©Γιώργος Σακελλαρίου
Έντονο άρωμα γυναίκας και ψαγμένο ρεπερτόριο είχαν δύο θαυμάσιες συναυλίες που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στο "Ολύμπια" Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Αθηνών.
Στις 10/2, η τσεμπαλίστα Ελίζα Μπαρμπέσσι (έρευνα – σύλληψη) και η ηθοποιός Μάρθα Τομπουλίδου (δραματουργία – σκηνοθετική επιμέλεια) πρότειναν μία παράσταση με τον τίτλο "Πεπρωμένον φυγείν…", που αρθρώθηκε γύρω από ιταλικές μπαρόκ καντάτες του 17ου και του 18ου αιώνα με πρωταγωνίστριες 3 ομηρικές ηρωίδες, τις Ελένη, Ανδρομάχη και Κασσάνδρα.
Λόγος (αποσπάσματα από τις τραγωδίες του Ευριπίδη "Τρωάδες", "Ανδρομάχη" και "Μήδεια" αλλά και από το ποίημα "Ελένη" του Σεφέρη) και μουσική (οι σπανιότατες -όλες (;) σε πανελλήνια πρώτη!- μπαρόκ καντάτες των Μπενεντέττο Μαρτσέλλο, Στραντέλλα, Τσιρούτι και Μαρατσόλι αλλά και σύγχρονες ηλεκτρονικές συνθέσεις-γέφυρες που συνέθεσε η Νεφέλη Μπερή), απαγγελία και τραγούδι έσμιξαν σ’ένα ενδιαφέρον μουσικοθεατρικό δρώμενο, στο οποίο η φωνή εκφράζει συναισθήματα, γίνεται μαρτυρία ή και τρόπος σκέψης.
Ωραία δομημένο και παρουσιασμένο, το συνεκτικό πρόγραμμα διήγειρε συνεχώς αισθήσεις και νου. Σ’αυτό αξιοποιήθηκαν η αισθαντική χροιά, η πεντακάθαρη εκφορά λόγου και το μέτρο αφήγησης της Τομπουλίδου (κυρίως ως Κασσάνδρα), το σκηνικό και φωνητικό κύρος δύο από τις καλύτερες -και μάλλον υποχρησιμοποιούμενες!- μονωδούς μας, της μεσοφώνου Μαίρης-Έλεν Νέζη και της υψιφώνου Μυρσίνης Μαργαρίτη και μια έμπειρη ομάδα σταθερού βασίμου σε όργανα εποχής (Κτώνα στο τσέμπαλο, Μποβ στο βιολοντσέλο, Μηνακούλη στη θεόρβη και Μπαρμπέσσι στο φορητό εκκλησιαστικό όργανο).
Από φωνητικής πλευράς ευχαρίστησαν οι σωστές επιλογές ρόλων και τίμπρων για το τραγούδι και τη δραματική εξαγγελία, η άρτια άρθρωση του αδόμενου λόγου (σε φροντισμένη ελληνική μετάφραση των Μπαρμπέσσι και Μηνακούλη) στα ρετσιτατίβι, η αίσθηση και κατανόηση του ύφους του πρώιμου ιταλικού μπαρόκ.
Το θερμό ηχόχρωμα, η μουσικότητα και η σκηνική ευγένεια της Νέζη απέδωσαν ιδανικά την τραγική μοίρα και τα διλήμματα της Ανδρομάχης, όπως σκιαγραφούνται στις καντάτες των Μπ. Μαρτσέλλο (ένα απαιτητικό, μεγάλης διάρκειας lamento) και Τσιρούτι. Η πιο δροσερή, ευχάριστα μεταλλική χροιά, η όμορφη σκηνική παρουσία και η θεατρικότητα της -ασθενούς, εκείνο το βράδυ- Μαργαρίτη υπηρέτησαν άψογα τις καντάτες ανωνύμου συνθέτη και του Στραντέλλα, που εστίασαν στη μοιραία Ελένη, φωτίζοντας τη συνειδητοποίηση των πράξεων της και των κάθε λογής συνεπειών τους. Η σύμπραξη αμφοτέρων στην καντάτα του Μαρατσόλι, μία σπονδυλωτή δραματική σκηνή, έδωσε ακριβές στίγμα της ευθραυστότητας του χαρακτήρα της Ελένης, ολοκληρώνοντας υποδειγματικά την παράσταση.
Από πλευράς συνοδείας, οι εντυπώσεις ήσαν πιο άνισες κυρίως λόγω του ρυθμικά μεν ακριβούς πλην δραματικά αμέτοχου παιξίματος της Κτώνα στο τσέμπαλο και του ενίοτε οριακής ορθοτονίας παιξίματος του Μποβ. Επίσης, δεν έγινε αντιληπτή η ανάγκη -προσεγμένης έστω- μικροφωνικής ενίσχυσης του ήχου σε μία αίθουσα με τις διαστάσεις αυτής του κατάλληλου για το συγκεκριμένο ρεπερτόριο θεάτρου "Ολύμπια".
Ανεξαρτήτως των όποιων επιφυλάξεων, μία ασυζητητί πρωτότυπη και αξιέπαινη δουλειά!

Ακριβώς ένα μήνα αργότερα (10/3), στο ίδιο θέατρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων (ΣΟΔΑ) διηύθυνε η αρχιμουσικός Μάτα Κατσούλη, γνωστότερη ως μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες υψιφώνους της τελευταίας 30ετίας, η πρόωρη "αποστρατεία" της οποίας -για λόγους υγείας- άφησε ένα κενό στα λυρικά μας πράγματα που ουδέποτε αναπληρώθηκε!
Το ωραίο και συνεκτικό πρόγραμμα της συναυλίας περιστράφηκε και εδώ γύρω από γυναικείες μορφές, που συμπύκνωναν, με διαφορετικό τρόπο, την ένταση της εποχής τους, άλλοτε ως δημιουργοί άλλοτε ως μυθικά πρόσωπα, σταθερά ως φωνές που αντιστέκονται.
Στο πρώτο μέρος της βραδιάς με τον τίτλο "Γυναίκα" προσφέρθηκε η 3η Συμφωνία της Γαλλίδας Λουίζ Φαρρένκ, η οποία άφησε το αποτύπωμά της στη γαλλική μουσική ζωή του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, τόσο ως καθηγήτρια πιάνου στο Κονσερβατουάρ των Παρισίων, όσο και ως συνθέτρια σε μάλλον απρόσφορες, ιδίως για τη συμφωνική μουσική, συνθήκες.
Η ακρόαση του -εσχάτως, αρκετά δημοφιλούς διεθνώς- έργου πρόδιδε, παρά τις όποιες σποραδικές πρωτορομαντικές επιρροές της εποχής (ενός Μέντελσον ή ενός Σούμπερτ), περισσότερο μια καλή αφομοίωση του μπετοβενικού κλασικισμού.
Την καλογραμμένη αλλά στερούμενη "προσωπικής" υπογραφής παρτιτούρα ανέδειξε πειστικά η μουσική διεύθυνση της Κατσούλη, προϊόν υψηλής αντίληψης όσο και καλής μελέτης και αγάπης του έργου. Η προσφερθείσα ερμηνεία χτίσθηκε με πλαστικό χειρισμό των αγωγικών ενδείξεων, διέθετε επαρκή παλμό (στα γρήγορα μέρη), ευαισθησία και καντάμπιλε στα πιο αργά. Παρά τη γνωστή άχαρη ακουστική των "Ολυμπίων" τα έγχορδα της ΣΟΔΑ ήχησαν συντονισμένα (αν και όχι καλλιεπή), ενώ τα ξύλινα πνευστά χρωμάτισαν τη συμφωνική αφήγηση με τις παρεμβάσεις τους (το όμποε του Γιοβάνη, το κλαρινέτο του Νικολούζου).
Ολόκληρο το β’ μέρος της βραδιάς κάλυψε η "Μήδεια" του Βοημού Γίρζι Αντονίν Μπέντα, ένα μονόπρακτο μελόδραμα σε 5 σκηνές, με σολίστ την ηθοποιό Μαρία Σκουλά.
