackmore.

Rainb_fron Μισό αιώνα πριν, ο Ritchie Blackmore (δεξιά) συνάντησε τον Ronnie James Dio © Fin Costello (press)

Το καλοκαίρι του 1973 ο Ritchie Blackmore ήταν ήδη ένας από τους φτασμένους κιθαρίστες του ροκ εν ρολ και είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι, πλέον, μετά την παραίτηση των Ian Gillan και Roger Glover, θα διαφέντευε ανενόχλητος στους Deep Purple. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, αισθανόταν ακόμα πιο ξένος στο συγκρότημα που είχε συνιδρύσει. 

Όχι μόνο δεν κατόρθωσε, δηλαδή, να πείσει τον Paul Rodgers ν' αναλάβει τραγουδιστής, μα είχε απέναντί του και το δίδυμο των νεοφερμένων Glenn Hughes & David Coverdale. Οι οποίοι, αφού ξεψάρωσαν κατά τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Burn (Φεβρουάριος 1974), άρχισαν να διεκδικούν τη δημιουργική τους θέση με μουσικές ιδέες προερχόμενες από τον Stevie Wonder και τους Sly & The Family Stone, που δεν ήταν διόλου της αρεσκείας του. Παράλληλα, οι δικές του κλίσεις έδειχναν να παραγκωνίζονται: η μπαλάντα "Soldier Of Fortune" αντιμετωπίστηκε με μούτρα από τους υπόλοιπους (ειδικά από τον Hughes), ενώ η πρότασή του να διασκευάσουν το "Black Sheep Of The Family" των Quatermass απορρίφθηκε.

Rainb_01
Οι Deep Purple του 1974: μια διόλου ευτυχισμένη "οικογένεια"

Το ρήγμα ενισχύθηκε από τις απογοητευτικές εντυπώσεις που άφησε το άλμπουμ Stormbringer (Νοέμβριος 1974). Αλλά μια νέα περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες πάγωσε τις περαιτέρω συζητήσεις για το ύφος της μπάντας, αποκαλύπτοντας στον Blackmore το φωνητικό ταλέντο του Ronnie James Dio, ο οποίος συνόδευσε την τουρνέ με το δικό του συγκρότημα, τους Elf. Τον Δεκέμβρη, λοιπόν, του πρότεινε να ηχογραφήσουν παρέα το "Black Sheep Of The Family". Kαι τα πράγματα πήγαν τόσο καλά, ώστε εξέφρασε την επιθυμία να φτιάξουν κι ολόκληρο δίσκο μαζί. 

"Stargazer": Η εποποιία του Ronnie James Dio (1975-1978)

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι, παρά την κρίση στους Deep Purple, ο Blackmore δεν σκεφτόταν την αποχώρηση: απεναντίας όλα δείχνουν ότι αποσκοπούσε σ' ένα σόλο εγχείρημα, με το οποίο θα ξέσκαγε για λίγο, προτού ξανασυμπράξει με τους υπόλοιπους. Μάλιστα, έτσι φαίνεται ότι πίστευαν κι εκείνοι. Όμως, με το που ξεκίνησε η δημιουργική διαδικασία με τον Dio, έγινε ξεκάθαρο ότι δεν θα γύρναγε πίσω. Απλά περίμενε την ολοκλήρωση των κλεισμένων συναυλιακών υποχρεώσεων (Απρίλιος 1975), προτού ανακοινώσει την ίδρυση των Rainbow –με το όνομα να απηχεί το "Rainbow Bar and Grill" του Χόλιγουντ, που υπήρξε αγαπημένο του στέκι στα χρόνια στα οποία έζησε στην Καλιφόρνια. "Δεν το είδα να 'ρχεται, ήταν αρκετά σοκαριστικό", θα παραδεχόταν αργότερα ο Glenn Hughes. 

Rainb_02
Το ντεμπούτο Ritchie Blackmore's Rainbow περιείχε το διάσημο τραγούδι "Temple Of The King"

To ντεμπούτο Ritchie Blackmore's Rainbow [Oyster/Polydor, Αύγουστος 1975] εξέφραζε ήδη από τον τίτλο τη στέψη του Βρετανού κιθαρίστα σε απόλυτο μονάρχη της Rainbow επικράτειας, ενώ μέσω του καστροπαραμυθένιου εξωφύλλου δήλωνε τη θέλησή του να εξερευνήσει πράγματα που σε συνεντεύξεις χαρακτήριζε συχνά ως "medieval stuff". Επί της ουσίας, πάντως, δεν εννοούσε μουσικές από τον Μεσαίωνα ή/και την αγγλική Αναγέννηση, μα κυρίως συνθέτες της μπαρόκ εποχής, τους οποίους κι άρχισε ν' ακούει μανιωδώς: Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, Ντήτριχ Μπουξτεχούντε. Εδώ, βέβαια, όσοι γνωρίζουν από Deep Purple ιστορία δεν γίνεται να μην παρατηρήσουν μια πλήρη μεταστροφή, αφού το 1969 είχε αντιδράσει αρνητικά στις επιθυμίες του Jon Lord για κλασικοεμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, πιστεύοντας ότι δεν ταίριαζαν σε μπάντες που επεδίωκαν έναν σκληρότερο ροκ ήχο. Ο ίδιος, τώρα, έχει ισχυριστεί ότι απόκτησε τέτοιες ροπές λόγω του ενδιαφέροντός του για το υπερφυσικό, τη μετενσάρκωση και την παραψυχολογία, φαντασιωνόμενος, μεταξύ άλλων, ότι είχε ζήσει μια προηγούμενη ζωή στην προνεωτερική Ευρώπη, ίσως κατά τον 16ο αιώνα.

Όλα τούτα, λοιπόν, ταίριαξαν γάντι με τους στίχους του Dio, ο οποίος ήταν σε θέση να γράψει για ομιχλώδεις κόσμους μεταξύ παρελθοντικής πραγματικότητας και φαντασίας, γεμάτους με απόκρυφη μαγεία κι εκφάνσεις του υπερφυσικού. Ασφαλώς, μέσω των συνθέσεων του Blackmore, είχε κι εκείνος την ευκαιρία να λάμψει ως ένας αληθινά εντυπωσιακός ερμηνευτής, ικανός να τραγουδήσει και ψηλά, με σαρωτικό δυναμισμό, αλλά και χαμηλά, σε μπαλάντες που εκτοξεύτηκαν χάρη στην εκφραστικότητά του. Εκρηκτικός πέρα από κάθε προσδοκία στο "Man On The Silver Mountain", γλυκά μελαγχολικός στο "Catch The Rainbow", ιπποτικά ηρωικός στο "Sixteen Century Greensleeves" και τυλιγμένος σαγηνευτικά στον μαγικοθρησκευτικό, παραμυθένιο μυστικισμό του αθάνατου "The Temple Of The King", ο Dio άφησε με το στόμα ανοιχτό ακόμα και όσους τον ήξεραν από τους Elf. 

Rainb_03
© Fin Costello (από το Discogs)
Η πρώτη σύνθεση των Rainbow ήταν, βασικά, ο Ritchie Blackmore πλαισιωμένος από τους Elf 

Εν καιρώ, τα τραγούδια αυτά άναψαν φωτιά. Τότε, όμως, αν και ο δίσκος βρήκε εμπορική αναγνώριση (Βρετανία #11, Η.Π.Α. #30), έφαγε θάψιμο στις σελίδες του περιοδικού Rolling Stone, αφού, μετά τις αποστάσεις του Blackmore από το Stormbringer, πολλοί περίμεναν κάτι εκκωφαντικό αντί για μια δουλειά τόσο χαλαρή, η οποία στην υπόλοιπή της διάρκεια μάλλον ξοδευόταν στα ενεργητικά, διασκεδαστικά, μα και όχι και πρώτης γραμμής ροκ εν ρολ που έπαιζαν οι Elf (π.χ. "If You Don't Like Rock 'N' Roll" ή το "Black Sheep Of The Family", απ' όπου ξεκίνησαν όλα). Κάτι διόλου τυχαίο, βέβαια, αφού είχε ηχογραφηθεί μ' εκείνους: τον Craig Gruber στο μπάσο, τον Gary Driscoll στα ντραμς και τον Mickey Lee Soule σε πιάνο, μέλοτρον και χάμοντ. Ωστόσο, από τη στιγμή που ο δίσκος αποτελούσε ξεκίνημα μιας καινούριας μπάντας και όχι μεμονωμένη υπόθεση, ο τελειομανής Blackmore δεν επρόκειτο να βγει μαζί τους σε περιοδεία. Τους έκανε πέρα, λοιπόν, αντικαθιστώντας τους με τον Jimmy Bain των Harlot (μπάσο), τον Cozy Powell (ντραμς) και τον Toney Carey (πλήκτρα). Ο Dio λυπήθηκε για τον εξοβελισμό των συνοδοιπόρων του, μα κατανοούσε ότι στόχευαν σ’ έναν πήχη που υπερέβαινε τις δυνάμεις τους.

