
Έχει κερδίσει Όσκαρ και είναι μία από τις πιο αξιοσέβαστες ηθοποιούς της γενιάς της, χωρίς ποτέ να παίξει με την εικόνα της σέξι ξανθιάς. Στα 44 της χρόνια, η Έλεν Χαντ σκηνοθετεί για πρώτη φορά την ενδιαφέρουσα κομεντί «Όταν με Βρήκε» και ρίχνει τις μπηχτές της για το πόσο εξαρτώμενοι είναι οι δημιουργοί στο Χόλιγουντ από το ίδιο το σύστημα. Η Βένια Βέργου τη συνάντησε στο Λονδίνο και αναμεταδίδει.

Πόσο αποκαλυπτική ή τρομακτική ήταν η εμπειρία της σκηνοθεσίας;
Ήταν μια μοναχική εμπειρία. Ως ηθοποιός ξέρεις ότι ρίχνεις διάφορες ιδέες στο τραπέζι και κάποιος απέναντι θα τις πιάσει για να σου πει αν λειτουργούν ή όχι. Τώρα που ήμουν εγώ σκηνοθέτις, είχα, βέβαια, τη βοήθεια του εξαιρετικού διευθυντή φωτογραφίας Πίτερ Ντόναχιου και λαμπρών ηθοποιών, αλλά υπήρχαν στιγμές που έλεγα στον εαυτό μου: «Ω, Θεέ μου, χρειάζομαι βοήθεια». Βέβαια, έχοντας δουλέψει με πολλούς σκηνοθέτες, ήξερα τι θέλω ή τι δεν θέλω να κάνω ως σκηνοθέτις. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να υπάρχει μια δημιουργική σχέση με τους ηθοποιούς, να αισθανθούν την ταινία ως προσωπική τους υπόθεση.
Πώς αντέδρασε το Χόλιγουντ απέναντι σε μια Έλεν Χαντ που σκηνοθετεί για πρώτη φορά;Δεν έχω ιδέα. Ειλικρινά. Δεν γνωρίζω άλλες ηθοποιούς που να το έχουν κάνει με ανάλογο τρόπο. Ξέρω πως κάποιες κριτικές ήταν καλές, κάποιες άλλες όχι. Έπειτα, ξέρετε, έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που πήρα το Όσκαρ, κατά συνέπεια δεν είμαι τόσο στο επίκεντρο, ούτε αισθάνομαι μεγάλη πίεση να αποδείξω κάτι. Το μόνο που ξέρω για τους ανθρώπους του Χόλιγουντ είναι ότι δεν είμαι στη λίστα των προτεραιοτήτων τους. Αυτό, βέβαια, μου έδωσε ταυτόχρονα την ελευθερία να εισβάλω κάπως στα κλεφτά προκειμένου να κάνω μια «μικρή» ταινία.
Πόσο εύκολο ήταν να βρείτε χρηματοδότηση;Ήταν δύσκολο να κατηγοριοποιήσουν την ταινία. Έχει διάσημα ονόματα στο καστ, αλλά είναι «μικρή» ιστορία. Είναι κωμωδία ή δράμα; Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το τοπίο του ανεξάρτητου κινηματογράφου, συνήθως μιλάμε για «σκοτεινές» ταινίες, με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Αυτός είναι ο κυρίαρχος ορισμός της ανεξάρτητης ταινίας. Ακριβώς, λοιπόν, επειδή δεν ήταν ένα blockbuster που θα έσκιζε στο box office, εκείνο που μου έλεγαν συνέχεια ήταν «το καλό που σου θέλω, πρέπει να βγει καλή». Τι σημαίνει όμως αυτό; Τελικά, για καλή μου τύχη, ήρθε το πολυπόθητο ναι, ύστερα από πάρα πολλά όχι, από την εταιρεία της Κριστίν Βασόν (σ.σ.: παραγωγός ταινιών όπως το «Boys Don't Cry», «Hedwig and the Angry Inch»).

Υπήρξε κάποια σκηνή που σας προβλημάτισε περισσότερο;
Η σκηνή της προσευχής στο ιατρείο με δυσκόλεψε όσο καμία άλλη. Η προσκόλληση στη θρησκεία δεν ήταν στην ατζέντα της ταινίας. Ήθελα απλώς να δείξω ότι αυτή η γυναίκα είχε προδοθεί και από τον Θεό. Τη γυρίσαμε το πρωί και όταν το βράδυ ο Μάθιου Μπρόντερικ με ρώτησε: «Πώς πάει», του είπα: «Μάλλον έχω καταστρέψει την ταινία με ένα κοντινό στο πρόσωπό μου, όπου κλαίω και λέω πως κάποτε πίστευα στον Θεό». Κι ο Μάθιου γυρίζει και μου λέει: «Πράγματι, ακούγεται πολύ χάλια…». Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω τι αξία έχει αυτή η σκηνή. Μπορεί σε δέκα χρόνια να πω ότι ήταν λάθος, μπορεί πάλι να αποδειχτεί μια πολύ ωμή και αληθινή στιγμή της ταινίας.
Θα ξανασκηνοθετήσετε;Έχω ήδη γράψει ένα σενάριο, πάλι γύρω από ζητήματα μητρότητας. Αφορά μια μητέρα και τον 17χρονο γιο της. Γενικά, μου είναι δύσκολο να σκεφτώ κάτι πιο σημαντικό από τη συμβολή της μητέρας στη ζωή ενός ανθρώπου. Έχω κι εγώ παιδιά, ένα υιοθετημένο δεκάχρονο αγόρι και μια τετράχρονη κόρη, και αυτά είναι η πυξίδα στη ζωή μου. Μπορεί να ακουστεί παράξενο, αλλά το να σκηνοθετείς μοιάζει λίγο με τη μητρότητα.
Trivia