© Teatro alla Scala
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της πρόσφατης θερινής περιόδου στο πεδίο της κλασικής μουσικής.
Στις 31/5 ο κορυφαίος βερντιανός μας τραγουδιστής έκανε το ντεμπούτο του στην περίφημη Σκάλα του Μιλάνου ως πρωταγωνιστής στη νέα παραγωγή της όπερας του Βέρντι "Ναμπούκο", ή μάλλον "Ναβουχοδονόσωρ", αφού χρησιμοποιήθηκε εν προκειμένω ο αρχικός τίτλος του έργου, με τον οποίο αυτό πρωτοανέβηκε στο ίδιο θέατρο το 1842!
Ήταν η πρώτη φορά μετά από 30 ολόκληρα χρόνια που Έλληνας μονωδός πρωταγωνίστησε στη Σκάλα: το 1996 η μεσόφωνος Μαρκέλλα Χατζιάνο είχε εμφανισθεί ως Διδώ στους "Τρώες" του Μπερλιόζ! Παιχνίδια της τύχης: η νέα παραγωγή υπήρξε αφιερωμένη στο θρυλικό Ιταλό αρχιμουσικό Τζαναντρέα Γκαβατζένι σε ανάμνηση των 30 χρόνων από το θάνατό του και των 60 χρόνων από τότε που διηύθυνε μια διάσημη παραγωγή του "Ναμπούκκο" με πρωταγωνίστρια τη ραγδαία ανερχόμενη τότε Ελληνίδα σοπράνο Έλενα Σουλιώτη στο ρόλο της Αμπιγκαΐλλε!
Μία καταξίωση για τον Πλατανιά στο απόγειο μιας ευδόκιμης 20ετούς καριέρας, που περιέλαβε ως σταθμούς αρκετά σημαντικά λυρικά θέατρα ανά τον πλανήτη. Όχι τυχαία, εκατοντάδες Έλληνες φιλόμουσοι έσπευσαν το Σαββατοκύριακο του Αγίου Πνεύματος στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας για να παρακολουθήσουν το σημαντικό αυτό γεγονός, το οποίο κάλυψε και η ΕΡΤ.

Η επιβλητική, ευανάγνωστη παραγωγή του "Ναβουχοδονόσορα", που υπέγραψε ο ιταλικής καταγωγής Νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης Αλεσσάντρο Ταλέβι, υπήρξε η τελευταία νέα παραγωγή που διηύθυνε ο σπουδαίος Ιταλός αρχιμουσικός Ρικκάρντο Σαγύ, λίγους μήνες πριν την ολοκλήρωση μιας λαμπρής δεκαετούς θητείας ως μουσικός διευθυντής του ιστορικού θεάτρου.
Η σημασία της αυξήθηκε από το γεγονός ότι σε αυτήν παρουσιάσθηκαν σκηνικά για πρώτη φορά μετά το ανέβασμα του έργου στις Βρυξέλλες το 1848 τα μπαλετικά "Ντιβερτισμάν" που ο Βέρντι είχε ενσωματώσει στην αρχή του Γ’ Μέρους: ο σκηνοθέτης και ο χορογράφος Ντανίλο Τουμπέκα τα παρουσίασαν ως "θέατρο εν θεάτρω", ως παραστάσεις "εποχής" που έλαβαν χώρα στην ανακτορική αυλή της Βαβυλώνας ενώπιον της -βασιλεύουσας- Αμπιγκαΐλλε ως άλλης …Σεμιράμιδος!
