© Leonidas Toumbanos
Η τρίτη ταινία του Φιλ Ιερόπουλου, "Uchronia", η οποία έκανε πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, θα προβάλλεται από τις 24 Σεπτεμβρίου για μια εβδομάδα στον κινηματογράφο Τριανόν. Ο σκηνοθέτης μίλησε στο "α" για το πώς διασκεύασε κινηματογραφικά το έργο του Ρεμπό, για την πολιτική στο ελληνικό σινεμά αλλά και για τη συνεργασία του με τον Τσάρλι Κάουφμαν.
Πως περάσατε από το "Avant-Drag!", την προηγούμενη ταινία σας, στο "Uchronia";
Το "Uchronia" προέκυψε κάπως όταν κάποια από τα ζητήματα που είχαμε ανοίξει γύρω από το συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας στο "Avant-Drag!" θέλαμε να τα φέρουμε στην Ευρώπη, η οποία διανύει την πιο συντηρητική της στιγμή ίσως από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, αντίθετα με το "AD!", το οποίο σχετίζεται με την άμεση εμπειρία μας στην Αθήνα, εδώ βγαίνουμε σε ένα αρκετά μεγαλύτερο τεραίν, οπότε η βοήθεια του Ρεμπό ήταν σημαντική, όπως βέβαια και οι συνομιλίες μας με πολλά άτομα από διαφορετικές χώρες.

Μιλήστε μας για αυτή τη βοήθεια του Ρεμπό, μέσα από το έργο του "Μια Εποχή στην Κόλαση".
Δομικά, αισθητικά και κατά προέκταση και κινηματογραφικά, το "Μια Εποχή στην Κόλαση" είναι κάπως κόλαση (χαχα), πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί κανείς δεν τόλμησε μια κινηματογραφική διασκευή ως τώρα. Παρά το ότι πολύς κόσμος το γνωρίζει ως έργο, δεν είμαι σίγουρος πόσα άτομα όντως θυμούνται πόσο δύσκολο, αναρχικό, ψυχεδελικό έργο είναι. Πρόκειται για ένα συνεχόμενο παραλήρημα με αδιανόητα ρηξικέλευθη δομή για την εποχή του, τρελές μετα-αναφορές στον ίδιο τον εαυτό του και γενικά θα το ονόμαζα ίσως και το πρώτο μεταμοντέρνο έργο λογοτεχνίας, πολύ πριν τον μεταμοντέρνο 20ο αιώνα. Για μένα, που κάνω σπονδυλωτές πειραματικές ταινίες, αυτή η αναρχική ελευθερία του ήταν τρομερά εμπνευστική. Όμως εξίσου σημαντικές ήταν οι πολιτικές θεματικές της ταινίας. Γραμμένο το 1873, πριν καν η έννοια του εθνικισμού όπως την ξέρουμε σήμερα κατασταλάξει, το έργο είναι απίστευτα δηκτικό απέναντι στη γαλλική κυριαρχία. Διαβάζοντάς το σήμερα, μοιάζει τρομερά ριζοσπαστικό, παλαντζάροντας διαρκώς μεταξύ ελπίδας για την ουτοπία και απόλυτης παραίτησης από όλα.

