Οδηγός Μουσικής

Οι στοχαστικής διάθεσης πρώτες μουσικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών (Γκάρντινερ - 90χρονα Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών)

Η ανάλαφρη, αισιόδοξη διάθεση που επικρατεί τούτο το καλοκαίρι, λόγω της χαλάρωσης των μέτρων κατά της πανδημίας του κορωνοϊού, δεν έγινε ορατή στις δύο πρώτες συναυλίες κλασικής μουσικής του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών.

Εnglish Baroque Soloists © Θωμάς Δασκαλάκης

Τις προάλλες (14/6), σε ένα μισογεμάτο, πλην ενθουσιώδες Ηρώδειο, εμφανίσθηκε -μετά από δύο διαδοχικές ακυρώσεις- ένας σπουδαίος αρχιμουσικός, ο σερ Τζων Έλιοτ Γκάρντινερ, επικεφαλής δύο από τα ιστορικά σύνολα που έχει ιδρύσει και διευθύνει, της "Χορωδίας Μοντεβέρντι" και (μελών) της ορχήστρας "Άγγλοι Σολίστ Μπαρόκ". Ο Γκάρντινερ θεωρείται εκ των πρωτοπόρων στην αναβίωση της μουσικής της Αναγέννησης και του μπαρόκ και στην ιστορικά τεκμηριωμένη ερμηνεία της σε όργανα εποχής.

Ενταγμένη στο πλαίσιο διεθνούς περιοδείας, η συναυλία ήταν αφιερωμένη στην παρηγορητική μουσική και περιελάμβανε έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και των "προαγγέλων" του, Συτς και Σάιν, που αντλούν την έμπνευσή τους από το βίωμα του πένθους και την καθαρτική του δύναμη. Όλα τα έργα έχουν πολλάκις ερμηνευθεί και ηχογραφηθεί παλαιότερα από τους ίδιους συντελεστές, κατά τρόπο και με στίγμα όχι πάντοτε ευρέως αποδεκτό. Στην περιέργεια για τις τωρινές ερμηνευτικές επιλογές του Γκάρντινερ στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο, ήλθε να προστεθεί η εύλογη απορία για την (α)καταλληλότητα του χώρου για τέτοιου είδους μουσική. Οι απαντήσεις δόθηκαν γρήγορα.

Το εκτενές πρώτο μέρος κάλυψαν 3 σύντομα "ιερά μαδριγάλια" και η περίφημη "Πένθιμη μουσική, SWV 279-281" του Συτς και ένα μαδριγάλι του Σάιν. Ο 79χρονος αρχιμουσικός τοποθέτησε τους 28 χορωδούς με πλάτη στον σωζόμενο τοίχο της σκηνής του Ηρωδείου και εκατέρωθεν της κεντρικής εισόδου της (όπου βρισκόταν το φορητό εκκλησιαστικό όργανο) και έμπροσθεν αυτών τους λιγοστούς μουσικούς της ορχήστρας (5 έγχορδα: βιόλα ντα γκάμπα, τσέλο, λαούτο – 5 χάλκινα πνευστά: κυρίως σάλπιγγες αλλά και κορνέτο), διαφοροποιώντας ανά έργο τη σύνθεση και διάταξή τους. Έτσι επετεύχθη αντανάκλαση αλλά και μεγάλη διαφάνεια ήχου, που επέτρεπε να "περάσει" στις κερκίδες (και) η ιδιαίτερη ηχοχρωματική ταυτότητα των οργάνων εποχής.

Αντιθέτως, οι δύο σύντομες "Καντάτες BWV 106 και 118" του Γ.Σ. Μπαχ, που ακούσθηκαν στο δεύτερο μέρος του προγράμματος, ερμηνεύθηκαν στο μπροστινό μισό της σκηνής, με παραδοσιακή διάταξη χορωδίας και μικρού ορχηστρικού συνόλου (έγχορδα και ξύλινα ή χάλκινα κατά περίπτωση πνευστά), κάτι που είχε ως αποτέλεσμα έναν πιο εστιασμένο ήχο.

Σε όλα τα έργα θαύμασε κανείς την υπερθετική ποιότητα της "Χορωδίας Μοντεβέρντι", ίσως του σημαντικότερου μπαρόκ χορωδιακού συνόλου παγκοσμίως, το μαλακό της τραγούδι, τις μυριάδες αποχρώσεις δυναμικής, τη λαγαρή άρθρωση, την αυτοπεποίθηση και τη σολιστική δεινότητα των κορυφαίων ανά φωνητική κατηγορία. Τις εντυπώσεις ενίσχυε η συνοδοιπορία μ’ένα μικρού μεγέθους, πλην καθόλα αξιόπιστο, ορχηστρικό κλιμάκιο. Η δεξιοτεχνία, η ορθοτονία, η μουσικότητα όλων γοήτευε ανά πάσα στιγμή, όπως και η πρωτοφανής ρευστότητα και αφηγηματική ευφράδεια της διεύθυνσης του Γκάρντινερ.