Αν στις μέρες μας ο όρος ταυτίζεται με την όπερα, το κατά Μπέντα "μελόδραμα" αποτελεί κάτι διαφορετικό: ένα -δημοφιλέστατο περί τα τέλη του 18ου αιώνα- είδος μουσικού θεάτρου, που αποτελεί στην ουσία συναρμογή δραματικής απαγγελίας και μουσικής συνοδείας. Μολονότι το έργο προβλέπει περισσότερα πρόσωπα (την Μήδεια, τον Ιάσoνα, τους γιους τους, την αντίζηλο Κρέουσσα, την τροφό και τον ακόλουθο), η ερμηνεύτρια του κεντρικού ρόλου της Μήδειας αναλαμβάνει συνήθως και τους λοιπούς, υποχρεούμενη να προσαρμόζει κάθε φορά λεπταίσθητα τη φωνή της. Εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς ότι χρειάζεται μεγάλη τέχνη για να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον της αφήγησης, καθώς η ηθοποιός-ερμηνεύτρια καλείται να στήσει ένα πραγματικό θεατρικό δρώμενο συνοδεία μουσικής. Και τούτο γιατί, παρά τις προθέσεις του Μπέντα (που απηχούν ιδέες του φιλοσόφου -και συνθέτη!- Ζαν-Ζακ Ρουσσώ), η μουσική στο μελόδραμα δεν έχει αυτόνομο ρόλο, αλλά περισσότερο πλαισιώνει τις μεταπτώσεις διαθέσεων του θεατρικού λόγου, τις ψυχ(ολογ)ικές δηλ. μεταπτώσεις του χαρακτήρα.
Μετά τη σπουδαία Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (2011, 2019 & 2024-2025) και την Κόρα Καρβούνη (2020), η Σκουλά προσέφερε μία εντελώς διαφορετική ερμηνεία, αρκετά πιο εξπρεσιονιστική θα λέγαμε, της μυθικής μάγισσας (και ανηψιάς της Κίρκης). Ήδη από την αρχή κυριάρχησε μία αφήγηση μεγάλης έντασης με συχνά υπερβολικό τονισμό των φράσεων και έμφαση στην οργή της ηρωίδας και την επιθυμία της για εκδίκηση. Καθώς η μεγάλη φωνή της ανταποκρίνεται αβίαστα στις διαστάσεις ανοιχτού θεάτρου, έλειψαν οι πιο χαμηλόφωνοι τόνοι που θα επέτρεπαν μεγαλύτερες αποχρώσεις σε αντιστοιχία με τις κλασικές αναλογίες ύφους και αισθητικής της μουσικής. Από την όλη, κάπως άνιση προσέγγιση ξεχώρισε κανείς την υψηλής δραματικής θερμοκρασίας σκηνή της Μήδειας με τα παιδιά της και το συνταρακτικό φινάλε.
Σε αυτό γίνεται, εξάλλου, γλαφυρότερα ορατή και η αλληλουχία της μουσικής με το λόγο. Στο υπόλοιπο έργο ο λόγος διατηρεί την πρωτοκαθεδρία έναντι της δραματουργικά αδύναμης μουσικής. Αντλώντας από τη Συμφωνική του Δήμου Αθηναίων ένα παίξιμο επαρκούς εγρήγορσης (με αρκετά διάσπαρτα, ορθοτονικά ακριβή σόλι της εξάρχουσας Έφης Χριστοδούλου), η Κατσούλη οριοθέτησε ήδη από την εκτενή προγραμματική εισαγωγή μία προσεγμένη, κλασικού περιγράμματος ορχηστρική εκτέλεση, από την οποία δεν έλειψε η αναγκαία θεατρικότητα, φωτίζοντας το προ-μπετοβενικό στίγμα της παρτιτούρας.
Αν μη τι άλλο, η συναυλία αυτή αποτέλεσε συνολικά μία πολύ ευχάριστη έκπληξη από πλευράς ρεπερτορίου, αρχιμουσικού και ορχήστρας!

