© François Rousseau
Εδώ και αρκετά χρόνια, κάθε μνεία στον Jean-Michel Jarre μοιάζει σχεδόν "καταδικασμένη" ν' αναφερθεί στο πόσες φορές έχει σπάσει τα παγκόσμια ρεκόρ προσέλευσης κοινού σε ηλεκτρονικές συναυλίες, καθώς και στις ζωντανές του εμφανίσεις στις Πυραμίδες της Αιγύπτου (Πρωτοχρονιά του 21ου αιώνα), στην Απαγορευμένη Πόλη της παλιάς, αυτοκρατορικής Κίνας (2004) ή στoυς αμμολόφους της Σαχάρας (2016). Και είναι βεβαίως αλήθεια ότι τα υπερθεάματα αυτά έχουν γράψει ιστορία. Μέσα στις όλες φαραωνικές τους διαστάσεις, όμως, ίσως να ξεθωριάζει η ατόφια μουσική αξία της παρακαταθήκης του.
Στη δεκαετία του 1990, όταν συνέβη η έκρηξη της electronica, οι πιο ενημερωμένοι συντάκτες του βρετανικού Τύπου βρήκαν τα νήματα με τη γερμανική κληρονομιά των Kraftwerk και των Tangerine Dream. Μολονότι σύγχρονός τους, όμως, ο Jarre δεν έγινε μέρος αυτού του αφηγήματος ηχητικής συνέχειας. Κι ας έχαιρε εκτίμησης ανάμεσα στους νέους, τότε, ήρωες (Prodigy, Moby, ORB)· κι ας παρέμενε ενεργός με δίσκους σαν το En Attendant Cousteau (1990) ή το Chronologie (1993).

Αυτή η ροπή επηρέασε κι αρκετούς απ' όσους έγραψαν στην Ελλάδα, χώρα περιφερειακή μεν στις ηλεκτρονικές εξελίξεις, που όμως ήταν σε θέση να εντοπίσει το κενό: η Λένα Πλάτωνος αγαπούσε τον Γάλλο συνθέτη, ενώ όσοι μεγάλωσαν στη δεκαετία του 1980 θυμούνταν γλαφυρά το βιντεοκλίπ με τους πιγκουίνους που συνόδευσε το "Oxygène, Pt. 4". Έτσι, τώρα που ο Jarre ξανάρχεται στη χώρα μας ως καλεσμένος του Release Athens Festival και του Κέντρου Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος για μια βραδιά στο Ξέφωτο του τελευταίου (Δευτέρα 22/6), πάνω στον μισό αιώνα από τη μουσική πρωτοπορία του άλμπουμ Oxygène (1976), δίνεται μια ευκαιρία να βάλουμε μερικά πράγματα στη σωστή τους θέση.
Το Oxygène κι έπειτα το Equinox (1978) πρότειναν μια αντίληψη περί ηλεκτρονικής δημιουργίας λιγότερο τεχνοκρατική συγκριτικά με τη γερμανική σχολή, με καταβολές στην ηχητική ιδεολογία του Pierre Schaeffer, αλλά και με επιρροές από συνθέτες κλασικής μουσικής. Μια τέτοια πλεύση, λοιπόν, άφηνε χώρο για στρογγυλές, ραδιοφωνικές μελωδίες πλασμένες από συνθεσάιζερ, που γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία, μα οδήγησαν και σε μια υποτίμηση του Jarre από όσους στέκονταν απέναντι στη μαζική αποδοχή.
Πλέον, με την παλιά αυτή κριτική κουλτούρα να έχει θρυμματιστεί, το ειδικό βάρος των πιο δημιουργικών του χρόνων λάμπει απρόσκοπτα. Και του επιτρέπει να περιοδεύει επιτυχώς ακόμα και στα 77 του έτη, διατηρώντας το στάτους ενός σπουδαίου "μάγου" των ηλεκτρονικών.
