Μια νέα γενιά στο πίσω μέρος της τράτας, όπως πολύ παλιά © Λαογραφική Στέγη Σαλαμίνας
Ένα γλυκό χειμωνιάτικο απόγευμα, καθώς βόλταρα στη Σαλαμίνα και διέσχιζα την οδό Πολυχρόνη Λεμπέση, στ' αφτιά μου ήρθαν ήχοι από μπουζούκι. Κοντοστάθηκα παραξενεμένος, μέχρι που θυμήθηκα ότι εκεί κοντά βρισκόταν η Λαογραφική Στέγη του νησιού. Γεμάτος περιέργεια, άνοιξα την πόρτα της και είδα να χορεύουν χασάπικο, με χοροδιδάσκαλο τον Κώστα Κοκλιώτη.
Ενώ χάζευα τους χορευτές, το μυαλό μου έτρεξε στον Μάρκο Βαμβακάρη και σε όσα είχε πει κάποτε στην Αγγελική Βέλλου-Κάιλ: ότι οι Κουλουριώτες (οι κάτοικοι της Σαλαμίνας, δηλαδή) είναι άριστοι στο χασάπικο και ούτε καν οι Συριανοί δεν μπορούν να τους παραβγούν. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, παρατηρούσα ότι στη Λαογραφική Στέγη χόρευαν το χασάπικο κάπως αλλιώς· κάπως παράξενα, για τα δικά μου μάτια. Aποφάσισα λοιπόν να μάθω περισσότερα, αρχίζοντας το "ρεπορτάζ" από το ΕΠΑΛ στο οποίο διδάσκω. Εκεί, η πολύπειρη διευθύντρια Άννα Κανάκη, αλλά και τα παιδιά που μαθαίνουν χορούς ή λαμβάνουν μέρος στις δημιουργικές δραστηριότητες του σχολείου, άρχισαν να μου ξετυλίγουν την ιδιαίτερη ιστορία του κουλουριώτικου χασάπικου.
Ένας παλιός χορός, με ρίζες στον Ελληνισμό της Μικρασίας
Πώς είναι, όμως, το κουλουριώτικο χασάπικο; Μια θαυμάσια περιγραφή υπάρχει στην "Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού" του Άλκη Ράφτη (1995), όπου διαβάζουμε ότι πρόκειται για παραλλαγή με πιο γρήγορο ρυθμό, με πιο πολύπλοκα βήματα, καθώς και με τσαλίμια. Χορεύεται σχεδόν στατικά, σε ευθεία γραμμή, με ελαφρύ χτύπημα στον ώμο ως "σινιάλο" για αλλαγή φιγούρας, ενώ έχει και καθίσματα, τα οποία απουσιάζουν από το πιο "κλασικό" χασάπικο. Το πόσες φιγούρες διαθέτει δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο –οι πιο έγκυρες πηγές τις υπολογίζουν σε 13, αν και, ανάλογα με τις παρέες, μπορεί να φτάσουν τις 16, ακόμα και τις 18.

Οι ρίζες του κουλουριώτικου χασάπικου δείχνουν χαμένες στον χρόνο, πάντως είμαστε σίγουροι ότι η σκούφια του κρατάει από τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και ότι συγγενεύει με τον Αρναούτικο, χορό των Κωνσταντινουπολιτών, που μοιάζει να είναι και ο απευθείας πρόγονός του. Όλα αυτά, φυσικά, έχουν άμεση σχέση με το απώτερο παρελθόν της Σαλαμίνας, η οποία διέθετε ονομαστό στόλο, που επέτρεψε τη σύναψη ανθηρών εμπορικών συναλλαγών τόσο με την Πόλη, όσο και με τη Σμύρνη. Και το κουλουριώτικο χασάπικο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνα τα παλιά καΐκια, αφού οι Κουλουριώτες ναυτικοί το μάθαιναν στα ταξίδια τους: ο στατικός του χαρακτήρας, ας πούμε, σμιλεύτηκε από τον περιορισμένο χώρο που υπήρχε στα πίσω μέρη της τράτας, όπου και πρωτοχορεύτηκε.
