Στα "χρυσά" 1990s χρόνια του χιπ χοπ, όταν οι σπουδαίοι Αμερικανοί καλλιτέχνες του είδους κατακτούσαν τον πλανήτη μεταλαμπαδεύοντας το ρυθμικό τους μήνυμα σε ανθηρές τοπικές σκηνές –σαν κι αυτήν που αναπτύχθηκε και στη χώρα μας, ας πούμε– η ύπαρξη του βρετανικού χιπ χοπ αντιμετωπιζόταν με χαμόγελα συμπάθειας, ως κάτι σαν ανέκδοτο.
Πράγματι, παρότι η Βρετανία είναι χώρα ιδιαιτέρως διακεκριμένη σε πολλά μουσικά είδη, με το χιπ χοπ φάνηκε να δυσκολεύεται. Το δείχνουν, άλλωστε, και τα τόσα διαφορετικά ονόματα με τα οποία προσπάθησε να συστηθεί η σχετική της σκηνή, μέσα στα χρόνια: πότε british hip hop, πότε UK rap, πότε μπερδεμένο με το UK garage, πότε υπό την ετικέτα του grime. Σιγά-σιγά, πάντως, τρεις-τέσσερις καθοριστικοί δίσκοι και η συνέπεια με την οποία κινήθηκαν φιγούρες του 21ου αιώνα όπως ο Roots Manuva, ο Skepta, ο Slowthai ή η Little Simz πέτυχαν, αν μη τι άλλο, να βάλουν το βρετανικό χιπ χοπ στον χάρτη, καθιστώντας το άξιο σεβασμού.

Ξεκινώντας το 2011, οι The Four Owls είναι "παιδιά" των ίδιων εξελίξεων, έστω κι αν δεν έχουν γνωρίσει την εμπορική δόξα των προαναφερθέντων συναδέλφων τους: παρά τα 15 χρόνια δράσης τα οποία συμπληρώνουν φέτος παραμένουν μια πιο underground δύναμη, που για ορισμένους δείχνει το ποιοτικό βάθος που υπάρχει στο βρετανικό ραπ των ημερών μας. Στα "πέτρινα" χρόνια στα οποία ιδρύθηκαν, πάντως, προσωποποίησαν τις προοπτικές της δισκογραφικής εταιρίας High Focus (όπου αργότερα θα ηχογραφούσε και ο Rag'n'Bone Man, της σούπερ επιτυχίας "Human"), που ανέλαβε, τρόπον τινά, να συνεχίσει την παρακαταθήκη της επιδραστικής Low Life Records.
Εκεί, λοιπόν, η τετράδα των Fliptrix, Verb T, BVA & Leaf Dog εκκίνησε ιδανικά, φτιάχνοντας το Nature's Greatest Mystery (Δεκέμβριος 2011): έναν από τους ωραιότερους δίσκους του βρετανικού χιπ χοπ, ο οποίος διέδωσε και τις ικανότητές τους, αλλά και τη συνήθειά τους να δίνουν συναυλίες φορώντας μάσκες πτηνών, ώστε να ενισχύουν την ταυτότητα κουκουβάγιας που εμπεριέχεται στ' όνομά τους. Διόλου τυχαία, όλα αυτά δεν άργησαν να φέρουν και μια ηχηρή διεθνή συνεργασία με τον φημισμένο DJ Premier των Gang Starr, η οποία καρποφόρησε στο άλμπουμ Natural Order (2015).

Ήταν, δε, σ' εκείνο το χρονικό σημείο όπου γνωριστήκαμε κι εμείς μαζί τους, όταν η Noiz Productions έκανε το τολμηρό βήμα να κλείσει το "Gagarin" για την πρώτη τους συναυλία στην Ελλάδα, βλέποντας τι απήχηση είχαν πανευρωπαϊκά στη γενιά που μπορεί να μην αγόραζε πια δίσκους σε φυσικό προϊόν, μα σίγουρα άκουγε πολλή μουσική μέσω ψηφιακών οδών. Εκτίμηση που επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά, οδηγώντας σε μια αναπάντεχα πετυχημένη βραδιά, στην οποία τραγούδια σαν τα "All My Life", "Rice Torture" και "Think Twice" δημιούργησαν αληθινό ξεσηκωμό, σφυρηλατώντας μια σχέση μεταξύ εγχώριου κοινού και Four Owls που επιβεβαιώθηκε και στο Winter Plisskën Festival του 2016 –και ακόμα κρατά γερά, αν κρίνουμε απ' όσα έγιναν στον τελευταίο μέχρι σήμερα ερχομό τους (2022).
Γι' αυτό και τώρα που περιοδεύουν ξανά ανά την Ευρώπη οι "Κουκουβάγιες" φρόντισαν να συμπεριλάβουν και την Αθήνα στο πρόγραμμά τους: ξέρουν ότι έχουν πιστούς φίλους εδώ, οι οποίοι δεν θ' αμελήσουν να δώσουν το παρών στο "Arch", το Σάββατο 24/1.