Photo Styling: Rough Fabrics
Μέσα στα δεκάδες πρόσωπα και τις πραγματικές κι επινοημένες ιστορικές στιγμές του "Uchronia", σας απασχόλησε το ενδεχόμενο να χαθεί ο θεατής μέσα στην πολυφωνία;
Πιστεύω πως δεν πειράζει αν χαθεί και λίγο, αν νιώσει έναν βομβαρδισμό πληροφορίας. Άλλωστε αυτό δεν είναι το σήμερα που ζούμε με την υπερπληροφόρηση; Αλλά σε γενικές γραμμές δεν παίρνουμε τέτοιο feedback, πως χάνεται δηλαδή κανείς στην ταινία. Έχουμε προσπαθήσει πολύ με το Φοίβο Δούσο μέσα από συνεχή επαναγραψίματα του σεναρίου και επανακοψίματα του μοντάζ να είναι μια ταινία στην οποία μπορείς να μπεις και με το σώμα, ως παρουσία, και συναισθηματικά, νιώθοντας μια ένταση που μερικές φορές δεν γνωρίζεις από που προέρχεται. Το μόνο που η ταινία ζητάει από το κοινό είναι να μπει με ανοιχτό μυαλό σε αυτή την εμπειρία, πράγμα που πολλοί δυστυχώς δεν κάνουν.
Ανάμεσα στους executive producers της ταινίας βρίσκεται ο Τσάρλι Κάουφμαν. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Γνωρίσαμε τον Τσάρλι πριν λίγα χρόνια μέσω της συνεργάτιδάς του, ποιήτριας Eva HD. Οι δυο τους είχαν κάνει ένα κινηματογραφικό ποίημα που μιλάει για τη Νέα Υόρκη, το "Jackals and Fireflies”, το οποίο δείξαμε για πρώτη φορά στην Αθήνα στον κουήρ χώρο ΛΑΛΑ με σχολιασμό δικό μου. Λίγο μετά, οι δυο τους αποφάσισαν να κάνουν μια ταινία στην Αθήνα, το "How to Shoot a Ghost” και ήμασταν το πρώτο τους contact στην πόλη. Έχει τρομερό ενδιαφέρον πως γράφαμε και οι μεν και οι δε μια ιστορία για φαντάσματα παράλληλα, αυτοί για φαντάσματα της Αθήνας, εμείς της Νέα Υόρκης! Κι έτσι καταλήξαμε executive producers oι μεν στους δε.

Photo Styling: Rough Fabrics
Χαρακτηρίζετε την ταινία poetic essay film. Τι σας προσφέρει αυτή η φόρμα που δεν θα μπορούσε να σας προσφέρει μια πιο συμβατική μυθοπλασία ή ένα ντοκιμαντέρ;
Από πολύ μικρή ηλικία δε με έλκυαν οι οριζόντιες ιστορίες. Διάβαζα τα παραμύθια ανάποδα, μου άρεσαν τα σουρεαλιστικά cartoons κλπ. Οπότε αυτό που συχνά θεωρείται αλλόκοτο, σε μένα έρχεται πιο αβίαστο. Και βέβαια ο κινηματογράφος ιστορικά δεν ξεκίνησε ως κάτι που είχε σκοπό την οριζοντιότητα κι απλώς σύντομα κάποιοι συνειδητοποίησαν πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαζικό μέσο αποχαύνωσης και τότε (πριν 100 χρόνια στο Hollywood) τον "σιδέρωσαν", φτιάχνοντας τις κινηματογραφικές συμβάσεις, από τις οποίες δεν έχουμε ξεκολλήσει ακόμα. Αλλά αν πάμε πίσω στα βασικά του μέσου κι αν σκεφτεί κανείς πως ένα από τα καίρια χαρακτηριστικά του κινηματογράφου είναι το cut, το μοντάζ, πως δηλαδή μια εικόνα σε τηλεμεταφέρει οπτικά απότομα σε μια άλλη, τότε αυτό αν μη τι άλλο είναι ο τρόπος που δουλεύουν τα όνειρα και όχι η καθημερινότητά μας. Ο κινηματογράφος δηλαδή θα έπρεπε να είναι το απόλυτο ποιητικό και ονειρικό μέσο.