Εξίσου, όμως, γινόταν αντιληπτό -ιδίως για τους πιο ενημερωμένους φιλόμουσους- ότι, παρά την πρωτοφανή τελειότητά του, το συγκεκριμένο στυλ ερμηνείας παραμένει ενταγμένο στη μακρά βρετανική παράδοση του "αγγελικού" τραγουδιού, που υπολείπεται σε εκφραστικότητα και θρησκευτική ζέση σε σχέση με τα αισθητικά πρότυπα της γερμανικής και της ιταλικής σχολής. Ως γνωστόν, όσο ξεπερασμένες ηχούν σήμερα στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο οι ρομαντικές, "τευτονικού" βηματισμού (και μουσικών δυνάμεων) ερμηνείες, άλλο τόσο παραμένει αναγκαίο να δικαιώνεται το πνευματικό και συναισθηματικό φορτίο αυτής της μουσικής πρωτίστως από την ποικιλία και την ένταση των εκφραστικών μέσων… Η (δεξιο)τεχνική αρτιότητα της όποιας ιστορικά ενημερωμένης εκτέλεσης από μικρά σύνολα δεν είναι αρκετή, ιδίως όταν δίδεται σε ανοιχτό χώρο…

Αυτό έγινε αντιληπτό στα έργα που είχαν σαφώς "ιταλική" επιρροή (όπως π.χ. στο μαδριγάλι SWV 40 του Συτς με τις αναφορές στην "βενετσιάνικης σχολής" μουσική ενός Γκαμπριέλι ή ακόμη και σε αυτό του Σάιν με τις οφειλές στον Μοντεβέρντι) ή και έντονα υπερβατική διάσταση (π.χ. στην "Καντάτα BWV 106" του Μπαχ), όπου οι κάπως αυστηρές, νηφάλιου συναισθήματος ερμηνείες θα κέρδιζαν από περισσότερη τονισμένη έκφραση και εξωστρέφεια. Αντιθέτως, σε όποιες ερμηνείες επενδύθηκε μεγαλύτερη δραματικότητα και πλαστικότητα φραστικής, όπως στο αριστουργηματικό τρίπτυχο της "Πένθιμης μουσικής, SWV 279-281" του Συτς (με τα θεατρικά εφέ πίσω από τη σκηνή στο τελευταίο μέρος), ή την "Καντάτα BWV 118"-μοτέτο του Μπαχ, το αποτέλεσμα ήταν σαφώς επιτυχέστερο, λόγω της προβολής και της λυτρωτικής, "αναστάσιμης" διάθεσης.

Ας μας επιτραπούν, τέλος, ενστάσεις τόσο για την απουσία του οποιουδήποτε ενημερωτικού τεύχους (αλλά και του παραδοσιακού προγραμματικού τόμου του Φεστιβάλ!) όσο και για τη μάλλον ατυχή απόδοση στην ελληνική των αδόμενων κειμένων, ιδίως σε αντιπαραβολή με τις πιο προσεγμένες αγγλικές μεταφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν…

Reactivate Music
© Θωμάς Δασκαλάκης
Μετά το πέρας του ρεσιτάλ τους με το "Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου" του Μεσσιάν, οι (από αριστερά προς τα δεξιά) Κώστας Τζέκος, Τίτος Γουβέλης, Άγγελος Λιακάκης και Ανδρέας Παπανικολάου επευφημούνται από το κοινό της αίθουσας Η της Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών, 7/6)   

Η ίδια διάθεση επικράτησε μια εβδομάδα νωρίτερα (7/6) και στο ρεσιτάλ που έδωσαν στην αίθουσα Η της οδού Πειραιώς 260, οι τρεις μουσικοί του "Τρίο Παντούμ" (ο βιολιστής Ανδρέας Παπανικολάου, ο τσελίστας Άγγελος Λιακάκης και ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης) και ο κλαρινετίστας Κώστας Τζέκος, με το περίφημο "Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου" του Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμπνευσμένο από την "Αποκάλυψη" του Ιωάννη, το κουαρτέτο γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάσθηκε από τον Γάλλο συνθέτη και συγκρατούμενούς του σε στρατόπεδο στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας, το 1941, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρείται δε ένα από τα σημαντικότερα έργα μουσικής δωματίου του 20ού αιώνα. 