Μ' έναν ντράμερ σαν τον Cozy Powell, μ' έναν παραγωγό σαν τον Martin Birch που ήξερε πώς ν' αποτυπώσει την πλήρη ισχύ του παιξίματός του και με τους Jimmy Bain & Tony Carey τοποθετημένους εκεί ακριβώς όπου τους ήθελε, ο Blackmore ανέβασε άμεσα τόσο τις ταχύτητες, όσο και τον καλλιτεχνικό πήχη, φτάνοντας στο άλμπουμ Rising [Oyster/Poydor, Μάιος 1976]. "Ανταγωνιζόμασταν τους Led Zeppelin και, προφανώς, τους Deep Purple", θα σχολίαζε ο Powell, "έπρεπε λοιπόν να φέρουμε κάτι πολύ βαρβάτο". 

Rainb_04
H δεύτερη και πιο ιστορική σύνθεση των Rainbow, αποτυπωμένη σε press κάρτα του 1976

Κι αυτό ακριβώς κόμισαν: ένα ρεσιτάλ έντασης, δύναμης και μεγαλείου, με παχύ, πλούσιο ήχο. Ο οποίος ρέει απολαυστικά για σχεδόν 34 λεπτά, από τον ηλεκτροφόρο μυστικισμό του εναρκτήριου "Tarot Woman", ως το κλείσιμο με το φλύαρο, μα οπλισμένο με εντυπωσιακά σόλο κιθάρων και πλήκτρων "A Light In The Black" –με το ενδιάμεσο να κοσμείται απολαυστικά από το "Run With The Wolf" ή το "Do You Close Your Eyes". Άσχετα, τώρα, με κάποια προβλήματα που προέκυψαν με τις μίξεις, που δεν άρεσαν στην εταιρία, οπότε κάλεσε τους Blackmore & Dio στη Νέα Υόρκη προκειμένου να επιμεληθούν καινούριες, κόβοντας τις χαμηλότερες συχνότητες. Στις δικές μας μέρες, πάντως, η deluxe έκδοση φιλοξενεί και το L.A. mix της μπάντας και το επίσημο New York mix, αλλά και το πρωτόλειο Rough mix για όσους επιθυμούν να κάνουν μόνοι τους τις συγκρίσεις (αν και ο μέσος ακροατής δεν θ' αντιληφθεί ιδιαίτερες διαφορές).

Ασφαλώς, πέρα από μπρουτάλ δύναμη, που κοινωνείται και από τη γροθιά στο (συζητήσιμης αισθητικής) εξώφυλλο, το Rising διέθετε και μια σύνθετη, ενορχηστρωτικώς πολυεπίπεδη τραγουδοποιία, η οποία κορυφωνόταν εντυπωσιακά στο "Stargazer" ή, αλλιώς, στο Έβερεστ των Rainbοw: ένα θεϊκό κομμάτι, όπου η κιθάρα και τα φωνητικά κάνουν απίθανα πράγματα καθώς διηγούνται την άνοδο και την πτώση ενός φιλόδοξου μάγου, συνοδεία μελών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μονάχου (στο τελείωμα). Δεν είναι υπερβολή εάν πούμε ότι ολόκληρος σχεδόν ο power metal κόσμος των δεκαετιών του 1980 και 1990 είναι ένας φόρος τιμής σε τούτο το φοβερό και τρομερό αρχέτυπο. Ωστόσο, παρά τις καλές κριτικές (εξαιρείται και πάλι το Rolling Stone, όπου έπεσε στα χέρια του ελεεινά προκατειλημμένου Robert Duncan), ο δίσκος δεν ξεπέρασε το #11 της Βρετανίας και το #48 των Ηνωμένων Πολιτειών, πράγμα που απογοήτευσε τον Blackmore. Αποδείχθηκε όμως ότι θα συνέχιζε να πουλάει σταθερά μέσα στα χρόνια, επηρεάζοντες γίγαντες του χέβι μέταλ σαν τους Judas Priest και τους Iron Maiden.

Rainb_05
Από το Rising (1976) και το "Stargazer" έμελλε να πηγάσει ο power metal κόσμος των 1980s

Όπως αναμενόταν, οι Rainbow υποστήριξαν το Rising με μια εκτεταμένη παγκόσμια περιοδεία, στην οποία εκκινούσαν με μια αναφορά στο "Over The Rainbow" από το θρυλικό φιλμ "Ο Μάγος του Οζ" (1939), πριν δοθούν στο δικό τους υλικό. Για πολλά χρόνια, βέβαια, οι οπαδοί έπρεπε να αρκεστούν σε δίσκους σαν το On Stage (1977) ή το Live In Germany 1976 (1990), οι οποίοι περιείχαν συρραφές ζωντανών εκτελέσεων από διάφορες συναυλίες, με αποτέλεσμα να μεταδίδουν κάτι από τη φόρμα και την ενέργεια του Blackmore και της παρέας του, μα σε βάρος του συνολικότερου παλμού και μιας πιο ολοκληρωμένης αίσθησης. Πλέον, όμως, έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από τα χορταστικά Live In Köln 1976 [AFM/Hummingbird, 2007], Live In Düsseldorf 1976 [AFM/Hummingbird, 2007] και Live In Nürnberg 1976 [AFM/Hummingbird, 2007], που καταγράφουν το συγκρότημα εν δράσει (αντίστοιχα) στο "Sporthalle" της Κολωνίας (25 Σεπτεμβρίου 1976), στο "Philipshalle" του Ντίσελντορφ (27 Σεπτεμβρίου 1976) και στο "Messezentrum Halle" της Νυρεμβέργης (28 Σεπτεμβρίου 1976).

Τα άλμπουμ αυτά ευεργετούνται από τον προσεγμένο ήχο και βρίσκουν τους Rainbow στην καλύτερη φάση της καριέρας τους, με τον Blackmore να ξετυλίγεται θεαματικός, αλλάζοντας συχνά τα σόλο που έπαιζε στο "Catch The Rainbow" ή στη διασκευή στο "Mistreated" των Deep Purple, η οποία ταίριαξε υπέροχα στον Dio. Εδώ κι εκεί, επίσης, ο ηγέτης τοποθετεί πινελιές παρμένες από τον κόσμο της προνεωτερικής μουσικής (πριν από το "Sixteen Century Greensleeves", λ.χ., παίζει στην κιθάρα την αγγλική αναγεννησιακή μελωδία του "Greensleeves"), ενώ συχνά η μπάντα αφήνεται σε αυτοσχέδια τζαμαρίσματα, λειτουργώντας με μια αξιοθαύμαστη δημοκρατικότητα, που λέει πολλά για τη μεταξύ τους χημεία –ειδικά από τη στιγμή που όλοι ξέρουμε πόσο συγκεντρωτικός κι απόλυτος χαρακτήρας είναι ο Blackmore. 