Ο Ταλέβι προσέγγισε κατ’αυτόν τον τρόπο, έξυπνα, τα κατά βάση μάλλον ανέμπνευστα μουσικά αυτά μέρη – ίχνη της "grand opéra", δίνοντας ένα διαφορετικό όσο και διακριτό στίγμα στη σύγχρονου στίγματος, πλην καλόγουστη και σαφή σκηνοθεσία του, που υπογράμμιζε τη διαχρονική επικαιρότητα των παιχνιδιών εξουσίας και την αλαζονεία των ηγετών. Τα "άχρονα" σκηνικά και κοστούμια (διαφορετικών, πάντως, χρωμάτων για Εβραίους και Ασσυρίους) του Γκάρυ ΜακΚαν και οι ψυχροί πλην λειτουργικοί φωτισμοί και σχεδιασμοί βίντεο του Μάρκο Τζούστι υπηρέτησαν/οπτικοποίησαν με άνεση τη σκηνοθετική πρόταση. Αυτήν απογείωσαν κατά τόπους διάφορα σκηνικά ευρήματα, όπως το εντυπωσιακό άρμα με 3 μεταλλικά άλογα επί του οποίου εισήλθε στην Ιερουσαλήμ ο Ναμπούκκο, ο αναδυόμενος μεταλλικός ασσυριακός πύργος, η υποβλητική σκηνή τρέλας του πρωταγωνιστή συνοδεία …σχοινιού και ενός απειλητικού πουλιού, ή ακόμη ο εντυπωσιακός θάνατος της Αμπιγκαΐλλε με επί σκηνής αστραπές και φλόγες.

Στο εξίσου συναρπαστικό ακρόαμα τον αναμφίβολα σημαντικότερο ρόλο έπαιξε η μουσική διεύθυνση του Σαγύ. Ο πολύπειρος 73χρονος αρχιμουσικός με τη δεδομένη αγάπη στον πρώιμο Βέρντι φώτισε με κύρος και γνώση του ύφους της παρτιτούρας περισσότερο ίσως την εμβατηριακή/επαναστατική της διάσταση απ’ό,τι τις δεδομένες καταβολές και οφειλές της (ως προς τον μελωδικό πλούτο) στο ρομαντικό μπελ-κάντο. Έστω και με κάποια περίσσια συμφωνικά ντεσιμπέλ, συνάρπασε με την αβίαστη, πρωτοφανούς ρευστότητας εναλλαγή ταχυτήτων και δυναμικών, το ρυθμικό σφρίγος/παλμό αλλά και την κομψότητα της ερμηνείας, ενώ συντόνισε ανεπίληπτα τα επί σκηνής δρώμενα. Εξίσου εντυπωσίασαν τα σύνολα (Ορχήστρα και Χορωδία) του ιστορικού θεάτρου: το παίξιμο της ορχήστρας διέθετε αυθεντικές βερντιανές ποιότητες, ενώ και η άρτια προετοιμασμένη από τον Αλμπέρτο Μαλάτσι χορωδία χάρισε τραγούδι συγκλονιστικής εστίασης και νοηματοδότησης του λόγου, με αποκορύφωμα ένα πυρετώδες "Va, pensiero" υπό το θόλο ενός ναού του Σολομώντα που παρέπεμπε στο ρωμαϊκό Πάνθεον.
Ο Πλατανιάς (που στις 31/5 αντικατέστησε τον Λούκα Σάλσι) είχε την τύχη να διαθέτει την ίδια πρώτη διανομή, με την εξαίρεση του ρόλου του Ζαχαρία, όπου τον σπουδαίο Μικέλε Περτούζι αντικατέστησε ο ΝοτιοΚορεάτης βαθύφωνος Σάιμον Λιμ. Αμφότεροι ήσαν, πάντως, οι μόνοι που έτυχαν μιας ανάμεικτης υποδοχής από το κοινό, που κατέκλυσε την ιστορική αίθουσα, προεξαρχόντων των πάντοτε καραδοκούντων για το παραμικρό σφάλμα loggionisti!
Αν στην περίπτωση του κάπως ωχρού μουσικοδραματικά Λιμ μπορεί να ενόχλησε το ορατό βιμπράτο της -όμορφης- φωνής, στην περίπτωση του Πλατανιά αυτή οφειλόταν στη μοναδική άτυχη στιγμή του, τη μη επίτευξη της ψηλής νότας στο φινάλε της καμπαλέτας της μεγάλης σκηνής "Dio di Giuda" του Δ’ Μέρους, ενδεχομένως λόγω τρακ, ανεπαρκούς "στήριξης/αναπνοής" ή ίσως αδυναμίας ν’ακολουθήσει τα αρκετά γρήγορα τέμπι που επέβαλε ο αρχιμουσικός. Κατά τα λοιπά, το γνήσια βερντιανό τραγούδι του ξεχώρισε περισσότερο για την καλλιέπεια παρά για τον -κομβικό στο συγκεκριμένο ρόλο- χειμαρρώδη χαρακτήρα, ενώ η ισορροπημένη υπόκριση ανέδειξε πειστικότερα τις ρωγμές, την πτώση/ταπείνωση και τα πατρικά διλήμματα του ρόλου παρά την εξίσου καθοριστική αυθάδεια και αλαζονεία του χαρακτήρα.