Αντιπροσωπευτικό δημιούργημα μιας ζοφερής εποχής, το κουαρτέτο έχει μια τραγική διάσταση και ένα νυχτερινό λυρισμό που δεν περιορίζεται στα ιστορικά συμφραζόμενα. Η διάχυτη αίσθηση απελπισίας, παραίτησης και μελαγχολίας αντισταθμίζεται από την εξίσου ορατή αίσθηση ελπίδας, δύναμης και ηρεμίας/τρυφερότητας που αποπνέει η ίδια η μουσική, όπως εκφράζονται μέσω των χαρακτηριστικών μονολόγων που προβλέπει η παρτιτούρα ισότιμα για κάθε όργανο (βιολί, βιολοντσέλο, κλαρινέτο και πιάνο).

Έτσι, ολόκληρο το τρίτο μέρος (η "Άβυσσος των πουλιών") αποτελεί ένα υποβλητικό σόλο κλαρινέτου που απέδωσε με μεγάλη εκφραστικότητα ο Κ. Τζέκος, ενώ στο πέμπτο (τον "Ύμνο στην αιωνιότητα του Ιησού"), ένα μαλερικών αποήχων μελαγχολικό μονόλογο του τσέλου, ο Λιακάκης υποστήριξε εξίσου γενναιόδωρα τις μελωδικές φράσεις. Με έναν άλλο, υπερβατικής διάθεσης μονόλογο, του βιολιού αυτή τη φορά (τον "Ύμνο στην αθανασία του Ιησού"), ολοκληρώνεται το έργο: ο Παπανικολάου τον ερμήνευσε με τη δέουσα εσωτερικότητα και σπάνιες ηχητικές εκλεπτύνσεις. Οι τρεις τους φώτισαν γλαφυρά την πιο ανάλαφρη διάθεση του εμβόλιμου ιντερμέδιου, ενός λυρικού τρίο.

Σε μια τέτοια, ευπρόσδεκτα "κλασική" ερμηνεία, που εστίασε όχι σε αιχμές και εξάρσεις, αλλά σε στοχαστικότητα και πνευματική ένταση, καθοριστικής σημασίας απέβη η ακρίβεια, οι αποχρώσεις και η σπάνια αίσθηση ύφους που διείπαν την πιανιστική συνοδεία του Γουβέλη.

Reactivate Music
© Θωμάς Δασκαλάκης
Στιγμιότυπο από τη συναυλία με έργα για το αρχαίο δράμα Ελλήνων συνθετών-μελών της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών που έδωσαν το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου – μπροστά αριστερά διακρίνεται η υψίφωνος Βιολέττα Λούστα (Φεστιβάλ Αθηνών, Αίθουσα Η της Πειραιώς 260, 7/6)   

Τούτη ήταν η 5η από τις 6 συναυλίες ενός διημέρου που διοργανώθηκε, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, από την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών για τον -καθυστερημένο λόγω πανδημίας- εορτασμό 90 χρόνων από την ίδρυσή της (1931). Παράλληλα, αποτέλεσε ένα φόρο τιμής στον Μεσσιάν με αφορμή τα 30 χρόνια από το θάνατό του. Το υπό τον τίτλο "Reactivate Music" και τη σκηνοθετική επιμέλεια του Αλέξανδρου Ευκλείδη διήμερο είχε ξεκινήσει μ’ένα αφιέρωμα στον Ιάννη Ξενάκη, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Σε άλλες τρεις συναυλίες πρωτοπαρουσιάσθηκαν 46 νέα έργα μελών της ΕΕΜ, ενώ σε μία από αυτές αναδείχθηκε η σύνδεση της σύγχρονης δημιουργίας με τη μουσική μας παράδοση. Λόγω της δεδομένα κακής ακουστικής του χώρου, όλες οι συναυλίες δόθηκαν με σημαντική μικροφωνική ενίσχυση.

Αυτό κόστισε ιδιαίτερα στην τελευταία και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση, μία συναυλία με έργα για το αρχαίο δράμα ιστορικών μελών της Ένωσης (Αντωνίου, Δραγατάκη, Ευαγγελάτου, Θεοδωράκη, Κουρουπού, Μητρόπουλου, Παξινού, Σισιλιάνου και Χατζιδάκι). Υπό την ακριβή διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου, ορχήστρα (το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής) και σολίστ (η υψίφωνος Βιολέττα Λούστα) επωφελήθηκαν του ενισχυμένου ήχου, αντίθετα από τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων, που τραγούδησε μάλιστα από το βάθος της σκηνής. Κρίμα, γιατί αυτό διέρρηξε τη συνοχή του γενικά αξιόλογου ακροάματος, παρά την κάπως άνιση αξία των συνθέσεων.