Rainb_06
Ritchie Blackmore & Ronnie James Dio στο εξώφυλλο του ισπανικού περιοδικού This Is Rock

Ο οποίος, κατά τα λοιπά, τράβηξε τότε στα άκρα την ακόρεστη δίψα του για φάρσες, τοποθετώντας λ.χ.  περιττώματα στις λάμπες τοίχου των ξενοδοχείων όπου διέμεναν, τα οποία άρχιζαν να μυρίζουν τα βράδια που γύριζαν στα δωμάτιά τους και τις άναβαν, φέρνοντας τα υπόλοιπα μέλη σε πολύ άβολη θέση, αφού πέρναγε ώρα μέχρι ν' αντιληφθούν τι μπορεί να συνέβαινε. Ιδιαίτερος στόχος τέτοιων ενεργειών έγινε ο Tony Carey, γιατί τον εκνεύρισε όταν, παρασυρόμενος από το νεαρό της ηλικίας του (όπως θα παραδεχόταν αργότερα), άρχισε να κοκορεύεται στις συναυλίες. Με αποτέλεσμα να τον απολύσει τον Αύγουστο μετά από μια βραδιά στο Νιούκαστλ, μα ν' αναγκαστεί να τον φέρει πίσω όταν συνειδητοποίησε ότι αδυνατούσε να τον αντικαταστήσει έτσι απλά, εν μέσω περιοδείας.

Τα τρία γερμανικά live, τώρα, είναι πολύ κοντά σε ποιότητα, αν και όποιος επιμένει στις λεπτομέρειες ενδέχεται να διαλέξει το Live In Nürnberg 1976 ή το Live In Düsseldorf 1976, στη βάση των φωνητικών επιδόσεων του Dio, ο οποίος παραδίδει μια αληθινά λεβέντικη εκτέλεση στο "Man On The Silver Mountain" (στο πρώτο) κι ένα ατίθασο "Stargazer" (στο δεύτερο). Παρ' όλα αυτά, ακόμα δεν έχουν βγει εκτός μάχης τα προαναφερόμενα On Stage και Live Ιn Germany, όπου φιλοξενούνται ωραία στιγμιότυπα από live που παραμένουν αδημοσίευτα στην ολότητά τους, όπως π.χ. από το "Circus Krone" του Μονάχου (29 Σεπτεμβρίου 1976), από το "Kōsei Nenkin Kaikan" της Οζάκα (9 Δεκεμβρίου 1976) και από την τελευταία στάση της περιοδείας, στο "Nippon Budokan Hall" του Τόκυο (16 Δεκεμβρίου 1976), όπου έπαιξαν δύο διαφορετικά σόου, ένα απογευματινό κι ένα βραδινό. Μετά το πέρας της τουρνέ περατώθηκε και η απόλυση του Carey, αλλά ο Blackmore έπεσε πολύ έξω φέρνοντας στη θέση του τον Ιταλό κιμπορντίστα Joe Vescovi. Οπότε, για μία ακόμα φορά, αναγκάστηκε να τον ξαναπροσλάβει άρον-άρον.

Rainb_07
Οι Rainbow του 1978: David Stone, Ronnie J. Dio, Ritchie Blackmore, Bob Daisley & Cozy Powell

Το επόμενο διάστημα είχε πολλές ανακατωσούρες, αρχής γενομένης από την απόλυση του Jimmy Bain τον Ιανουάριο του 1977: ο Blackmore ζητούσε περισσότερα από το μπάσο, τα οποία δεν άκουγε. Τον Μάρτιο ξαναγύρισε ο Craig Gruber, αλλά μέσα σ' έναν μήνα είχε αντικατασταθεί από τον Mark Clarke των Natural Gas, που πρόλαβε να παίξει σ' ένα demo του "Kill The King" πριν δει κι εκείνος την έξοδο ως ακατάλληλος. Απογοητευμένος, ο Blackmore ανέλαβε προσωπικά το μπάσο, μέχρι που πήραν τον Bob Daisley των Widowmaker. Ως τον Αύγουστο, επίσης, έφυγε οριστικά και ο Carey, μην αντέχοντας άλλο τις ατέλειωτες, σε βάρος του φάρσες. Στη θέση του ήρθε ο Καναδός David Stone των Symphonic Slam.

Τυπικά η εν λόγω σύνθεση έφτιαξε τον καλύτερο δίσκο των Rainbow, το Long Live Rock 'N' Roll [Polydor, 1978], ωστόσο ο Daisley με τον Stone δεν παίζουν σε όλα τα κομμάτια: μια deluxe επανέκδοση από το 2012 βάζει κάμποσα πράγματα στη σωστή τους θέση, αφού περιλαμβάνει και τις rough mix ηχογραφήσεις που είχαν λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωθεί τον Ιούλιο του 1977. Περισσότερη σημασία, πάντως, έχει ο ορίζοντας που άγγιξε εδώ η μπάντα, υπερβαίνοντας τις κατακτήσεις του Rising. Αυτή τη φορά, βέβαια, δεν υπήρχε κάποιος τυφώνας με τη δύναμη του "Stargazer", όμως έφτασαν πολύ κοντά με το επικό, ανατολίτικης υφής "Gates Of Babylon". Ένα τραγούδι κολοσσιαίο, με τον Blackmore να θριαμβεύει για άλλη μία φορά στην κιθάρα και τον Dio να δοξάζει τις μαύρες πύλες της αρχαίας Βαβυλώνας και –πιο έμμεσα– τις διαβολικές δυνάμεις ενός μακρινού παρελθόντος, που ακόμα καραδοκούν ν' αρπάξουν τους ανυποψίαστους, με τρόπους βγαλμένους από τις εκλεκτότερες σελίδες του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ.  

Rainb_08
To Long Live Rock 'N' Roll (1978) ήταν ο τελευταίος δίσκος με τον Dio 

Όμως τι είναι αυτό που κάνει το Long Live Rock 'N' Roll να κερδίζει τις συγκρίσεις με το Rising; Δεν είναι πάντα προσδιορίσιμο ή μετρήσιμο, ωστόσο εδώ οι Rainbow σκάβουν βαθύτερα στον σκληρό ήχο που κατόρθωσαν να πλάσουν μεταξύ Led Zeppelin και Deep Purple, γράφοντας ρολαριστά τραγούδια με ακαταμάχητη ροκ ενέργεια σαν το "Long Live Rock 'N' Roll", το "Kill The King" ή το διονυσιακό (και υποτιμημένο;) "L.A. Connection", μελαγχολικές ερωτικές μπαλάντες με τη στόφα του "Rainbow Eyes", μα κι ένα κομμάτι σαν το "Lady Of The Lake", το οποίο μόνο ο Dio μπορούσε να σκαρώσει εκείνα τα χρόνια. Χαρίζοντάς του τη δέουσα παραμυθιακή χροιά –συνδέοντάς το με τη μυθολογία του βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης– αλλά και μία από τις ωραιότερες ερμηνείες του.

Όταν γνωρίσαμε (κι αγαπήσαμε) τον Graham Bonnet (1979-1980)

Παρά την επιτυχία στη Βρετανία (#7), το Long Live Rock 'N' Roll κόλλησε απογοητευτικά στο #89 των αμερικάνικων charts, κάτι που δεν κολάκεψε τον εγωισμό του Blackmore και δεν βοήθησε τις εκεί συναυλίες, αφού ανάγκασε τους Rainbow να παίξουν support στους REO Speedwagon. Επιπλέον, η παγκόσμια περιοδεία για την προώθησή του φαίνεται να επισκιάστηκε από τα πρώτα σύννεφα μεταξύ Blackmore και Dio. Τα οποία δεν ήταν άσχετα με τη δυναμική παρουσία της Wendy Walters στη ζωή του τελευταίου, που δεν άργησε να την παντρευτεί, αναθέτοντάς της και καθήκοντα μάνατζερ –έκτοτε θα έμεναν μαζί ως το τέλος της ζωής του, το 2010. Ωστόσο, συνειδητοποιώντας ότι στο εξής θα ανακατευόταν κι εκείνη στις συνεννοήσεις τους, ο Blackmore παραδέχτηκε (αργότερα) ότι άρχισε να βλέπει τον Dio ως ένα "γκρινιάρικο, πικρόχολο ανθρωπάκι".

Στις αρχές του 1979, καθώς άρχιζαν δουλειά για ένα επόμενο άλμπουμ, ο Blackmore εξέπληξε τους πάντες επιλέγοντας ως παραγωγό τον Roger Glover –τον οποίον είχε ωθήσει εκτός Deep Purple, μερικά χρόνια πριν. "Ήταν ο τρόπος του να παραδεχτεί ότι το είχε μετανιώσει", πιστεύει ο Glover, ο οποίος ανέλαβε και τον άχαρο ρόλο ν' ανακοινώσει στον Dio ότι δεν ήθελαν άλλους στίχους με fantasy θεματολογία, μα περισσότερα ερωτικά τραγούδια, που θα βοηθούσαν στη μαζικότερη απήχηση της μπάντας. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε να γράψει σε μια τέτοια κατεύθυνση και παραιτήθηκε. Έως τότε, εντωμεταξύ, είχαν φύγει τόσο ο Daisley, όσο και ο Stone. 

Rainb_09
O Graham Bonnet ανέλαβε το δύσκολο έργο της αντικατάστασης του Dio
 

Η αποχώρηση του Dio δεν ήταν αστεία υπόθεση, αφού πολλοί αναρωτήθηκαν εάν η μπάντα μπορούσε στ' αλήθεια να επιβιώσει δίχως το ερμηνευτικό του χάρισμα. Σε κάθε περίπτωση ο Blackmore σήκωσε το γάντι της πρόκλησης και προχώρησε σε ταχύτατη αναδιάρθρωση: ύστερα από ανεπιτυχείς πρόβες με τους Clive Chaman και Jack Green ο Glover ανέλαβε και τη θέση του μπασίστα, στα πλήκτρα ήρθε ο Don Airey, ενώ για τη θέση του τραγουδιστή επιλέχθηκε ο Graham Bonnet, ο οποίος έως τότε είχε βγάλει κάποιες σόλο δουλειές. "Δεν ήμουν σίγουρος ότι μου άρεσε αυτή η μουσική", θα δήλωνε χρόνια μετά, "όμως αποδείχθηκε η σημαντικότερη κίνηση που έκανα στην καριέρα μου". Πριν καταλήξει σ' εκείνον, ωστόσο, ο Blackmore δοκίμασε να συμφιλιωθεί με τον Ian Gillan και να τον πείσει ν' αντικαταστήσει τον Dio. Οι δυο τους ήπιαν ένα μπουκάλι βότκα συζητώντας, ωστόσο ο Gillan αρνήθηκε την πρόταση. Στη συνέχεια έγινε μια δοκιμή και με τον Pete Goalby των Trapeze, όμως ούτε κι αυτός κόλλησε με το υλικό των Rainbow. 

Τελικά το νερό μπήκε στο αυλάκι και το αποτέλεσμα δικαίωσε τον Blackmore, αφού το άλμπουμ Down To Earth [Polydor, 1979] αναβάθμισε το εμπορικό προφίλ των Rainbow: με τον Bonnet να τραγουδά πολύ ωραία το "Since You Been Gone" του Russ Ballard, η διασκευή τους σκαρφάλωσε στο #6 της Βρετανίας και στο #57 των Ηνωμένων Πολιτειών, κατακτώντας τα ραδιόφωνα της εποχής. Έστω κι αν ο Cozy Powell είχε αρκετές αντιρρήσεις για την ηχογράφησή του, αφού το θεωρούσε ποπ κομμάτι, απομακρυσμένο αισθητικά από το "Stargazer" και το "Gates Of Babylon".

Rainb_10
Το Down To Earth (1979) αναβάθμισε το εμπορικό προφίλ των Rainbow 

Στις δικές μας ημέρες, τώρα, έχουμε διαθέσιμη μια deluxe επανέκδοση του Down To Earth με πολύτιμα outtakes από τις ηχογραφήσεις, τα οποία δείχνουν ότι ο Blackmore (πιθανότατα με πολύτιμες συνεισφορές από τον Glover) είχε σχεδιάσει με αρκετή επιμέλεια τον οδικό χάρτη της μετά-Dio εποχής. Οι Rainbow, δηλαδή, μετατοπίζονταν μουσικά σε ένα ροκ με αναβαθμισμένα πλήκτρα, εμπλουτισμένο με ποπ μελωδίες, σαν κι αυτό που ξετυλίγουν σε μια φοβερή, σχεδόν εφτάλεπτη, οργανική εκδοχή του "Eyes Of The World" (όχι το take 2). Πάνω του, έπειτα, κουμπώνει άψογα η ιδιαίτερη φωνή του Graham Bonnet, ο οποίος και τα μελωδικά ξανοίγματα ήταν σε θέση να παρακολουθήσει, αλλά μπορούσε να αποτυπώσει και τη δέουσα αγριάδα όταν χρειαζόταν, αξιοποιώντας ένα γοητευτικά "κακόφωνο", σχεδόν blues rock γρέζι. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, ότι οι ποιότητές του φαίνονται ακόμα και σε κομμάτια τα οποία κόπηκαν στην τελική ευθεία, σαν το "Ain't A Lot Of Love In The Heart Of Me" ή το "Spark Don't Mean A Fire".

Ως εκ τούτου, το Down To Earth διέθετε αρκετά περισσότερα από το "Since You Been Gone". Μπορεί να μην προκύπτει ως δίσκος ισάξιος με όσα παράχθηκαν κατά τη Dio εποχή, είναι όμως η αμέσως καλύτερη δουλειά των Rainbow μετά τα κλασικά, με τον Bonnet ν' απειλεί συχνά να κλέψει την παράσταση ακόμα και από τον ίδιο τον Blackmore (ακούστε τον στο "Love's No Friend"), να σηκώνει στον αέρα καλοφτιαγμένες σαΐτες σαν το "All Night Long" και το "Eyes Of The World" ή να ισορροπεί άριστα ζοριλίκι και μελωδικότητα ("Lost In Hollywood").

Rainb_11
Οι Rainbow του 1979, από το εξώφυλλο της ολλανδικής έκδοσης του single "All Night Long"

Μια τέτοια σύνθεση, φυσικά, θα τα κατάφερνε μια χαρά και σε ζωντανές συνθήκες. Πράγμα που απέδειξε μια επιτυχημένη παγκόσμια τουρνέ, η οποία έμεινε στην ιστορία για ένα επεισόδιο όπου ο Blackmore έπαιξε γροθιές με τον David Coverdale στα παρασκήνια μιας συναυλίας, αλλά και για την τρέλα την οποία έπαθε με τους Abba –σε βαθμό που οι υπόλοιποι άρχισαν να κρύβουν μια κασέτα που είχε με τραγούδια των Σουηδών, απλά γιατί δεν άντεχαν να την ξανακούσουν. Προς το τέλος της περιοδείας, μάλιστα, φαίνεται ότι έγιναν και σοβαρές συζητήσεις για μια δισκογραφική σύμπραξη του Blackmore (και των λοιπών Rainbow;) με την Agnetha Fältskog, που όμως για άγνωστους λόγους δεν ευοδώθηκε. 

Σ' εμάς, τώρα, πέρα από τις ιστορίες, μας έχουν μείνει και δύο ζωντανά ηχογραφημένα άλμπουμ, λίαν αξιόλογα. Το Down To Earth Tour 1979 [Cleopatra, 2015] είναι μια χορταστική κυκλοφορία με αποσπάσματα από τις συναυλίες στις Ηνωμένες Πολιτείες –στο Σικάγο (10 Οκτωβρίου 1979), στο Ντένβερ (16 Νοεμβρίου) και στο Λονγκ Άιλαντ (30 Νοεμβρίου)– στο οποίο χαίρεσαι την ενέργεια της μπάντας, ακόμα κι αν ο ήχος έχει τα ζητήματά του εδώ κι εκεί, ακόμα κι αν τα σχεδόν 27 λεπτά του "Lost In Hollywood" δοκιμάζουν την υπομονή σου. Ο Bonnet, ειδικά, τραγουδάει υπέροχα το "Eyes Of The World" και γίνεται ένα με τον περιρρέοντα ηλεκτρισμό όντας καθηλωτικός και στις στιγμές όπου απασφαλίζει, οδηγούμενος σε πωρωτικές παραφωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκει τρόπους να πει ακόμα και το "Long Live Rock 'N' Roll" ή το "Man On The Silver Mountain", ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές από εκείνες που είχε διδάξει ο μέγας Dio. 

