Φωτό: Γιάννης Στεφανίδης
Οκτώ χρόνια μετά τον "Ψυχρό Πόλεμο", ο Πάβελ Παβλικόφσκι περνά ξανά πίσω από την κάμερα για να αφηγηθεί μια αληθινή ιστορία. Αυτή του οδικού ταξιδιού το οποίο έκαναν ο νομπελίστας συγγραφέας Τόμας Μαν (Φραντς Ζίτσλερ) και η κόρη του Έρικα (Σάντρα Χίλερ) το 1949 από την Φρανκφούρτη στην Βαϊμάρη, διασχίζοντας μια χώρα κομμένη γεωγραφικά και πολιτικά στα δυο.
Μετά από πολλά χρόνια στην Αγγλία, έχετε επιστρέψει πλέον στην Πολωνία. Έχετε όμως μια ιδιαίτερη αδυναμία στη χώρα μας.
Ναι, έχω ένα μικρό σπίτι στην Ύδρα και προσπαθώ να περνάω δύο τρεις μήνες κάθε χρόνο εκεί. Μένω έτσι και λίγο καιρό στην Αθήνα. Μου αρέσει η Ελλάδα πολύ. Μου αρέσει ο τρόπος της ζωής εδώ. Είναι λιγότερο τυποποιημένος και προγραμματισμένος από την περισσότερη Ευρώπη, μου θυμίζει προηγούμενες εποχές. Αλλά η Ελλάδα αλλάζει και πολύ γρήγορα μάλιστα. Μοιάζει να είναι πίσω από τις εξελίξεις και ίσως πολλοί Έλληνες πιστεύουν πως η κοινωνία τους είναι συντηρητική, οικογενειοκρατική, παλιομοδίτικη… Όμως οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η αίσθηση της καταγωγής, της ρίζας, για μένα έχουν ενδιαφέρον, μιας και έχω ζήσει σε χώρες όπου αυτά χάθηκαν και όλα έχουν γίνει διαδικαστικά.
Δεν συμβαίνει λίγο πολύ το ίδιο σε όλη την Μεσόγειο;
Όχι, νομίζω ότι η Ελλάδα είναι διαφορετική. Έχω ζήσει στην Ιταλία για λίγο και δεν ήταν έτσι. Υπάρχει η αγάπη της απλότητας, το διαπιστώνεις ακόμα και στην ελληνική κουζίνα. Ίσως ως ξένος βλέπω εξωραϊσμένη την πραγματικότητα, αλλά διαπιστώνω πως υπάρχουν λίγοι, αλλά ισχυροί κανόνες και μέσα στην απλότητα κρύβονται πολλά.

Η απλότητα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του κινηματογραφικού ύφους σας. Το οποίο είναι στιλιζαρισμένο, αλλά λιτό και απέριττο.
Πιστεύω πως έχει να κάνει με την ηλικία. Καθώς μεγαλώνεις δεν έχεις χρόνο για να υποκρίνεσαι και θέλεις να κρατήσεις τα ουσιαστικά πράγματα. Πώς αυτή η σκηνή μπορεί να είναι δραματουργικά πλούσια και αφηγηματικά συναρπαστική χωρίς να περισσεύει τίποτα και χωρίς το νόημά της να είναι διδακτικό; Φροντίζεις να βάλεις μέσα στο κάδρο μόνο όσα εξυπηρετούν την αφήγηση, αφαιρείς όσα επεξηγούν το αυτονόητο και ενώ ενδιαφέρεσαι αυτό που δείχνεις να είναι όμορφο, φροντίζεις να μην έχει τίποτα το προσποιητό ή το αυτάρεσκο.
Πιστεύετε πως το μοντέρνο σινεμά είναι μεγαλόστομο και στομφώδες;
Στομφώδες και ταυτόχρονα απλοϊκά απεικονιστικό. Οι εικόνες του διεκπεραιώνουν απλώς τα όσα περιγράφει το σενάριο, υπηρετώντας μια κυριολεξία που κάνει τα πάντα σαφή, ξεκάθαρα και κατανοητά, χωρίς να αφήνει χώρο στη φαντασία του θεατή. Είναι ένα σύμπτωμα του ψηφιακού πολιτισμού μας, όπου κινηματογραφούμε διαρκώς τα πάντα. Πλημμυρίζουμε από εικόνες, ήχους, πληροφορίες, επεξηγήσεις… Όλα μαζί και όλα πολύ γρήγορα, αναγκαστικά λοιπόν επιφανειακά και ευδιάκριτα. Άσπρο – μαύρο.
Εσείς, αντίθετα, κινείστε σε άλλους ρυθμούς και παίρνετε το χρόνο σας. Μεσολάβησαν οκτώ χρόνια ανάμεσα στον "Ψυχρό Πόλεμο" και την "Πατρίδα".