Στο φωνητικά απάνθρωπο ρόλο της Αμπιγκαΐλλε αποθεώθηκε η διάσημη Ρωσίδα υψίφωνος Άννα Νετρέμπκο, έστω και αν ουδόλως διέθετε το τίμπρο δραματικής spinto που αυτός απαιτεί ή τη φωνητική αρματωσιά των ενδόξων προκατόχων της στο ίδιο θέατρο. Οι σταθερές ψηλές νότες (αλλά χωρίς το υψηλό "ντο" της καμπαλέτας!), η αξιόπιστη χαμηλή φωνητική περιοχή και η πάντοτε επιβλητική σκηνική παρουσία επέτρεψαν σίγουρα τη σκιαγράφηση ενός άρτιου πορτρέτου της σφετερίστριας του θρόνου, αλλά προκαλεί εντύπωση το ότι ένα τραγούδι σταθερά οριακής ορθοτονίας και χωρίς φωνητικές και ψυχολογικές εκλεπτύνσεις δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτό ακόμη και από το έμπειρο κοινό της Σκάλας…
Αντιθέτως, οι φωνητικά γενναιόδωρες εμφανίσεις καταξιωμένων Ιταλών μονωδών, όπως ο τενόρος Φραντσέσκο Μέλι και η μεσόφωνος Βερόνικα Σιμεόνι στους μικρότερους ρόλους των Ισμαήλ και Φενένας (με ξυρισμένη κεφαλή!), πρόδιδαν, πέρα από τη μακρά εμπειρία τους, και την εξοικείωση με την ακουστική και το κοινό του θεάτρου…

Ο Δημήτρης Πλατανιάς εμφανίσθηκε έκτοτε και στην… ελληνική μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου, όπως θεωρείται το μικρό ιστορικό (1864) θέατρο "Απόλλων" της Ερμούπολης της Σύρου. Ως γνωστόν, o Ιταλός αρχιτέκτονας Πιέτρο Σαμπό άντλησε έμπνευση για τον σχεδιασμό του από 4 εντυπωσιακά ιταλικά θέατρα, μεταξύ των οποίων η Σκάλα.
Ο Πλατανιάς και η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου έδωσαν, στο πλαίσιο του φετινού Διεθνούς Μουσικού Φεστιβάλ Σύρου "SYRREO", που διοργανώθηκε με επιτυχία για 22η χρονιά στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, δύο απρόσμενα και ιδιαίτερα ατομικά φωνητικά ρεσιτάλ που κέντρισαν το ενδιαφέρον. Οι δύο εκλεκτοί μονωδοί είχαν ήδη συνυπάρξει το φετινό καλοκαίρι στο πλαίσιο οπερατικών γκαλά της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών σε Αθήνα και Κρήτη.
Στις 20/7 ο Πλατανιάς, συνοδευόμενος από την πιανίστα Σοφία Ταμβακοπούλου, χάρισε ένα ρεσιτάλ με έργα για φωνή και πιάνο των Μότσαρτ και Βάγκνερ, συνθέτες με τους οποίους δεν τον συνδέει κανείς αυτονόητα, μολονότι έχει ερμηνεύσει σποραδικά κάποιους οπερατικούς ρόλους τους στην ΕΛΣ.
Το αφιερωμένο στον Μότσαρτ πρώτο μέρος του ρεσιτάλ καλύφθηκε από την άρια/καβατίνα "του καταλόγου" του Λεπορέλλο (από τον Ντον Τζοβάννι"), αλλά και από τρεις άριες από τους "Γάμους του Φίγκαρο", δύο του Φίγκαρο (η 2η δόθηκε εκτός προγράμματος) και μία του Κόμη Αλμαβίβα. Η ομορφιά του τίμπρου, η καθαρή άρθρωση της ιταλικής και η μετρημένη θεατρικότητα υπηρέτησαν ερμηνείες καλλιεπείς, από τις οποίες ίσως έλειψε μία μεγαλύτερη ελαφράδα και προβολή των κατά περίπτωση αιχμών.