Rainb_12
Το DVD Live At Donington τους απαθανατίζει να παίζουν στο ιστορικό, πρώτο Monsters Of Rock

Σε λίγο κατώτερο επίπεδο στέκεται το Monsters Of Rock: Live At Donington 1980 [Eagle Vision, 2016], με τη μπάντα να παίζει στο ιστορικό, πρώτο-πρώτο Monsters Of Rock Festival και να καταγράφεται και σε εικόνα. Το DVD, βέβαια, περιέχει λιγότερα κομμάτια από το CD, ωστόσο ο σκηνοθέτης Nigel Lesmoir-Gordon πιάνει την ουσία της βραδιάς. Αποτυπώνει, δηλαδή, την ωραία έναρξη με το "All Night Long", τον παλμό του κόσμου, τα πυροτεχνήματα στο φινάλε, έναν κεφάτο και αεικίνητο Roger Glover με χαρακτηριστικό καπέλο, αλλά κι έναν κοντοκουρεμένο και ντυμένο με λευκό σακάκι Bonnet. Ο οποίος δείχνει μεν εκτός τόπου και χρόνου σε μια χαρντ ροκ μπάντα, μα ακούγεται σαν να έπαιζε τέτοια πράγματα σε όλη τη μέχρι τότε ζωή του.

"I Surrender": Ο αναπάντεχος Joe Lynn Turner (1981-1984)

Αν κι όλα έδειχναν να δουλεύουν ρολόι, κάποιος δεν είχε μείνει καθόλου ευχαριστημένος: ο Cozy Powell βρήκε το Down To Earth πολύ εμπορικό για τα γούστα του. Βλέποντας λοιπόν ότι ο Blackmore επιθυμούσε να συνεχίσει στο ίδιο μονοπάτι αποφάσισε να πάψει να είναι ο γκρινιάρης της υπόθεσης και παραιτήθηκε, ύστερα από τη βραδιά στο Donington. "Όλοι κλάψαμε καθώς τον αποχαιρετούσαμε" θα θυμόταν ο Graham Bonnet. Έπειτα, ενώ τη θέση του πήρε ο Αμερικανός Bobby Rondinelli, στον Blackmore άρχισε να τη δίνει ο Bonnet. Και το μεταξύ τους χάσμα μεγάλωσε όταν ο τραγουδιστής δεν έδειξε να ενθουσιάζεται με το υλικό που δούλευαν στο στούντιο, για τον διάδοχο του Down To Earth. "Μια μέρα συνειδητοποίησα ότι είχε πάψει να είναι διασκεδαστικό", εξήγησε ο Bonnet, "οπότε έφυγα για το Λος Άντζελες. Όταν μου τηλεφώνησαν τους είπα ότι δεν ήθελα άλλο". Λίγο μετά, λοιπόν, τον αντικατέστησε κι επισήμως ο Joe Lynn Turner των Fandango.

Rainb_13
To άλμπουμ Difficult To Cure (1981) τους βρήκε με τραγουδιστή τον Joe Lynn Turner

Χάρη στον Turner το Difficult To Cure [Polydor, Φεβρουάριος 1981] πραγματοποίησε θριαμβευτικό ξεκίνημα, αφού ο Αμερικανός τραγουδιστής βρέθηκε τότε στην εκπληκτικότερη στιγμή της καριέρας του, προσφέροντας καρδιά, ψυχή και φωνή σε μια θεαματική διασκευή στο "I Surrender" των Head East, το οποίο ήταν κι αυτό (όπως και το "Since You Been Gone") γραμμένο από τον Russ Ballard. Αν και η αμερικάνικη αγορά της εποχής δεν πολυενδιαφέρθηκε (το single σκάλωσε άδικα στο #105), το "I Surrender" έστειλε τους Rainbow στο #3 της Βρετανίας, χαρίζοντάς τους τη μεγαλύτερη επιτυχία της πορείας τους. Σαρανταπέντε χρόνια μετά, μάλιστα, η αίγλη του παραμένει ακατάλυτη, αφού, πέρα από τη ραδιοφωνική του παρουσία, μετρά και περίπου 55 εκατομμύρια plays στο Spotify

Από εκεί και πέρα, όμως; Από εκεί και πέρα το Difficult To Cure έδειξε να δικαιώνει τον Bonnet, ο οποίος βαριόταν με όσα άκουγε στο στούντιο. Με τον Turner ως αιχμή του δόρατος, ο Blackmore έσπρωξε εδώ τους Rainbow σε μια adult-oriented rock (AOR) κατεύθυνση, ίσως επηρεασμένος από τους Foreigner, τους οποίους άκουγε τότε μανιωδώς. Και, πράγματι, εάν θελήσεις να φανείς δηκτικός, δικαιολογείσαι να γράψεις ότι το "I Surrender" και το έτερο διαμαντάκι του δίσκου, το "Magic", είναι τα καλύτερα τραγούδια των Foreigner ή των Journey απ' όσα δεν έγραψαν οι ίδιοι.  

Rainb_14
Η σύνθεση του 1981, από το εξώφυλλο του single "Can't Happen Here"

Σε κάθε περίπτωση, για τους παλαιότερους τα δύο αυτά κομμάτια έφταναν και περίσσευαν για να βάλουν στις δισκοθήκες τους το Difficult To Cure. Όχι όμως και σε περίοπτη θέση, αφού το υπόλοιπο υλικό αποδείχθηκε μετριότατο (τι 'ταν αυτό το "Freedom Fighter";) και ανά στιγμές ανερμάτιστο, με απαύγασμα μωροφιλοδοξίας τη διασκευή στην Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν που κρύβεται κάτω από τον τίτλο "Difficult To Cure". Πρόκειται για μια γενική εντύπωση που διασκεδάζεται μεν, μα εν τέλει δεν αλλάζει, όσο πάθος κι αν βάζει ο Turner στο "Spotlight Kid", όση τεχνική κι αν ξεδιπλώνει παραπονιάρικα ο Blackmore στο ορχηστρικό "Vielleicht Das Nächste Zeit". Το πορτρέτο τούτης της περιόδου συμπληρώνει το άλμπουμ Boston 1981 [Purple Pyramid/Cleopatra, 2016], καταγράφοντάς τους ζωντανά στο θέατρο "Orpheum" της Βοστόνης τον Μάιο του 1981 –όπου έκλεισαν παίζοντας το "Smoke On The Water" των Deep Purple– ενώ δεν πρέπει να παραβλεφθεί το single "Jealous Lover" [Polydor, Οκτώβριος 1981]. Μια χαρά κυκλοφορίες αμφότερες, αλλά όχι και κάτι το συναρπαστικό. 

Με την ολοκλήρωση της περιοδείας για το Difficult To Cure ξεχείλισε και η υπομονή του Don Airey με τα καπρίτσια του Blackmore. Aποχώρησε, λοιπόν, δίνοντας τη θέση του στον David Rosenthal, έναν νεαρό Αμερικανό που μόλις είχε αποφοιτήσει από το φημισμένο μουσικό κολέγιο του Berklee. Η συγκεκριμένη σύνθεση κυκλοφόρησε το Straight Between The Eyes [Polydor, 1982] ή, αλλιώς, το άλμπουμ με το χειρότερο εξώφυλλο στην ιστορία των Rainbow –κι ας ήταν έργο της φημισμένης Hipgnosis. Σίγουρα, επίσης, ήταν ένας από τους πιο αμερικάνικης λογικής δίσκους τους οποίους παρήγαγαν, συνταγή που επιτέλους εκπλήρωσε τους διακαείς πόθους του Blackmore, αναδεικνύοντας μια ευδιάκριτη επιτυχία στα ροκ ραδιόφωνα των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και στο νεότευκτο (και λίαν επιδραστικό) MTV. Όλα αυτά τους τα χάρισε το "Stone Cold", το οποίο κάθισε αναπαυτικά στο #40 των αμερικάνικων charts, αποφέροντας κι ένα #34 στην πατρίδα Βρετανία. 

