Ο Ρίντλεϊ Σκοτ έχει αρκετά χρόνια να γυρίσει μια ταινία που να θεωρηθεί καλή από κοινό και κριτικούς. Με τον "Αστερισμό του Σκύλου" δηλώνει αισιόδοξος ότι θα το πετύχει! Έχοντας περάσει από μια βιογραφική ταινία για την οικογένεια Gucci, μια ταινία για την τελευταία επίσημη μονομαχία μέχρι θανάτου στη Γαλλία αλλά και τη συνέχεια του εμβληματικού ‘Μονομάχου’, αποφάσισε να επιστρέψει στο κινηματογραφικό είδος που τον καθόρισε και που έδειξε να του ταιριάζει (πιο) πολύ. Ο λόγος φυσικά για την επιστημονική φαντασία, γέρνοντας στην post-apocalyptic πλευρά της, καθώς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Πίτερ Χέλερ, για δύο ήρωες, τον Χιγκ και τον Μπάγκλεϊ, οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν, μετά από έναν ιό που σχεδόν αφάνισε όλη την ανθρωπότητα.
"Νομίζω πως υπάρχουν υπερβολικά πολλές apocalyptic ταινίες" λέει ο Σκοτ, και συνεχίζει "και νομίζω πως προσωπικά ξεκίνησα με μια αρκετά δύσκολη, δημιουργώντας το Blade Runner πριν χρόνια. Δεν υπήρχε τέλος στη ζοφερότητα εκείνης της ταινίας. Σε αυτή, αυτό που πραγματικά με ικανοποιεί που μπόρεσε να βγει, είναι το βαθύ αίσθημα ελπίδας. ‘Όλα θα πάνε καλά’. Αν κάνεις το σωστό, θυμίζει την έκφραση: Ο Θεός βοηθάει αυτούς που βοηθούν τον εαυτό τους". Πράγματι, το "Blade Runner" (1982) ήταν σκοτεινό αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στο να εξελιχθεί σε ταινία-ορόσημο για το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Λίγα χρόνια πριν, το 1979, με το πρώτο "Alien: Ο Επιβάτης του Διαστήματος" και πάλι με δυσκολία έφερε κάποια ελπίδα στην ιστορία ενώ, το 2015 με τη "Διάσωση" κατάφερε πιο εύκολα να "γεννήσει" ελπίδες για την κατάληξη του ήρωα. Τώρα, μοιάζει λες και πρέπει να ανταγωνιστεί τον εαυτό του…

Σύμμαχος στη νέα του ταινία είναι ένα δυνατό καστ και η τάση του πια για αυτοσχεδιασμό. Ο Τζέικομπ Ελόρντι υποδύεται τον Χιγκ, έναν πιλότο που έχασε τη γυναίκα του από τον ιό και, τώρα με μοναδική συντροφιά τον σκύλο του κι ένα αεροπλάνο, προσπαθεί να επιβιώσει. Στην πορεία, ενώθηκε με τον χαρακτήρα του Τζος Μπρόλιν, τον Μπάγκλεϊ, έναν πρώην πεζοναύτη και ειδικό στα όπλα, αλλά και με την χαρακτήρα της Μάργκαρετ Κουάλεϊ, Σίμα, μια διασώστρια που μένει με τον πατέρα της (Γκάι Πιρς).
"Είμαι από αυτούς τους σκηνοθέτες που έχουν οκτώ κάμερες. […] Θέλω να εκπλαγώ" δηλώνει ο Σκοτ. Ειδικά για την σχέση μεταξύ των χαρακτήρων του Ελόρντι και της Κουάλεϊ ενθάρρυνε τον αυτοσχεδιασμό. "Ξέρουμε τι είδους σχέση είναι αυτή. Θέλω να δω τι έχουν μέσα τους. Ψάχνω αυθεντικότητα αλλιώς μοιάζει πεθαμένο" συμπληρώνει. Η Κουάλεϊ ακολούθησε τις συμβουλές του σκηνοθέτη, όπως και ο συμπρωταγωνιστής της, "αγκαλιάζοντας" τελικά και δικά τους στοιχεία, όπως αυτό της αβολοσύνης.

Ο Τζος Μπρόλιν από την άλλη, παρόλο που έχει συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν με τον Σκοτ, σκέφτηκε από την πρώτη μέρα να τα παρατήσει. "Ο Ρίντλεϊ έλεγε συνέχεια ιστορίες αντί να κάνουμε πρόβα και αυτό με ενόχλησε κι άρχισα να φοβάμαι. Κάλεσα τον ατζέντη μου και του είπα ότι θέλω να φύγω γιατί κάτι πήγαινε λάθος" θυμάται ο Μπρόλιν. Όταν τελικά του έδειξε την σκηνή που είχαν γυρίσει εκείνη την ημέρα, είδε τον δυναμισμό της, διέκρινε ότι θα χτιζόταν κάτι ενδιαφέρον κι έμεινε.

"Μου πήρε κάνα δυο μέρες να έρθω σε αρμονία με όλο αυτό κι έπειτα μπήκα εντελώς μέσα γιατί ήταν απείρως δημιουργικό […] Αυτό ήταν που ζητούσα και τώρα το παίρνω και το πολεμάω μιας που έχει μηδενική άνεση μέσα του. Έγινε ένα από τα πιο δημιουργικά και απολαυστικά πρότζεκτ που έχω συμμετάσχει" καταλήγει ο ηθοποιός. Κατάφερε, λοιπόν, να αγαπήσει τον ρόλο και τη διαδικασία του αυτοσχεδιασμού, παρά την ανασφάλεια που μπορεί να προέκυπτε από αυτή.