Μεσολάβησαν και κάποια σχέδια τα οποία δεν προχώρησαν. Το "Limonov", από το οποίο αποσύρθηκα και ανέλαβε ο Σερεμπρένικοφ. Ένα σενάριό μου για το νεαρό Στάλιν, το οποίο έχει αναλάβει πλέον ο Κορνέλ Μουντρούτσο, και τέλος το "The Island", το οποίο προετοιμάζαμε για δυόμιση χρόνια και δεν προχώρησε επειδή μεσολάβησε η απεργία των ηθοποιών και τελικά λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Η χρηματοδότηση για ταινίες σαν τις δικές μου γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, σε αντίθεση με τις παραγωγές των πλατφορμών. Αλλά εκεί πρέπει να κάνεις ένα σωρό συμβιβασμούς. Από το κάστ μέχρι την παρουσίαση των χαρακτήρων, η οποία έχει γίνει ενοχλητικά τυποποιημένη. Οπότε περίμενα να οργανωθεί η παραγωγή της "Πατρίδας" σωστά, χωρίς καλλιτεχνικές εκπτώσεις. Κάτι όχι τόσο αυτονόητο για μια ασπρόμαυρη, κυρίως γερμανόφωνη ταινία.

Το ασπρόμαυρο είναι μια επιλογή την οποία υπηρετείτε πιστά από την εποχή της "Ida".
Η "Ida" είναι μια φτηνή ταινία και είχα τα περιθώρια να δουλέψω ρισκάροντας, ελεύθερος από δεσμεύσεις. Το 2013 επέστρεψα στην Πολωνία, χήρος πλέον και με τα παιδιά μου να έχουν μεγαλώσει. Ξεκίνησα από την αρχή συνολικά και σκέφτηκα "ας κάνω μια ταινία που να μοιάζει με τις φωτογραφίες των οικογενειακών μου άλμπουμ". Στιγμιότυπα νοσταλγικά, με εξαιρετικό "περιεχόμενο", χωρίς φροντίδα για το καδράρισμα, αλλά γεμάτα συναίσθημα. Διόρθωσα το καδράρισμα (γέλια), αλλά επιχείρησα να αναπαράγω την ίδια αύρα, αποφεύγοντας τα διαρκή κλόουζ απ, τη συναισθηματική χρήση της μουσικής, τα περίτεχνα πλάνα… Επικεντρώθηκα μόνο στο ότι εξυπηρετεί την ιστορία.
Όπως ακριβώς και στην "Πατρίδα", όπου συναντάμε και πάλι ήρωες σε κίνηση, οι οποίοι αναζητούν την ταυτότητάς τους.
Το road movie διαθέτει ένα έντονο δραματουργικό ενδιαφέρον, μιας και αναγκάζει τους χαρακτήρες σου να συνυπάρξουν, ενώ εναλλάσσει το φυσικό ντεκόρ το οποίο τους περιβάλλει. Η ταυτότητα, πάλι, είναι ένα θέμα το οποίο επανέρχεται πράγματι στις ταινίες μου, εδώ δεμένο με τις έννοιες της γλώσσας, της πατρικής γης και της εθνικής κληρονομιάς.
Το φόντο, όμως, είναι μια διχασμένη χώρα, η μεταπολεμική Γερμανία. Παρόμοια διχασμένη μοιάζει και η σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της;
Δεν μπορώ να πω για το μέλλον. Βέβαια, με την τόσο έντονη πόλωση και την άνοδο των ακροδεξιών ιδεών η ιδέα της Ευρώπης μπορεί να αλλάξει. Ίσως όχι η ιδέα, αλλά η κοινή ευρωπαϊκή πορεία. Και αυτό με φοβίζει, γιατί θέλω να έρχομαι ελεύθερα από την Βαρσοβία στην Αθήνα, δεν ενδιαφέρομαι να πάω στην Αμερική για να ζήσω ή στο Χόλιγουντ για να δουλέψω. Μου αρέσει το αμερικανικό σινεμά του ’40, του ’70 και του ’80, αλλά η σύγχρονη αμερικανική κουλτούρα δεν μου λέει τίποτα. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το κέρδος, έχουν μετατραπεί σε θεματικά πάρκα και σε μια συνειδητή παρωδία του εαυτού τους. Για πολλούς Ανατολικοευρωπαίους, όμως, η Αμερική είναι το όνειρο και το Χόλιγουντ η γη της επαγγελίας. Εγώ, πάλι, νιώθω πως η Ευρώπη είναι το χωριό μου και αγαπώ τη διαφορετικότητα και το αίσθημα της ιστορικής συνέχειας. Πράγματα τα οποία αναζητά και η οικογένεια Μαν στην ταινία, το κάθε μέλος της με το δικό του τρόπο.
Ευχαριστούμε θερμά το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης για τη φιλοξενία της συνέντευξης.