Rainb_15
Το άλμπουμ Straight Between The Eyes (1982), με την επιτυχία "Stone Cold"

Πίσω από τούτη τη βιτρίνα, πάντως, η ποιοτική εικόνα προκύπτει αρκετά μπερδεμένη, για μία ακόμα φορά: το Straight Between The Eyes βάζει άνετα υποψηφιότητα για τον πιο αδιάφορο δίσκο των Rainbow, μα την ίδια στιγμή όλο και κάτι προκύπτει, πέρα από τη μετρίως μέτρια οικειότητα του "Stone Cold". Πότε είναι οι κιθαριές του Blackmore, δηλαδή, ο οποίος δεν διστάζει να μπλέξει Edvard Grieg κόλπα σ' ένα στοιχειώδες κομμάτι σαν το "Death Alley Driver", πότε η άνεση που επιδεικνύει η φωνή του Turner στο όλο χαρντ ροκ και AOR ανακάτεμα ("Tearin Out My Heart"), πότε ανέλπιστα κομμάτια σαν το "Eyes On Fire", όπου κάτι ξυπνά από τον παλιό εαυτό της μπάντας, θυμίζοντας μέρες Ronnie James Dio. Αρκούν όμως αυτά ώστε να ξορκιστεί το κακό ενός υπερβολικά νερωμένου ήχου ή το μαύρο χάλι στιγμών σαν το "Tite Squeeze"; Κατ' εμέ τουλάχιστον, όχι. 

Η τουρνέ υποστήριξης του Straight Between The Eyes αγνόησε εντελώς τη Βρετανία κι επικέντρωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την τότε σύνθεση της μπάντας ν' απαθανατίζεται σε εικόνα και ήχο χάρη στη βιντεοκασέτα Live Between The Eyes [Castle Music Video, 1982], η οποία τους καταγράφει ζωντανά στο "HemisFair Arena" του Σαν Αντόνιο, στο Τέξας, τον Αύγουστο του 1982. Παρατασσόμενοι κάτω από δύο τεράστια μάτια, με τις κόρες ν' αποτελούνται από πλήθος προβολέων που εκτόξευαν δέσμες φωτός προς το κοινό, οι Rainbow εκκινούν με μια δυναμική εκτέλεση στο "Spotlight Kid" και πετυχαίνουν να διατηρήσουν αυτόν τον παλμό μέχρι τέλους, με τον Blackmore και τον Turner να βρίσκονται σε μεγάλη φόρμα. Έστω κι αν από ένα σημείο κι έπειτα πλήττεις, αφού κατά κύριο λόγο παίζουν τα τραγούδια εκείνης της AOR φάσης (ούτε καν το "I Surrender"), ενώ ο Nigel Gordon κρατάει τη σκηνοθεσία του σε βασικά πράγματα.

Εντωμεταξύ, το τέλος της περιοδείας σημαδεύτηκε από την απόλυση του Bobby Rondinelli, λόγω κάποιων αυξομειώσεων που παρατήρησε ο Blackmore στις συναυλιακές εντάσεις των παιξιμάτων του. Μια επίμονη φήμη, βέβαια, θέλει τον Turner να πρωτοστάτησε στην απομάκρυνσή του –αν και το έχει αρνηθεί, εξίσου επίμονα. Σε κάθε περίπτωση εκείνος πλήρωσε τη νύφη όταν έφτασε η ώρα για νέες στούντιο ηχογραφήσεις, αφού του ήταν αδύνατον να συντονιστεί με τον καινούριο ντράμερ: έως σήμερα το όνομά του δεν έχει αποκαλυφθεί επισήμως (εδώ, ωστόσο, θα γράψουμε ότι ήταν ο Αμερικανός Chris Carroll), πάντως ο Turner ζήτησε να φύγει κι έπεισε τους υπόλοιπους να πάρουν τον φίλο του Chuck Burgi των Balance, στη θέση του. Μόνο τότε μπόρεσε να ολοκληρωθεί το άλμπουμ Bent Out Of Shape [Polydor, 1983], με την κασέτα εταιρίας να φιλοξενεί μακρύτερες σε διάρκεια εκδοχές ορισμένων κομματιών, συγκριτικά με τη βινυλιακή έκδοση.

Rainb_16
To άλμπουμ Bent Out Of Shape (1983) είχε το "Street Of Dreams"

Το Bent Out Of Shape διατήρησε, αν και δεν αυγάτισε, την εμπορική επιτυχία των Rainbow στην Αμερική, καθώς είχε το τάιμινγκ εναντίον του. Ενώ, δηλαδή, το ενδιαφέρον της ροκ νεολαίας μετατοπιζόταν ξανά προς hard & heavy ήχους, Blackmore & Turner επέμεναν στην ίδια AOR συνταγή. Έτσι, λίγοι παρατήρησαν πόσο πάλεψαν για καλύτερες ηχητικές ισορροπίες, ώστε να μη δείχνουν άκριτα παραδομένοι στα μαζικά γούστα. Σ' έναν δίκαιο κόσμο, δηλαδή, θα ήταν οι υπέροχες μελωδίες του "Street Of Dreams" –και όχι το "Stone Cold"– που θα είχαν πραγματώσει την επιθυμία του Blackmore να γράψει ένα τραγούδι "που θα το σφύριζε και ο ταχυδρόμος πάνω στο ποδήλατό του". Ωστόσο οι εποχές είχαν αλλάξει και το single δεν ξεπέρασε το #60 στις Η.Π.Α. ή το #52 στη Βρετανία. Ένα ακόμα single, το "Can't Let You Go" (με το εκκλησιαστικό όργανο στην εισαγωγή), θα το πάλευε ως το #43 της Βρετανίας, όμως έμελλε να είναι και η τελευταία μικροεπιτυχία στην ιστορία της μπάντας: ένα ανέλπιστα νόστιμο μπουρδούκλωμα μεταξύ Deep Purple και Foreigner, το οποίο ακόμα διατηρεί τη γοητεία του, αν κρίνουμε από τις 20 εκατομμύρια θεάσεις στο YouTube των ψηφιακών μας καιρών. 

Κάποτε, όταν μάζευα τους δίσκους των Rainbow, είχα θεωρήσει ότι δεν χρειαζόταν ν' αποκτήσω το Bent Out Of Shape, εναρμονιζόμενος με την κυρίαρχη αντίληψη που το ήθελε μία από τα ίδια με το Difficult To Cure και το Straight Between The Eyes. Πλέον, όμως, έχω αλλάξει άποψη και το βλέπω ως το καλύτερα ισορροπημένο άλμπουμ που έφτιαξαν με τον Joe Lynn Turner. Μπορεί το ενδιαφέρον να ξεφτίζει απότομα μετά την κορυφογραμμή του "Street Of Dreams", μπορεί στα θεμελιώδη να έχουμε να κάνουμε με υλικό απλώς συμπαθητικό, το οποίο θέλει ν' ανέβει κατηγορία χάρη στις κιθαριές του Blackmore και στις ερμηνείες του Turner (π.χ. "Stranded", "Desperate Heart"), πάντως, συγκριτικά με τους προκατόχους του, διαθέτει καλύτερη ροή και πιο εύστοχες μελωδίες. Με αποτέλεσμα να σε πείθει πιο εύκολα να γυρίσεις για επαναληπτικές ακροάσεις. 

Rainb_17
O Joe Lynn Turner υπήρξε σταθερός τραγουδιστής στην ύστερη κλασική φάση των Rainbow

Η περιοδεία υποστήριξης παρήγαγε τη βιντεοκασέτα Japan Tour '84 [Toel Video, Νοέμβριος 1984], η οποία αργότερα θα επανεκδιδόταν από τη Ward σε DVD/διπλό CD υπό τον τίτλο Live In Japan. Εδώ οι Rainbow καταγράφονται εν δράσει στο "Nippon Budokan" του Τόκυο (Μάρτιος 1984), σε μια συναυλία που, ενώ δεν είναι και η καλύτερή τους, παραμένει αρκετά ενεργητική και πετυχαίνει να εκπλήξει στο "Blues", αφού στη σκηνή παρατάσσεται μια φουλ γιαπωνέζικη ορχήστρα, παίζοντας μαζί τους υπό τη μπαγκέτα του μαέστρου Takashi Hiroi. Εκείνο που σχεδόν κανείς δεν ήξερε τότε ήταν ότι έναν μήνα μετά, τον Απρίλιο του 1984, το συγκρότημα θα διαλυόταν, καθώς η εταιρία μάνατζμεντ Thames Talent πέτυχε να πείσει τους Deep Purple να ξεχάσουν τις διαφορές τους και να ανασυγκροτηθούν. 