Αρχαιότερή μας πηγή είναι ένας από τους παλιότερους ονομαστούς χορευτές της Σαλαμίνας: ο Βαγγέλης Λύτρας –γνωστός με το παρατσούκλι "Ντούντας"– ο οποίος μίλησε στον λαογραφικό μελετητή Ηλία Δρίβα για το βιβλίο του πάνω στο χασάπικο (2020), καταθέτοντας ότι ως παιδί έμαθε τον χορό παρατηρώντας τους μεγαλύτερους να τον χορεύουν στην ταβέρνα του Ράπτη, γύρω στο 1915/1916. Τα λόγια του επιβεβαιώνονται και από τον γεννηθέντα το 1905 Θανάση Καραγιάννη (που είχε το παρατσούκλι "Γιαννίκος"). Έτσι, παρότι καλό θα ήταν να προέκυπταν και περισσότερα στοιχεία, είναι ασφαλές να πούμε ότι το κουλουριώτικο χασάπικο άκμαζε ήδη πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Αποτολμώντας λοιπόν μια εκτίμηση, θα προτείνουμε ότι "γεννήθηκε" κάπου μέσα στη δεκαετία του 1890, ώστε να προλάβουν να υπάρξουν οι έμπειροι παλιοί μάστορες που αντίκρισαν ως παιδιά ο Ντούντας και ο Γιαννίκος. Αλλά τι όργανα συνόδευαν τους χορευτές σ' εκείνα τα χρόνια, αφού τα μπουζούκια δεν είχαν ακόμα διαδοθεί; Κι αυτό το σημείο το ξεκαθαρίζει ο Ντούντας, αποκαλύπτοντας ότι χόρευαν με λατέρνες –στοιχείο ιδιαίτερης σημασίας, αφού διασυνδέει το κουλουριώτικο χασάπικο με τον ευρύτερο κόσμο του σμυρνέικου ρεπερτορίου, το οποίο προηγείται του ρεμπέτικου, λειτουργώντας ως "μήτρα" του. Μάλιστα, εδώ υπάρχει κι ένα πολύτιμο φωτογραφικό τεκμήριο, όπου βλέπουμε τον πρωτοπόρο στιχουργό του ρεμπέτικου και γνωστό μάγκα του πειραιώτικου υποκόσμου Νίκο Μάθεση ή "Τρελάκια" να χορεύει κουλουριώτικο χασάπικο το 1927, στο πανηγύρι της Φανερωμένης.
Το χασάπικο ως στοιχείο ταυτότητας της παλιάς Κούλουρης
Όση απόλαυση κι αν αντλεί κανείς από την έρευνα και από τις διασυνδέσεις που μπορεί να βρει, τίποτα δεν υποκαθιστά τη ζώσα μνήμη και το άμεσο κοινωνικό βίωμα. Γι' αυτό και στραφήκαμε στις γλαφυρές αφηγήσεις του Γιάννη Βασιλείου, προκειμένου να κατανοήσουμε πώς συνδέθηκε το κουλουριώτικο χασάπικο με το κοινωνικό γίγνεσθαι της παλιάς Σαλαμίνας. Όπως μας εξήγησε, κατά τον Μεσοπόλεμο και τα άμεσα μεταπολεμικά χρόνια (χοντρικά μεταξύ 1935 και 1950, δηλαδή) ο χορός ήταν υπόθεση πρωτίστως της κάθε γειτονιάς.

Η παλιά Σαλαμίνα ήταν μοιρασμένη σε τρεις γειτονιές, με τα Αλώνια να λογίζονται ως παλιότερη και τα πέριξ του Αγίου Μηνά και του Αγίου Ανδρέα ν' ακολουθούν. Ήταν σημαντικό, λοιπόν, να μην προλαβαίνεις να διακρίνεις τις φιγούρες, για να μη μπορείς να το αντιγράψεις, ώστε κάθε γειτονιά να διατηρεί το χαρακτηριστικό της στιλ. Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, ήταν το βίωμά του ως χορού προσποίησης, που στόχευε να εκπλήξει και να ενθουσιάσει. Πράγμα που απαιτούσε ένα μέτρο, μια ισορροπία, προκειμένου να διατηρήσει το στοιχείο της ίντριγκας δίχως να ξεφτίσει σε γελοιότητες.
Καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός και χάνονταν τα αυστηρά σύνορα και οι αντιζηλίες των παλιών γειτονιών, η σκυτάλη πέρασε στις παρέες. Διατηρήθηκε ωστόσο το ίδιο γενικό πνεύμα: το κουλουριώτικο χασάπικο δεν άλλαξε φιλοσοφία, απλά, χρόνια με τα χρόνια, οι παρέες που το χόρευαν πρόσθεταν τσαλίμια. Χώρος έκφρασής του, πλέον, έγιναν οι πολυάριθμες ταβέρνες του νησιού, τις οποίες, όμως, δεν πρέπει να ταυτίζουμε με τα οικογενειακά εστιατόρια που έχουμε σήμερα κατά νου όταν ακούμε τη λέξη "ταβέρνα". Όντας περισσότερο κρασοπουλειά, ήταν χώροι όπου κατά κύριο λόγο πουλούσαν κρασί, οι οποίοι λειτουργούσαν κατά τρόπο κλειστό, σχεδόν "συνωμοτικό". Οι γνωστοί, δηλαδή, ειδοποιούσαν ότι θα περάσουν, ο μαγαζάτορας μαζί με το κρασί έβγαζε και δυο-τρεις συγκεκριμένους μεζέδες, ενώ όσοι έρχονταν μπορούσαν συνήθως να φέρουν και το φαγητό τους.

Ήταν λοιπόν αυτές οι αντροπαρέες που χόρευαν χασάπικο, το οποίο μουσικά συνδέθηκε πλέον με το ρεμπέτικο κι έπειτα με το λαϊκό τραγούδι, έχοντας ως κατεξοχήν συνοδευτικό όργανο το μπουζούκι. Ο ξένος που τυχόν περνούσε μπορούσε να μπει ν' αγοράσει κρασί, όχι όμως και να κάτσει μαζί με τους ντόπιους, ειδικά αν δεν είχε καμία σχέση με τον εν λόγω κοινωνικό κώδικα.
Κάθε παρέα, τώρα, περιφρουρούσε τα τσαλίμια της, επιθυμώντας να ξεχωρίσει. Έτσι, αν και υπήρχαν ονομαστοί χορευτές, δεν υπήρχαν "δάσκαλοι": όσοι έφηβοι διψούσαν να μάθουν κουλουριώτικο χασάπικο, το μάθαιναν παρατηρώντας, μιμούμενοι τις κινήσεις των μεγαλύτερων. Κάπως έτσι προέκυψαν και οι τόσες φιγούρες, αφού οι πιο ικανοί ήθελαν πάντα να τους καμαρώνουν, οπότε πρόσθεταν στην ήδη υπάρχουσα παρακαταθήκη. Όπως είπαμε και πιο πάνω, ανάμεσα στους παλαιότερους χορευτές ξεχωρίζει ο Βαγγέλης "Ντούντας" Λύτρας, ο οποίος επαγγελόταν ψαράς σε γρι-γρι. Ονομαστός νεότερός του, έπειτα, ήταν ο Γιάννης Ράκκας, ναυτικός.
Τα πέτρινα χρόνια, αλλά και μια καινούρια εποχή εξωστρέφειας
Τα πράγματα αλλάζουν άρδην κατά τη μετάβαση από τη δεκαετία του 1970 στη δεκαετία του 1980. Η παλιά Κούλουρη ξεθωριάζει, τα ταβερνεία έκλεισαν σχεδόν όλα δίνοντας τη θέση τους σε νυχτερινές πίστες και σε οικογενειακά ρεστοράν, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση έφεραν μια πιο οικιακή διασκέδαση, ενώ η νεολαία υιοθέτησε έναν πιο Δυτικό τρόπο ψυχαγωγίας, συχνάζοντας στις πρώτες καφετέριες, μα και στις νεότευκτες ντισκοτέκ.

