Ιόνιαν Ηλίας Καντέσα
Η συναυλία που συνδιοργανώνουν στις 30/01 το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών αποτελεί σίγουρα μια οφειλόμενη -έστω και καθυστερημένη- τιμή για την περσινή συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Πιερ Μπουλέζ, μιας από τις πιο ριζοσπαστικές και επιδραστικές μορφές της μεταπολεμικής σύγχρονης μουσικής. Πέρσι τη θυμήθηκε μόνο η Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ με ένα ρεσιτάλ έργων του για… δύο πιάνα! Φέτος, πάντως, συμπληρώνονται και 10 χρόνια από το θάνατό του, τις πρώτες μέρες του Γενάρη 2016, στο γερμανικό Μπάντεν-Μπάντεν, όπου κατοικούσε από το 1959.
Το πρόγραμμά της περιλαμβάνει τις 5 "Notations" για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα (1980/1989), που αποτελούν ουσιαστικά εκ βάθρων ανασύνθεση-μεταμόρφωση μιας σειράς αφοριστικά σύντομων δωδεκάφθογγων πιανιστικών έργων, που είχε γράψει στα 20 του χρόνια, όταν φοιτούσε στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού.

Τις σπουδές του στην αρμονία με τον Μεσσιάν ακολούθησαν ιδιωτικά μαθήματα με τον Λεμποβίτς, ο οποίος τον μύησε στο δωδεκαφθογγικό σύμπαν του Σαίνμπεργκ και στο έργο του Βέμπερν. Οι δύο συνθέτες αποτέλεσαν μαζί με τον Μπεργκ την περίφημη "2η Σχολή της Βιέννης", που τόσο επηρέασε τον Μπουλέζ αλλά και τον μεταπολεμικό μουσικό μοντερνισμό. Δύο παρτιτούρες-ορόσημα της σχολής αυτής θα ακουστούν στη συναυλία της ΚΟΑ, που θα διευθύνει ο Στέφανος Τσιαλής: τα "Έξι κομμάτια για ορχήστρα" του Βέμπερν και το Κοντσέρτο για βιολί "στη μνήμη ενός αγγέλου" του Μπεργκ, με σολίστ τον εξαίρετο Ιόνιαν-Ηλία Καντέσα.
Αιρετικός, απαιτητικός και συχνά προκλητικός, ο Μπουλέζ μεταμόρφωσε το μουσικό τοπίο του 20ού αιώνα με τις ιδέες και το έργο του. Πρωτεργάτης, μαζί με την "παρέα" του από το Ντάρμστατ, στην επιβολή του καθολικού σειραϊσμού τη δεκαετία του ’50, τον άφησε σύντομα πίσω του ανιχνεύοντας νέα ηχοχρώματα και αρμονικούς συνδυασμούς. Ακούραστος πρωτοπόρος, ίδρυσε στα τέλη των ‘70s στο Παρίσι το IRCAM, ένα ερευνητικό κέντρο αιχμής για την ηλεκτρονική μουσική, και το Ensemble Intercontemporain, μία ορχήστρα ειδικευμένη στη σύγχρονη μουσική, με την οποία έκανε το 1990 τη μοναδική του ελληνική εμφάνιση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Παράλληλα, άρχισε να ασχολείται και με τη διεύθυνση ορχήστρας. Μετά από ένα ξεκίνημα σε μικρότερα σύνολα, ανέλαβε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 κορυφαίες θέσεις στη Συμφωνική του BBC στο Λονδίνο και τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, προτού αποτελέσει -μέχρι το θάνατό του- έναν από τους πλέον περιζήτητους φιλοξενούμενους αρχιμουσικούς των σημαντικότερων ορχηστρών του πλανήτη! Η αρχική υπεράσπιση του μοντερνιστικού ρεπερτορίου μετατράπηκε σταδιακά στην αφοσιωμένη ανάδειξη του έργου μειζόνων συνθετών του 20ού αιώνα (Ντεμπυσσύ, Μάλερ, Ραβέλ, Μπάρτοκ, Στραβίνσκυ), με εστίαση στο φωτισμό δομής και ηχοχρωμάτων.
Φημισμένος για τη διανοητική του αυστηρότητα, ο Μπουλέζ απέρριπτε τη μετριότητα, τη ρουτίνα και καθετί που θεωρούσε παρωχημένο. Η διατυπωμένη μεταφορικά φράση του "πρέπει να ανατινάξουμε τα λυρικά θέατρα" έγινε σύμβολο της ανάγκης για ριζική ανανέωση των μουσικών θεσμών.
Το 1963 έκανε θριαμβευτικό ντεμπούτο και στον κόσμο της όπερας με τον "Βότσεκ" του Μπεργκ στο Παρίσι. Η γνωριμία με τον Βήλαντ Βάγκνερ του άνοιξε τις πόρτες του συντηρητικού Φεστιβάλ του Μπάυρωυτ. Εκεί διηύθυνε τον ταχύτερο "Πάρσιφαλ" της ιστορίας του αλλά και τη θρυλική παραγωγή του "Δαχτυλιδιού" (1976-1980) από τον Πατρίς Σερώ, που προκάλεσε τεράστιο σοκ αλλά σημάδεψε οριστικά, με την ψαγμένη πολιτική ματιά της, τον τρόπο παρουσίασης των λυρικών έργων.
Αν ο Μπουλέζ προτιμούσε στη μουσική από την τυπικά γαλλική προσέγγιση της "αισθησιακής απόλαυσης" τη γερμανική αντίληψη μιας "μεταφυσικής αλήθειας", που να εναρμονίζεται με την εποχή του, οι δύο "πατρίδες" του αναγνώρισαν εξίσου την προσφορά του. Είναι, άραγε, τυχαίο που το όνομά του φέρουν τόσο η μεγάλη αίθουσα της παριζιάνικης Philharmonie όσο και η μικρή αίθουσα της Κρατικής Όπερας του Βερολίνου;