Ο Blackmore, βέβαια, πάντοτε κυνικός, δεν έκρυψε ποτέ ότι το έκαναν για τα λεφτά, αφού τους προσφέρθηκε ένα τεράστιο ποσό (λέγεται για 1 εκατομμύριο δολάρια ανά μέλος). Το Final Cut του 1985, μια συλλογή με ζωντανές ηχογραφήσεις και βιντεοκλίπ, και το Finyl Vinyl του 1986 –μία ακόμα συλλογή όπου φιλοξενήθηκε και το αδημοσίευτο, εντούτοις αδιάφορο, "Bad Girl" (από τα sessions του 1979 που είχαν δώσει το Down To Earth)– ανέλαβαν να κλείσουν το κεφάλαιο Rainbow. Ως τότε, άλλωστε, ακόμα και όσοι οπαδοί έμειναν με το παράπονο, είχαν ακολουθήσει τις εξελίξεις που οδήγησαν στο Perfect Strangers των αναγεννημένων Deep Purple.

Το τέλος του Ουράνιου Τόξου 

Σύμφωνα με έναν διαδεδομένο θρύλο, στο τέλος κάθε ουράνιου τόξου βρίσκεται δοχείο γεμάτο με χρυσάφι, το οποίο φυλάει κάποιος καλικάντζαρος. Πίσω από αυτή το δοξασία, βέβαια, κρύβεται η φύση των ουράνιων τόξων, τα οποία, ως οπτικά φαινόμενα άμεσα εξαρτώμενα από τον παρατηρητή τους, δεν γίνεται να έχουν "τέλος", αφού, όσο κινείσαι, τόσο μετακινείται και η "άκρη" τους. Κάτι αντίστοιχο, λοιπόν, ίσχυε και για τους Rainbow: όσο ζούσε ο Ritchie Blackmore, θα βρίσκονταν πάντα στο παιχνίδι. 

Παρά την αρχική επιτυχία των επανενωμένων Deep Purple, η φαγωμάρα δεν άργησε να επιστρέψει. Έτσι, ως τον Νοέμβριο του 1993, οι σχέσεις του με τους υπόλοιπους –και ειδικά τον Ian Gillan– είχαν φτάσει σε νέο αδιέξοδο. Με την ενθάρρυνση λοιπόν της 22χρονης Candice Night, με την οποία ήταν ζευγάρι από το 1991, ο Blackmore παραιτήθηκε (οριστικά, αυτή τη φορά) και το 1994 επαναλάνσαρε τους Rainbow, προσλαμβάνοντας τον Doogie White ως τραγουδιστή (είχε περάσει ένα φεγγάρι από τους Praying Mantis), τον Rob DiMartino των Virgin Steele στο μπάσο, τον John O'Reilly στα ντραμς και τον Paul Morris των Warlock στα πλήκτρα. Σύντομα, βέβαια, θα ξεκινούσε η γνωστή ιστορία, αφού, μπαίνοντας στο στούντιο δεν άκουγε εκείνα που περίμενε από τον DiMartino, με αποτέλεσμα να τον οδηγήσει σε ταπεινωτική παραίτηση. Στη θέση του ήρθε ο Greg Smith, ενώ στο τελικό αποτέλεσμα αναμείχθηκε και η Night, συνεισφέροντας στίχους και δεύτερα φωνητικά.

Rainb_19
Οι επανιδρυμένοι Rainbow (1995), με τον Doogie White στη θέση του τραγουδιστή

Η σύνθεση αυτή παρουσίασε το Stranger In Us All [BMG, Σεπτέμβριος 1995], για το οποίο ο Blackmore δεν είχε συγκεκριμένες προσδοκίες: "θα δούμε πώς θα πάει", δήλωσε, "εξαρτάται από το αν ο κόσμος θέλει ν' ακούσει κι άλλους Rainbow ή όχι". Η απάντηση ήταν μάλλον αρνητική. Με έναν ροκ ήχο παλαιότερης κοπής και σίγουρα όχι εναλλακτικό δεν ταίριαζε στην εποχή του grunge, της brit pop και των alternative ακουσμάτων. Η κεντρική Ευρώπη και η Ιαπωνία παρείχαν στήριξη, η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αδιαφόρησαν, ενώ οι κριτικοί σνόμπαραν –στο δικό μας "Ποπ+Ροκ", λ.χ., πήρε μόλις 4 στα 10. Παρά ταύτα, ήταν αξιοπρεπής δίσκος. Πολλά κομμάτια όντως έμειναν να πελαγοδρομούν σ' ένα μπανάλ χαρντ ροκ (π.χ. "Stand And Fight", "Cold Hearted Woman"), υπήρχαν όμως και περιπτώσεις σαν το "Ariel", το "Wolf To The Moon" ή το "Black Masquerade" όπου τα σόλο του Blackmore και οι παθιασμένες ερμηνείες του White ζωντάνευαν το αποτέλεσμα, πείθοντας ότι η επιστροφή των Rainbow ήταν παραπάνω από ένα καπρίτσιο μετά τη 1990s ρήξη στους Deep Purple.

Η περιοδεία υποστήριξης παρήγαγε το διπλό CD/DVD Black Masquerade [Westdeutscher Rundfunk/Eagle Vision, 2013], το οποίο ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1995 στο "Philipshalle" του Ντίσελντορφ, στην επανενωμένη Γερμανία, με τον Chuck Burgi να ξαναγυρνά στα ντραμς λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού του O'Reilly. Ο σκηνοθέτης Gerd F. Schultze παίζει ωραία με τους φωτισμούς, φροντίζοντας να συλλάβει και την ενέργεια του πλήθους, ενώ και οι Rainbow βρίσκονται σε φόρμα, με τον Doogie White να τα δίνει όλα (εκπλήσσει, λ.χ., η απογειωτική εκτέλεση στο "Hunting Humans"), ακόμα κι αν ορισμένα από τα παλαιότερα τραγούδια του σετ προδίδουν ότι δεν είναι λαρύγγι ισάξιο των προκατόχων του (π.χ. "Temple Of The King"). Εν τέλει, πάντως, όλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα: ο κύριος λόγος που αυτό το live υπήρξε περιζήτητο bootleg προτού δημοσιευτεί επισήμως, είναι ο Blackmore. Ο οποίος απλώς κάνει ό,τι θέλει, όπως το θέλει, όταν το θέλει, ως ένας απόλυτος μάστορας της κιθαριστικής τέχνης, που εξακολουθεί να λάμπει ηγεμονικά πάνω στη σκηνή, ασχέτως ρεπερτορίου ή εποχής.   

Rainb_20
Το άλμπουμ Stranger In Us All (1995) τους συντήρησε μέχρι τη δεύτερη διάλυσή τους (1997)

Οι Rainbow της συγκεκριμένης φάσης έμειναν αρκετά στον δρόμο με διακοπτόμενες τουρνέ, κάτι που δεν άρεσε στον Burgi, ο οποίος παραιτήθηκε στις αρχές του 1997, δίνοντας τη θέση του στον John Micelli. Ο Blackmore, φυσικά, συνέχιζε ακάθεκτος με τις φάρσες του: σε μια περίσταση έβαλε κάτω από το κρεβάτι του Paul Morris μια δίωρη μαγνητοταινία να παίζει, η οποία ήταν εντελώς κενή, εκτός από ένα σημείο πέντε δευτερολέπτων γύρω στο 59ο λεπτό, όπου είχε ηχογραφηθεί μια ανατριχιαστική κραυγή τρόμου. Παρ' όλα αυτά, στο πίσω μέρος του μυαλού του σκεφτόταν κι άλλα πράγματα. Έβλεπε δηλαδή ότι η επανένωση των Rainbow δεν διέθετε προοπτικές για κάτι παραπάνω και ότι αισθανόταν ορεξάτος να δοκιμάσει κάτι ολότελα καινούριο, στηριγμένος στο πάγιο ενδιαφέρον του για την προνεωτερική Ευρώπη. Έτσι, την τελευταία μέρα του Μάη του 1997, όταν παραλίγο να τους δούμε και στην Ελλάδα, οι Rainbow διαλύθηκαν μετά από μια συναυλία στη Δανία, με τον Blackmore αποφασισμένο να προσηλωθεί στους Blackmore's Night –τη μπάντα που είχε ξεκινήσει με την Candice.