Κάποιοι, βέβαια, μπορεί να θυμούνται ότι έμαθαν τις φιγούρες του κουλουριώτικου χασάπικου α-λα-παλαιά, παρατηρώντας όσους το χόρευαν στο μπουζουξίδικο "Φλωρεντία", στα Αμπελάκια· γι' άλλους, όμως, οι νεανικές μνήμες ήταν πλέον συνυφασμένες με ντισκοτέκ σαν τη "Zodiac" ή με το μικροσύμπαν που απαθανάτισε ο Νίκος Γραμματικός στην ταινία "Απόντες" (1996). Η κοινωνία της Σαλαμίνας γυρνούσε σελίδα και η θέση του χασάπικου ως ταυτοτικού στοιχείου έγινε επισφαλής. Ωστόσο, αν και ο χορός περιορίζεται και ξεθωριάζει στη διάρκεια αυτών των "πέτρινων" χρόνων, δεν εξαφανίζεται –κάτι που πρέπει να τονιστεί, γιατί η τωρινή του παρουσία διαθέτει αδιάσπαστη συνέχεια, δεν πρόκειται για αναβίωση.
Σημαντική, λ.χ., είναι η μαρτυρία του Κώστα Κοκλιώτη, ο οποίος γράφει ότι το 1986 κλήθηκε στον πολιτιστικό σύλλογο "Ευριπίδης" ώστε να διδάξει κουλουριώτικο χασάπικο. Με την πολύτιμη βοήθεια της Τίνας Μπεγνή, δασκάλας παραδοσιακών χορών, τα πράγματα προχώρησαν γρήγορα και το 1987 έκαναν δημόσια επίδειξη στην Πλατεία Ηρώων, στο πλαίσιο εκδηλώσεων για τον Πολιτιστικό Αύγουστο. Έναν χρόνο αργότερα (1988), το παράρτημα Σαλαμίνας του Λυκείου των Ελληνίδων αναθέτει στον Γιάννη Ράκκα να διδάξει τον χορό σε μια νεότερη γενιά. Βέβαια, παρά την αδιαμφισβήτητη σημασία αυτής της "επισημοποίησης", έρχεται κι ένα πνεύμα απλοποίησης: τα βήματα "χάλασαν", μας είπε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βασιλείου, ώστε να διευκολυνθεί ο κόσμος που ζητούσε να μάθει τον χορό.

Εντωμεταξύ το κουλουριώτικο χασάπικο διατηρείται ζωντανό και στον Πολιτιστικό Σύλλογο της προαναφερθείσας Τίνας Μπεγνή, που του χαρίζει και την πρώτη πανελλήνια τηλεοπτική διασημότητα το 1992, όταν το παρουσίασαν ο Παύλος Βενετσάνος, ο Σπύρος Γαρείος, ο Λάμπρος Ελευσινιώτης και ο Θανάσης Ράκκας στην εκπομπή της ΕΡΤ1 "Η Σκυτάλη στην Τέχνη", εντυπωσιάζοντας το πάνελ της, στο οποίο βρίσκονταν ο συνθέτης Γιώργος Κατσαρός, η Ροζίτα Σώκου, η Σάσα Ντάριο, ο Γιώργος Παπαστεφάνου και ο ποιητής Δημήτρης Ιατρόπουλος. Ένα ακόμα σημαντικό ορόσημο είναι ο διαγωνισμός κουλουριώτικου χασάπικου που έλαβε χώρα κατά τη Γιορτή Ψαράδων 1992, δίνοντας την ευκαιρία να ξεχωρίσει μια νεότερη φουρνιά χορευτών, με προεξέχοντες τον Παύλο Βενετσάνο, τον Κωνσταντή Νομικό και τον Δημήτρη Μιχαλάκη. Εκεί, μάλιστα, ακούστηκε και μια μεγάλη ντόπια επιτυχία, το "Όταν Χορεύουνε Στην Πίστα Οι Κουλουριώτες", σε μουσική Νότη Θαλασσινού και στίχους Θανάση Μαρρά, τραγουδισμένο από τη Χαρούλα Καλιότσου.
Έπειτα, έχουμε τη δράση της Χορευτικής Ομάδας Σαλαμίνας Μανώλης Καπετανάκης –που το 2020 μετασχηματίζεται στη Λαογραφική Στέγη Σαλαμίνας– ενώ το 2001 στα πράγματα μπαίνει πια και η βούλα της πολιτείας, αφού το Πολιτιστικό Τμήμα του Δήμου Σαλαμίνας ιδρύει χορευτική ομάδα και φέρνει τον Λάμπρο Ελευσινιώτη να διδάξει κουλουριώτικο χασάπικο. Σε όλα αυτά, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε και μια ξεχωριστή πινελιά η οποία ήρθε σε ανύποπτο χρόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το 1993 ο Joe Graziosi παρουσίασε "Kolouriótiko Palio Hasápiko" στο Stockton Folk Dance Camp: έναν εδραιωμένο μουσικοχορευτικό θεσμό που διεξάγεται κάθε χρόνο στους χώρους του Πανεπιστημίου του Ειρηνικού, στο Στόκτον της Καλιφόρνια.

Από την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ξεκινάει λοιπόν μια καινούρια εποχή εξωστρέφειας, οπότε αξίζει να σταχυολογήσουμε ορισμένα κομβικά σημεία. Το 2008, το Λύκειο Ελληνίδων της Σαλαμίνας πηγαίνει στην Κίνα και χορεύει κουλουριώτικο χασάπικο στην τελετή έναρξης της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του Πεκίνου. Τον Ιούνιο του 2018 το παρουσιάζει ο διακεκριμένος μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή "Το Αλάτι της Γης", χαρακτηρίζοντάς το ως "πραγματικό κέντημα". Το 2022, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, ολοκληρώνεται το ντοκιμαντέρ του Σίλα Μιχάλακα "Το Κουλουριώτικο Χασάπικο", το οποίο και προβάλλεται στο Ethno Fest 2023. Τον Οκτώβριο του 2025 το κοινό του 2ου Athens Rebetiko Festival καταχειροκρότησε την ομάδα της Λαογραφικής Στέγης Σαλαμίνας, η οποία παρουσίασε κουλουριώτικο χασάπικο σε διδασκαλία Κώστα Κοκλιώτη. Κι ένα ακόμα σημαντικό ραντεβού έχει ήδη κλείσει για φέτος, αφού η Στέγη θα ταξιδέψει στη Σύρο ώστε να συμμετάσχει στο 10ο Φεστιβάλ Ρεμπέτικου με τίτλο "Η Σύρα του Βαμβακάρη", χορεύοντας για το μουσικό σύνολο του Βαγγέλη Τρίγκα και την Καίτη Κουλλιά.

Φυσικά, από την όλη εικόνα δεν λείπουν και οι παλαιάς κοπής ...γκρίνιες, αφού ορισμένοι επιμένουν να επικρίνουν όσους νεότερους μαθαίνουν να χορεύουν με αθλητικά παπούτσια, πιστεύοντας ότι μόνο στην ταβέρνα γίνεται να το διδαχθούν όπως πρέπει. Ωστόσο η άποψη αυτή κρίνεται ξεπερασμένη, αφού, όπως είδαμε, και η ίδια η έννοια της κουλουριώτης ταβέρνας ανασχηματίστηκε μέσα στις δεκαετίες: ήδη όσοι μάθαιναν χασάπικο έξω από τη "Φλωρεντία", για παράδειγμα, βρίσκονταν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, συγκριτικά με τα κρασοπουλειά των προπατόρων τους.