Διαφορετικές επιφυλάξεις ήγειρε το αφιερωμένο στον Ρίχαρντ Βάγκνερ δεύτερο μέρος της βραδιάς, στο οποίο ο Πλατανιάς αναμετρήθηκε με δύο από τα -γραμμένα για γυναικεία φωνή- "Τραγούδια της Ματθίλδης Βέζεντονκ", τη -γραμμένη για βαρύτονο- άρια "του Αποσπερίτη" του Βόλφραμ από τον "Τάνχωυζερ" αλλά και ένα μεγάλο μέρος από το -γραμμένο για φωνή μπάσου ή μπασοβαρύτονου- "Μονόλογο του Βόταν" από την "Βαλκυρία". Παρά την καθαρή εκφορά της γερμανικής γλώσσας, η νοηματοδότηση του αδόμενου λόγου υπήρξε σαφώς λιγότερο εντελής. Αν ξεχώρισε η ερμηνεία της πανέμορφης άριας "του Αποσπερίτη" για την ευγένεια της γραμμής και το ευγενές συναίσθημα, ενδιαφέρον παρουσίασε για τη δύναμη της εξαγγελίας και την προσπάθεια απόδοσης των μεταπτώσεων διαθέσεων και ο μνημειώδης "Μονόλογος" του Βόταν, παρότι δεν δόθηκε στο σύνολό του και παρά την απουσία της τόσο επιβλητικής και πλούσιας ορχηστρικής συνοδείας.
Σε όλα τα κομμάτια θαύμασε κανείς την υποδειγματική συνοδεία που διέπλασε η Ταμβακοπούλου, άξια πλέον "διάδοχος" ενός Δημήτρη Γιάκα ως προς την ποιότητα και τις εκλεπτύνσεις ήχου, τη ρυθμική ακρίβεια, την αίσθηση ύφους και δραματουργίας! Εμβόλιμα, η πιανίστα χάρισε στον Πλατανιά και τις αναγκαίες ανάπαυλες με τρία κομμάτια για πιάνο, από τα οποία ξεχώρισε περισσότερο το υπέρκομψο "Μενουέτο" σε σολ ελάσσονα (HWV 434/4) του Χαίντελ στη μεταγραφή του Βίλχελμ Κεμπφ. Περισσότερες ενστάσεις διατηρούνται για τις αναγνώσεις των άλλων δύο -σημαντικότερων- έργων: από τη "Φαντασία Κ.397" του Μότσαρτ έλειψε η πιο περιπετειώδης αφήγηση, ενώ αρκετά συγκρατημένη εκφραστικά και σίγουρα όχι δεόντως υπερβατική και επιβλητική ήχησε η περίφημη μεταγραφή από τον Λιστ του βαγκνερικού "Έρωτα/θανάτου" της Ιζόλδης.

Ακόμη πιο ερεθιστικό υπήρξε, δύο ημέρες αργότερα (22/7) στον ίδιο χώρο, το… σλαβικό ρεσιτάλ υπό τον τίτλο "Λυρικές εξομολογήσεις" της Παπαθανασίου, την οποία συνόδευσαν 3 εξαίρετοι μουσικοί, ο βιολιστής Αντώνης Σουσάμογλου, η τσελίστα Μαρία Ανισέγκου και ο πιανίστας Νίκος Κυριόσογλου.
Το πρωτότυπο και ψαγμένο πρόγραμμα αρθρώθηκε γύρω από διαφορετικές εκφάνσεις και εκφράσεις συναισθημάτων μέσω της φωνής (και όχι μόνο). Στο επίκεντρό του βρέθηκαν οι …εναρκτήριες, πολύτιμες όσο και εξαιρετικά σπάνιες "7 Ρομάντσες πάνω σε ποιήματα του Αλεξάντρ Μπλοκ" για σοπράνο και τρίο με πιάνο του Σοστακόβιτς. Με διαφορετική κάθε φορά συνοδεία (από έκαστο των σολιστικών οργάνων, συνδυασμούς τους σε ντουέτο αλλά και τρίο με πιάνο), ο διόλου απλός τεχνικά και φωνητικά κύκλος με την ποικίλη θεματική αποδόθηκε με μεγάλη εκφραστικότητα και συχνά εξπρεσιονιστική αίσθηση της δραματικής διάστασης κάποιων ποιημάτωνή ("Γκαμαγιούν", "Θύελλα").