Η ενασχόληση με τους Blackmore's Night υπήρξε συνεχής έκτοτε, όμως τον Νοέμβριο του 2015, χωρίς κανείς να το περιμένει, ο Blackmore ανακοίνωσε την επιστροφή των Rainbow. Τραγουδιστής ορίστηκε ο Χιλιανός Ronnie Romero των Lords Of Black, μπασίστας ο Bob Nouveau, ντράμερ ο David Keith των Blackmore's Night και κιμπορντίστας ο Jens Johansson των Stratovarius. Κάπου εκεί θα βρισκόταν και η Candice, φυσικά, ως (λιγότερο ή περισσότερο) σταθερή παρουσία στα β' φωνητικά. 

Rainb_21
Το αναπάντεχο reunion του 2015 βρήκε τους Rainbow με τραγουδιστή τον Ronnie Romero

Η σύνθεση αυτή πρωτοεμφανίστηκε τον Ιούνιο του 2016 στο υπαίθριο φεστιβάλ Loreley Freilichtbühne, στο Μπόρνιτς της Γερμανίας, με την παράσταση να κινηματογραφείται, αποτελώντας το DVD Memories In Rock - Live In Germany [Eagle Rock Entertainment, Νοέμβριος 2016]. Ο σκηνοθέτης Jim Parsons μεταδίδει ωραία την ατμόσφαιρα της περίστασης, στεκόμενος στον μουντρούχο, ντυμένο στα μαύρα Blackmore, στην αντίθεσή του με το χαμογελαστό, νεαρό πρόσωπο του Romero, στον ενθουσιασμό ενός πλήθους περίπου 15.000 ψυχών, αλλά και στα πυροτεχνήματα τα οποία φώτισαν τον βραδινό ουρανό όταν έφτασε η ώρα για το "Smoke On The Water". Το σετ ανακατεύει Rainbow και Deep Purple επιλογές και τα πράγματα κυλάνε αρκετά συμπαθητικά, παρότι δεν αργείς να καταλάβεις ότι ο Romero μπορεί να έχει μεν την άρθρωση, το σθένος και την ικανότητα να σταθεί με τιμιότητα, όμως είναι ο λιγότερο χαρισματικός τραγουδιστής της ιστορίας τους.

Από εκεί και πέρα, το διπλό CD Live In Birmingham 2016 [Eagle, 2017] ήταν εν πολλοίς αχρείαστο, αφού η καταγραφόμενη συναυλία στην "Genting Arena" του Μπέρμιγχαμ (Ιούνιος 2016) ήταν πανομοιότυπη με αυτή στο Μπόρνιτς, δίχως να διαθέτει το πλεονέκτημα της εικόνας. Την ίδια αποτίμηση θα κάνουμε και για το DVD/διπλό CD Memories In Rock II [Minstrel Hall Music, 2018], αφού το DVD περιέχει μόνο συνεντεύξεις και τα αποσπάσματα από τις συναυλίες στην "Genting Arena" του Μπέρμιγχαμ (Ιούνιος 2017) και στο "The SSE Hydro" της Γλασκώβης (επίσης Ιούνιος 2017) που απαρτίζουν το διπλό CD δεν είχαν κάτι παραπάνω να προσφέρουν, με την απουσία εικόνας να παίζει ξανά τον ρόλο της. 

Rainb_22
To single "Land Of Hope And Glory" (2017) ήταν από τις λίγες στούντιο ηχογραφήσεις επί Romero.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν ορισμένες στούντιο απόπειρες της συγκεκριμένης σύνθεσης, η οποία εκφράστηκε μέσω ψηφιακών singles. Μια νέα ηχογράφηση στο "I Surrender" (Μάιος 2017) μόνο με φωνή, κιθάρα και πλήκτρα δημιούργησε έναν κάποιον θόρυβο, ωστόσο ο Blackmore κράτησε αυτό το λιτό σχήμα οργάνων και για το "Land Of Hope And Glory" (Μάιος 2017) και για το "Waiting For A Sign" (Μάρτιος 2018) και για την επανηχογράφηση του "Black Sheep Of The Family" (Απρίλιος 2019) και για τη διασκευή στο "The Storm" των Blackmore's Night (Μάιος 2019), αδιαφορώντας για το ότι δεν πήγαινε πουθενά μουσικά ή ενορχηστρωτικά. Γενικώς οι προσπάθειες αυτές στάθηκαν ανέμπνευστες, ενώ ούτε ο Blackmore, ούτε και ο Romero είχαν να δώσουν κάτι αληθώς ξεχωριστό.

Μετά από μια εμφάνιση στο Rock The Coast Festival της Ισπανίας (Ιούνιος 2019), οι Rainbow απλά δεν ξαναφάνηκαν, δίχως να ειπωθεί κάτι επίσημο για διάλυση. Το δε μέλλον τους είναι εξαιρετικά αβέβαιο δεδομένων των προβλημάτων υγείας του Blackmore, τα οποία έλαβαν ιδιαίτερη δημοσιότητα τους τελευταίους μήνες. Παρ' όλα αυτά, τα 50 χρόνια από την ίδρυσή τους δεν θα περάσουν έτσι, αφού αναμένεται μια σειρά από box sets τα οποία θα καλύψουν ολόκληρη την καριέρα τους, βάζοντας τους οπαδούς σε εκ νέου έξοδα. Το πρώτο ανάμεσά τους θα λέγεται The Temple Of The King και θα καλύψει την καθοριστική διετία 1975-1976. Αναμένεται τον Μάρτιο, μαζί με ανακοινώσεις για τις επόμενες κυκλοφορίες.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Ο Σωκράτης Μάλαμας επιστρέφει στον Σταυρό του Νότου

Οι Δευτέρες στην Αθήνα αποκτούν νόημα με τον αγαπημένο τραγουδοποιό να δίνει ραντεβού με το κοινό του σε μια σειρά εμφανίσεων

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
17/01/2026

"Μυρωθκιές της Μεσογείου" θα γεμίσουν το Σπίτι της Κύπρου

Το Mediterranean Trio σε μια συναυλία μουσικής δωματίου θα συνδυάσει την παραδοσιακή με την σύγχρονη μουσική της ανατολικής Μεσογείου.

Ο Σπύρος Μάνεσης φέρνει την πολυδιάστατη μουσική του στο Theatre of the NO

Μαζί με δύο κορυφαίους μουσικούς της ελληνικής τζαζ σκηνής, ο πιανίστας και σολίστ θα διανύσει τζαζ μουσικές διαδρομές από την προσωπική του δισκογραφία και άλλους σημαντικούς δημιουργούς.

Το ντοκιμαντέρ για τους The Dream Syndicate είναι το καλύτερο ζέσταμα πριν την συναυλία τους στο Gagarin 205

To "How Did We Find Ourselves Here?" είναι η ιδανική εισαγωγή στη μουσική και την ιστορία της καλιφορνέζικης μπάντας που καθόρισε το Paisley Underground κίνημα της δεκαετίας του ’80.

Τρεις από τις καλύτερες ελληνικές πανκ ροκ μπάντες τον Μάρτιο στην σκηνή του Αn Club

Η Guerrilla Live Productions γιορτάζει την "APLFTHRC-Decade Edition" με μια συναυλία που μπλέκει τo punk rock με το hardcore και τo surf rock.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στο Ηνωμένο Βασίλειο για τρεις συναυλίες

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, επιστρέφει στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Μάρτιο για τρεις συναυλίες.

Οι Σκιαδαρέσες στήνουν πιτζάμα πάρτι στον Σταυρό του Νότου

Δύο βραδιές γεμάτες αγαπημένα τραγούδια, μουσική και χιούμορ που θυμίζουν sleepover.