Στην πρεμιέρα της ταινίας στη Berlinale αντιδράσατε δημόσια στη θέση που είχε εκφράσει ο Βιμ Βέντερς για τη σχέση κινηματογράφου και πολιτικής, σηκώνοντας το πανό "Cinema is Politics". Τι σημαίνει ακριβώς αυτή η φράση για εσάς;
Ο κινηματογράφος είναι ανέκαθεν βουτηγμένος στην πολιτική ιστορικά: η ταινία που εισήγαγε την αφήγηση σήμερα όπως την ξέρουμε, η "Γέννηση ενός Έθνους" είναι μια από τις πιο ρατσιστικές ταινίες που έχουν γίνει. Οπότε θεωρώ πως το σινεμά είναι πάντα πολιτικό με ένα τρόπο. Το Φεστιβάλ του Βερολίνου έχει υπάρξει ίσως το πιο πολιτικό από τα μεγάλα Φεστιβάλ, οπότε μια τέτοια ατάκα είναι ντροπή για την ιστορία του. Και μάλιστα από έναν άνθρωπο που έχει υπάρξει κομμάτι του νέου γερμανικού σινεμά, ο οποίος κάποτε μάς μίλησε για τον ψυχρό πόλεμο ή την Κούβα. ΟΚ, ο Βέντερς πάντα ήταν λίγο μπουρζουά, αλλά δεν του αναλογεί μια τέτοια φράση και γι’ αυτό τώρα προσπαθεί να πει "δεν εννοούσα αυτό". Αν μη τι άλλο, το πανό μας ήταν μια υπενθύμιση της πραγματικότητας, έφερε την κατάσταση στη σωστή της θέση.
Αν μεταφέρουμε αυτή τη συζήτηση στην Ελλάδα, πώς βλέπετε τη σχέση του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου με την πολιτική;
Ο καλλιτεχνικός ελληνικός κινηματογράφος ιστορικά είχε αρκετή σχέση με την πολιτική - αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ο πιο διάσημος Έλληνας σκηνοθέτης, ο Αγγελόπουλος, έκανε σαφώς πολιτικές ταινίες. Όμως το κοινό έχει λίγη σχέση με αυτές τις ταινίες. Επειδή ο ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε παραδοσιακά της αριστεράς, οι ελληνικές κυβερνήσεις που συνήθως είναι καραδεξιές δεν τον προωθούσαν, απλά τον ανέχονταν. Ακόμα και σήμερα η προώθηση του ελληνικού σινεμά είναι ελάχιστη. Οι ταινίες πολλών από μας, με πορεία σε διεθνή φεστιβάλ, βραβεία κλπ κόβουν 1000 εισιτήρια στην Ελλάδα, ενώ πχ η εθνικιστική κατά-λάθος-παρωδία κινηματογραφικού επιπέδου σχολικό σκετς που λέγεται Καποδίστριας έκοψε λένε 700.000 εισιτήρια! Γι’ αυτό ευθύνονται φυσικά τα ελληνικά ΜΜΕ που έχουν πολλάκις χαρακτηριστεί σε έρευνες τα πιο αδιαφανή της Ευρώπης και είναι από τα πιο δημαγωγικά στον κόσμο. Όταν οι άνθρωποι ακούνε από το πρωί ως το βράδυ φασιστικά κανάλια, ε γίνονται φασίστες, δε θέλει και πολύ.

Photo Styling: Rough Fabrics
Όμως καλό είναι να μην κατηγορούμε πάντα τους άλλους για αυτά που μας συμβαίνουν. Ποια είναι η ευθύνη των θεσμών του κινηματογράφου για όλο αυτό; Αυτές τις μέρες το "Avant-Drag!" συμμετέχει σε αφιέρωμα της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου "Σινεμά Ξανά", μαζί με 50 ακόμα ταινίες, αλλά αν δει κανείς το τρέιλερ μπορεί να νομίσει πως είναι ένα αφιέρωμα στον κλασικό ελληνικό κινηματογράφο: καμιά από τις καινούριες ταινίες που συμμετέχουν δεν εμφανίζεται. Όταν το 2024, δείξαμε την ταινία στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη, είχε τότε γραφτεί από διάφορο κόσμο ότι ήταν μια από τις πιο ριζοσπαστικές χρονιές για το Φεστιβάλ. Το να επιστρέφει την επόμενη χρονιά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με αφιέρωμα στη Φίνος Φιλμ και στον παλιό καλό -δηλαδή κακό- ελληνικό κινηματογράφο, το λες και προδοσία! Και βέβαια το κράτος ξέρει πολύ καλά ότι κρατάει τους θεσμούς από μια κλωστή: φέτος κόπηκαν πολλά φεστιβάλ και επιχορηγήσεις και θα ακολουθήσουν μάλλον κι άλλα. Γενικώς πιστεύω πως θα δούμε σύντομα μια κατάσταση παρόμοια με αυτή που έχει φέρει η Μελόνι στην Ιταλία, ότι θα χρηματοδοτούνται ταινίες που είναι "εθνικού συμφέροντος". Αν οι θεσμοί δεν αντιδράσουν άμεσα (που δεν το βλέπω), οι Καποδίστριες θα κανονικοποιηθούν και το ελληνικό σινεμά θα είναι πάλι για γέλια.

