"Είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα”, με αυτή την εμβληματική ατάκα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ (ως Σαμ Σπέιντ), που σφράγισε την ταινία "Το Γεράκι της Μάλτας", γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους μύθους του Χόλιγουντ. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζον Χιούστον, βασισμένο στο ομώνυμο αριστούργημα του Ντάσιελ Χάμετ, δημιούργησε την απόλυτη αστυνομική περιπέτεια. Με φόντο τα σκοτεινά λημέρια του Σαν Φρανσίσκο, επανακαθόρισε το είδος, μέσα από τον ωμό ρεαλισμό και την οικονομία λόγου του.

Μια σκοτεινή υπόθεση γεμάτη ανατροπές
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Σαν Φρανσίσκο του 1941. Όλα ξεκινούν όταν ο κυνικός ιδιωτικός ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ ή Σάμιουελ Σπέιντ και ο συνεργάτης του Μάιλς Άρτσερ, προσλαμβάνονται από μια μυστηριώδη γυναίκα, τη δεσποινίδα Γουόντερλι (Μαίρη Άστορ), για να παρακολουθήσουν έναν επικίνδυνο άνδρα. Η υπόθεση περιπλέκεται θανάσιμα όταν ο Άρτσερ βρίσκεται δολοφονημένος. Ο Σπέιντ μετατρέπεται γρήγορα σε βασικό ύποπτο της αστυνομίας και παγιδεύεται σε ένα λαβύρινθο από ψέματα. Σύντομα ανακαλύπτει ότι βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ανελέητης καταδίωξης από μια ομάδα εκκεντρικών εγκληματιών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να σκοτώσουν για ένα ανεκτίμητο κειμήλιο του 16ου αιώνα: ένα χρυσό, γεμισμένο με πολύτιμους λίθους αγαλματίδιο, γνωστό ως "Το Γεράκι της Μάλτας".

Η γέννηση του φιλμ νουάρ
Αν και προϋπήρχαν διάσπαρτα στοιχεία στο αμερικανικό σινεμά, "Το Γεράκι της Μάλτας" θεωρείται ευρέως ως το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ νουάρ ευρείας κυκλοφορίας, συνδυάζοντας τον γερμανικό εξπρεσιονισμό με το σκοτεινό κοινωνικοπολιτικό τοπίο της μετακραχ Αμερικής. Η ταινία καθόρισε τους αισθητικούς κανόνες του είδους με τα έντονα παιχνίδια των σκιών, τον χαμηλό ασπρόμαυρο φωτισμό και μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γεμάτη αμφιλεγόμενους χαρακτήρες. Ο Τζον Χιούστον σχεδίασε σχολαστικά κάθε πλάνο για να πετύχει αυτό το οπτικό αποτέλεσμα, σε μια παραγωγή της Warner Bros που θεωρήθηκε χαμηλού ρίσκου, με προϋπολογισμό μόλις 300.000 δολάρια.
Mέσα από την καθηλωτική ερμηνεία του Μπόγκαρτ, συστήθηκε στο κοινό το απόλυτο πρότυπο του σκληροτράχηλου ιδιωτικού ερευνητή: ένας άντρας κυνικός, απόμακρος, με τον δικό του εσωτερικό κώδικα τιμής. Δίπλα του, η Μαίρη Άστορ (ως Μπρίτζιντ Ο'Σόνεσι) εισήγαγε το αρχέτυπο της femme fatale, της μοιραίας γυναίκας που χρησιμοποιεί τη γοητεία και τη χειραγώγηση για να παγιδεύσει τους γύρω της, ανατρέποντας τα μέχρι τότε ρομαντικά χολιγουντιανά κλισέ. Το καστ πλαισιώνουν εμβληματικές μορφές όπως ο Πίτερ Λόρε (στο ρόλο του Τζόελ Κάιρο) και ο Σίντνεϊ Γκρίνστριτ (ως ο πανούργος Κάσπερ Γκούτμαν).
Το Τέλειο MacGuffin
Στην καρδιά της πλοκής βρίσκεται το ίδιο το "Γεράκι" (ένα αγαλματίδιο απροσδιόριστης αλλά τεράστιας αξίας) που αποτελεί το κορυφαίο κινηματογραφικό τέχνασμα, ενός αντικειμένου που κινεί την πλοκή χωρίς να έχει σημασία αυτό καθαυτό, αλλά η απληστία που ξυπνάει στους χαρακτήρες.

Η κληρονομιά της ταινίας
"Το Γεράκι της Μάλτας” επηρέασε την ποπ κουλτούρα αλλά και τη λογοτεχνία, καθιέρωσε τη φιγούρα του ντετέκτιβ με την καπαρντίνα και το καπέλο ως παγκόσμιο σύμβολο και επηρέασε σπουδαίους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως ο Ρέιμοντ Τσάντλερ. Επιπλέον, εκτίναξε την καριέρα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, μετατρέποντάς τον από έναν ηθοποιό που έπαιζε δεύτερους ρόλους γκάνγκστερ στον απόλυτο σταρ της εποχής.
Απέσπασε 3 υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Γκρίνστριτ και Διασκευασμένου Σεναρίου για τον Χιούστον) και επηρέασε σκηνοθέτες της χρυσής εποχής όπως ο Μπίλι Γουάιλντερ (στο Κολασμένη Αγάπη) και ο Όρσον Γουέλς.
Η κληρονομιά της φτάνει μέχρι το σύγχρονο "Νέο-Νουάρ” (Neo-Noir) σινεμά. Ταινίες-σταθμοί όπως το Chinatown (1974) του Ρόμαν Πολάνσκι, το L.A. Confidential (1997), ακόμη και το δυστοπικό Blade Runner (1982) δανείζονται την ηθική ασάφεια και τον κυνισμό που θεμελίωσε η ταινία του Τζον Χιούστον.