Εντωμεταξύ, στο πλαίσιο τέτοιων παλαιών ιδεών και πρακτικών, ο χορός δεν ήταν προσβάσιμος στις γυναίκες, οι οποίες "όφειλαν" να μένουν στα καλαματιανά κτλ., αφήνοντας το πεδίο του στους άνδρες. Μοναδικές θηλυκές εξαιρέσεις μπορούσαν να βρεθούν μόνο εντός της στενής οικογένειας κάποιου χορευτή και είναι με το πνεύμα αυτό που δίδαξε και ο Γιάννης Ράκκας στο Λύκειο Ελληνίδων, πίσω στο 1988. Σύμφωνα δηλαδή με τη μαρτυρία της Νένας Παπαγγελή, η τότε διδασκαλία ήταν μόνο για τα αγόρια, όμως η ίδια, μαζί με την Ευγενία Πούτου, έμαθαν παρακολουθώντας κρυφά. Πλέον, εδώ και κάμποσα χρόνια, οι αυστηρά έμφυλες κατανομές έχουν καταλήξει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και τα κορίτσια μπορούν ισότιμα να μυηθούν στα κουλουριώτικα "μυστικά" του χασάπικου, εναρμονίζοντας, έτσι, αυτή την παλιά χορευτική παράδοση με τον μοντέρνο κόσμο.
Μια νέα πρόταση για την Άϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά;
Για να προλάβω τυχόν παρεξηγήσεις, οφείλω να διασαφηνίσω ότι δεν είμαι Κουλουριώτης: η σχέση μου με το νησί περιορίζεται στον καιρό της εδώ παραμονής μου. Ανέπτυξα, όμως, αγάπη για τον τόπο αυτόν κι έτσι δεν γίνεται να μην αναρωτηθώ γιατί μια τόσο ιδιαίτερη περίπτωση χορού –με συνέχεια στον χρόνο, με αδιαμφισβήτητο τοπικό χρώμα και διακριτό χαρακτήρα ως προς τις κινήσεις, με εξέλιξη που μπόρεσε να σπάσει τα παλαιά στερεότυπα– δεν έχει συμπεριληφθεί στην Άϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά. Βέβαια, η Τεχνητή Νοημοσύνη της Google θα σας πει ότι έχει ήδη ενταχθεί εκεί, αλλά αυτό δεν είναι παρά μία ακόμα περίπτωση στρεβλής πληροφόρησης, που έρχεται να θυμίσει ότι δεν πρέπει να δείχνουμε υπερβολική πίστη στις δυνατότητες των έξυπνων μηχανών.

Θεωρούν κάποιοι ότι επικαλύπτεται από τη συμπερίληψη του ρεμπέτικου; Νομίζω ότι δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο, γιατί, παρά τον στενό τους δεσμό, το κουλουριώτικο χασάπικο διατηρεί, συνάμα, την κινησιολογική του αυτονομία. Επιπλέον, ως τοπικός χορός, δεν υπολείπεται σε κάτι από άλλους ανάλογους τοπικούς χορούς που έχουν ήδη ενταχθεί στην Άϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά –όπως είναι ο χορός των σφουγγαράδων από την Κάλυμνο, ο χορός των παπάδων από τη βόρεια Κέρκυρα ή ο χορός της τράτας από το Λουτράκι και την Περαχώρα.
Κι αν αυτά τα παραδείγματα δεν επαρκούν, υπάρχει και η περίοπτη περίπτωση του τρανού, ενός χορού από τη Βλάστη Κοζάνης, που συμβολίζει την παλαιά ενότητα των κτηνοτρόφων της περιοχής. Πλέον, από τον Δεκέμβρη του 2022, η σημασία του χαίρει διεθνούς εκτίμησης, αφού εγγράφηκε στον κατάλογο της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Δεν αξίζει λοιπόν και το κουλουριώτικο χασάπικο μιας σχετικής προσοχής, ώστε τουλάχιστον να ενταχθεί στο Εθνικό Ευρετήριο Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της χώρας μας; Άλλωστε ούτε κάποιο από τα βασικά κριτήρια του λείπει, ενώ εξακολουθεί και διαμορφώνει την τοπική ταυτότητα της κουλουριώτικης κοινότητας, ακόμα και σε ημέρες που μπορεί πια να διαβρώνεται ταχύτατα, λόγω της γειτνίασης του νησιού με την Αθήνα και τον Πειραιά.