Το πέρασμα στον Ραχμάνινοφ σήμανε την εστίαση στο λυρισμό, τη μελαγχολία και την ευαισθησία. Αρχικά οι Σουσάμογλου, Ανισέγκου και Κυριόσογλου απέδωσαν έξοχα το "1ο Ελεγειακό Τρίο", μία νεανική, πανέμορφη σύνθεση μελωδικού χαρακτήρα σε μία κίνηση. Τη διάχυτη μελαγχολία της ρομαντικής δραματουργίας φώτισαν ζηλευτά με σπάνια ποιότητα διαλόγου, (δεξιο)τεχνική άνεση και κοινή αντίληψη του εκφραστικού της στίγματος. Ο θερμός ήχος των εγχόρδων έσμιξε με τον εξαιρετικά ευέλικτο -όχι μόνο ρυθμικά- ρόλο του πιάνου, ενώ η ρευστή φραστική με προσεγμένες φωτοσκιάσεις και διακυμάνσεις δυναμικής ανέδειξαν τη "συμφωνική" διάσταση αλλά και το νεανικό σφρίγος της γραφής. Ακολούθως, η ανεπίληπτη ορθοτονία της Παπαθανασίου απογείωσε τη δημοφιλή "Βοκαλίζ", ενώ το πιο μεστό ηχόχρωμά δικαίωσε την αδιόρατη μελαγχολία του κομματιού (που συχνά ηχεί σαν "άσκηση" όταν αποδίδεται από κολορατούρα!). Η σπάνια τέχνη της υψιφώνου (σε πιάνι και εκλεπτύνσεις) ανήγαγε τη μία από τις "6 Ρομάντσες" (την 4η του έργου 4) σε κανονική δραματική σκηνή, ενσταλάζοντας ισόρροπα ένταση/πάθος και συναίσθημα. Η γλαφυρή πιανιστική συνοδεία σε αμφότερα του Κυριόσογλου επιβεβαίωσε τις ισχυρές εντυπώσεις της σύμπραξής του στο Τρίο και το πόσο ιδανικός για τον Ραχμάνινοφ είναι ο μεγάλος, αριστοκρατικός ήχος του! Μακάρι να τον ακούσουμε σύντομα σε κάποια από τις μείζονες συνθέσεις του για πιάνο και ορχήστρα.
Το πιάνο του συνόδευσε συναρπαστικά και την περίφημη "άρια της Σελήνης" από την όπερα "Ρούσαλκα" του Ντβόρζακ, ρόλο ενταγμένο από σειρά ετών στη διεθνή carte de visite της Παπαθανασίου, τον οποίο ουδείς μέχρι τώρα σκέφθηκε να της αναθέσει και στη χώρα μας… Η ερμηνεία της διέθετε και την κρίσιμη ονειρική διάσταση και την υποδόρια αίσθηση του δράματος. Με ακόμη δύο πληθωρικής μελωδικότητας κομμάτια του Ντβόρζακ έκλεισε η βραδιά. Το "Andante moderato" από το γνωστό Τρίο "Dumky" (έργο 90) και η μεταγραφή (από τον Σουσάμογλου) για τρίο με πιάνο του -αφιερωμένου στη μητρική αγάπη- 4ου από τα "Τσιγγάνικα τραγούδια" του έργου 55 πιστοποίησαν και το επίπεδο ώσμωσης των τριών μουσικών και το αλάθητο θεατρικό ένστικτο της Παπαθανασίου.
Το πολύ επιτυχημένο ρεσιτάλ, που θα άξιζε να επαναληφθεί στα μείζονα μουσικά κέντρα της χώρας, ολοκληρώθηκε -εκτός προγράμματος- και αποφορτίσθηκε ευπρόσδεκτα με τη συντομότατη, παιγνιώδη "Μικρή Σερενάτα" του Μπερνστάιν.
Αν μη τι άλλο, ο φετινός προγραμματισμός του καταξιωμένου Διεθνούς Μουσικού Φεστιβάλ Σύρου έδειξε ότι υπάρχει πάντοτε χώρος για πολιτιστικές προτάσεις αξιώσεων στην ελληνική περιφέρεια – και όχι μόνο για όσους τις συνδυάζουν με τις διακοπές τους…