Από αυτές ξεχώρισαν οι ευφάνταστες, θεατρικά σημαίνουσες μουσικές των Ευαγγελάτου (για τους "Πέρσες" του Αισχύλου), Δραγατάκη (για την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή) και Σισιλιάνου (για τη "Μήδεια" του Ευριπίδη), απόσπασμα της οποίας ακούσθηκε από ιστορική ηχογράφηση -από μαγνητοταινία- της α’ εκτέλεσης (1973). Ενδιαφέρον είχαν, για τη φωνητική γραφή τους, και οι παρτιτούρες των Μητρόπουλου και Παξινού (για την "Ηλέκτρα" και τον "Οιδίποδα Τύραννο" του Σοφοκλή, αντίστοιχα), τις οποίες απέδωσε με ωραίο ηχόχρωμα -αλλά και θολή εκφορά του λόγου- η Λούστα.

Τέλος, καλό θα ήταν να μην πέφτει τόσο έξω από πλευράς χρόνου ο προγραμματισμός: αμφότερες οι συναυλίες ξεκίνησαν με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ η τελευταία ολοκληρώθηκε μετά τα μεσάνυχτα, στην "ερημιά" της οδού Πειραιώς…

Λεζάντα πρώτης φωτογραφίας: Η "Χορωδία Μοντεβέρντι" και μέλη της ορχήστρας "Άγγλοι Σολίστ Μπαρόκ" ερμηνεύουν μαδριγάλια του Συτς υπό τον σερ Τζων Έλιοτ Γκάρντινερ στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών (Ηρώδειο, 14/6) 

Περισσότερες πληροφορίες

Ηρώδειο

Διονυσίου Αρεοπαγίτου
  • Βινιέτες Μουσικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Θέατρο

Φεστιβάλ Αθηνών: Δύο ψαγμένες προτάσεις στην Πειραιώς 260

Το υβριδικό σύμπαν του Φιλίπ Κεν και η τελευταία χορογραφική δουλειά της Κατερίνας Ανδρέου συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον μας αυτή την εβδομάδα.

ΓΡΑΦΕΙ: ΤΩΝΙΑ ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ
06/07/2022

Νέα ημερομηνία για τους "7 τρελούς" της Ελεάνας Τσίχλη

Ενημερωθείτε για το πότε θα παιχτεί η παράσταση "Οι 7 τρελοί" στην Πειραιώς 260 και τι πρέπει να γνωρίζουν όσοι έχουν ήδη εισιτήρια.

Primer Music Festival: Dance till you drop

Πρεμιέρα για το διήμερο φεστιβάλ της Πλατείας Νερού με headliners τον Tiësto και τον Tyga.

Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος: "Βλέπεις τη λογοκρισία και λες, δεν μπορεί να είναι τόσο οργουελικό αυτό που συμβαίνει. Κι όμως, είναι"

Ζει στο εξωτερικό, έχει πολλές ιδέες, αγαπά την αλληλεπίδραση με το κοινό και το Φεστιβάλ Αθηνών μας δίνει την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε καλύτερα. Διαβάστε όσα μας είπε ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος λίγο πριν τις παραστάσεις της "Αντιγόνης" στην Πειραιώς 260.

Ο Jef Maarawi και οι Jack Heart and The Love Ghosts στα Πανοραμικά Σκαλιά

Το μουσικό καλοκαίρι συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και δωρεάν συναυλίες στο ΚΠΙΣΝ.

"Μήδεια" του Μποστ: Πρώτες φωτογραφίες από την all star παράσταση του Εθνικού Θεάτρου

Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Σταύρος Σβήγκος, Γιώργος Γλάστρας, Θανάσης Δήμου, Άνδρη Θεοδότου, Στέλιος Ιακωβίδης, Σύρμω Κεκέ πρωταγωνιστούν στην πρώτη παράσταση νεοελληνικού έργου που κατεβαίνει στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού.

Φωτογραφίες από τις πρόβες των "Περσών" σε ανοιχτό χώρο

Δεκατρείς ηθοποιοί και σαράντα εθελοντές συνεχίζουν τις εντατικές πρόβες των "Περσών", της τραγωδίας του Αισχύλου με την οποία κατεβαίνει στην Επίδαυρο ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς.