Τρίτο βιβλίο του αγγλόφωνου συγγραφέα Πάνου Καρνέζη, το "Πάρτυ γενεθλίων" του 2007 γνώρισε άμεσα εκδοτική επιτυχία και η ελληνική εταιρία παραγωγής Heretic (συμπαραγωγός ταινιών όπως το "Τρίγωνο της Θλίψης" και το "How to Have Sex") απέκτησε τα κινηματογραφικά δικαιώματά του. Πρόκειται για μια λοξή βιογραφική προσέγγιση του μύθου του Αριστοτέλη Ωνάση, με τον ήρωα του μυθιστορήματος Μάρκο Τιμολέοντα να αποτελεί το alter ego του – Έλληνας κροίσος με ιδιωτικό νησί στο Ιόνιο, παντρεμένος με κοσμική διασημότητα, ο οποίος έχει χάσει το γιο και διάδοχό του σε αεροπορικό δυστύχημα. Αποφασισμένος να μην αφήσει τη μοίρα να σταθεί ξανά εμπόδιο στα σχέδιά του, οργανώνει το καλοκαίρι του 1975 ένα πολυτελές πάρτι για να γιορτάσει τα 25α γενέθλια της κόρης του Σοφίας. Μαζί με τους εκλεκτούς καλεσμένους, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ο νεαρός βιογράφος του, καταφθάνει στο νησί και η εορτάζουσα, αποφασισμένη να τον εκπλήξει με μια απρόσμενη είδηση. Εκείνος, όμως, έχει ήδη πάρει τα μέτρα του…

Ο Γουίλεμ χορεύει ζεϊμπέκικο
Ο επικεφαλής της Heretic Γιώργος Καρναβάς γνώρισε τον Ισπανό σκηνοθέτη Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ όταν γύριζαν μαζί το 2019 το δραματικό "Παράθυρο στη Θάλασσα", με πρωταγωνίστρια την Έμα Σουάρεζ, σε Νίσυρο και Κω. Συνεργάστηκαν στην από κοινού σεναριακή διασκευή του μυθιστορήματος του Καρνέζη, περιορίζοντας τη δράση του σε ένα μόνον 24ωρο, με τον Καρναβά να στρέφεται σε έναν άλλο γνωστό του για το ρόλο του Τιμολέοντα. Τον Γουίλεμ Νταφόε, πρωταγωνιστή του κλειστοφοβικού θρίλερ του Βασίλη Κατσούπη "Inside" (2022), συμπαραγωγή κι αυτό της Heretic. Ο κορυφαίος Αμερικανός σταρ αποδέχθηκε την ερμηνευτική πρόκληση, με το καστ να συμπληρώνεται από τους Έμα Σουάρεζ ("Χουλιέτα") στο ρόλο της Ολίβια, αποξενωμένης συζύγου του Μάρκου, την Δανέζα Βικ Κάρμεν Σόνε ("Το Κορίτσι με τη Βελόνα") ως Σοφία και τον Λονδρέζο Τζο Κόουλ του "Peaky Blinders" ως το δημοσιογράφο ο οποίος επιμελείται τη βιογραφία του Έλληνα μεγιστάνα, ενώ οι Χρήστος Στέργιογλου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Έλσα Λεκάκου εμφανίζονται σε δεύτερους ρόλους – κλειδιά.
Σε διάλειμμα των γυρισμάτων, τα οποία έγιναν στην Κέρκυρα και στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2024, συναντήσαμε τους τέσσερις βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας, η οποία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο περσινό φεστιβάλ του Λοκάρνο και αρχίζει να προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους από την Πέμπτη 2 Ιουλίου. Ο Γουίλεμ Νταφόε έχει έρθει επανειλημμένως στη χώρα μας, με την νοοτροπία της οποίας νιώθει οικεία, καθότι δηλώνει πλέον… Ιταλός. "Πάνω από δέκα χρόνια τώρα ζω στην Ρώμη και έχω μάθει το "una faccia, una razza". Πράγματι, Έλληνες και Ιταλοί μοιράζονται πολλά κοινά ως λαοί. Είναι έθνη με ιστορία, παλιές αυτοκρατορίες… Αλλά όσο απομακρύνεσαι από τον αυτοκρατορικό, κατακτητικό εαυτό σου, τόσο πιο ανθρώπινος γίνεσαι. Είναι και η δική μας σειρά τώρα, των Αμερικανών, να πάψουμε κάποια στιγμή να νιώθουμε παντοκράτορες", λέει ο ίδιος.

Χαμογελαστός, απλός και προσηνής, μου εξηγεί πως πείστηκε να αναλάβει το ρόλο του Μάρκου Τιμολέοντα. "Μου ανέπτυξε την ιδέα της ταινίας ο Γιώργος (Καρναβάς), αλλά είχα δυο αρχικές αντιρρήσεις. Σκέφτηκα, οικογενειακό δράμα, κάτι που γενικά δεν μου αρέσει ως είδος. Επίσης, εγώ Έλληνας; Να χορέψω ζεϊμπέκικο; Δεν ξέρω. Ένας ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει τα όριά του. Αλλά μετά από λίγη σκέψη και αφού συνειδητοποίησα πόσο ενδιαφέρων χαρακτήρας ήταν ο Μάρκος, είπα "κοίτα, δεν είναι το ίδιο". Δεν θα κάνω άμεση σύγκριση, αλλά πάρε για παράδειγμα τον Μάρλον Μπράντο, ο οποίος δεν έχει τίποτα ιταλικό στον "Νονό". Ή τον Μπαρτ Λάνκαστερ στον "Γατόπαρδο". Οπότε γιατί όχι;". Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει ο ρόλος. Αυτό πόσο επηρεάζει την υποκριτική προσέγγιση; "Δεν έχεις τον Ωνάση στο μυαλό σου. Είναι ένα μοντέλο, αλλά έχουμε τη δική μας ιστορία. Υπάρχουν ομοιότητες, αλλά η δική μας αναφορά είναι η αρχαία τραγωδία. Ένας ήρωας που έρχεται από αυτή τη δραματική παράδοση και έχει να κάνει με το σήμερα. Στη δυτική κοινωνία σε ενθαρρύνουν έντονα να χαράξεις τον δρόμο σου στον κόσμο, να δημιουργήσεις κάτι, να ξεχωρίσεις. Αλλά για να το κάνεις αυτό, χρειάζεται συχνά να προδώσεις τις αξίες σου ή να κάνεις ανήθικα πράγματα. Η πρόθεση όμως να δημιουργήσεις κάτι καλό παραμένει και όσον αφορά το οικογενειακό πλαίσιο, ο Μάρκος δεν είναι απλώς ένας τυφλός μεγαλομανής, αλλά κάποιος που αγαπά την κόρη του και τη γυναίκα του. Η ανάγκη του για έλεγχο, όμως, είναι μεγαλύτερη και αυτή είναι η ύβρις του".

Από την Τζάκι Ο στην "Φόνισσα"
Με την ίδια προσέγγιση, η Έμα Σουάρεζ βλέπει το χαρακτήρα της Ολίβια να γεννιέται από τη φαντασία του Καρνέζη και των σεναριογράφων. "Δεν είναι ούτε η Μαρία Κάλας ούτε η Τζάκι Ωνάση. Διάβασα, βέβαια, γι’ αυτές και είδα κάποια ντοκιμαντέρ, αλλά το έκανα γιατί ήθελα να καταλάβω την εποχή και το περιβάλλον. Από εκεί και πέρα έμεινα πιστή στο σενάριο και στο ρόλο μιας γυναίκας η οποία έχει καταλάβει ότι είναι δέσμια του παρελθόντος της. Είχε αγαπήσει τον Μάρκο, τον αγαπάει ακόμα, αλλά τα συμφέροντα είναι τόσα πολλά, οι εγωισμοί τόσο μεγάλοι, που καταλαβαίνει πως όλο αυτό δεν θα τελειώσει καλά. Προσπαθεί να προστατεύσει την Σοφία, αν και δεν είναι βιολογική της κόρη, αλλά…". Η δική της ύβρις ποια είναι; "Γοητεύτηκε από την απεριόριστη δύναμη ενός άντρα και τώρα πληρώνει το τίμημα, μιας και αυτή η δύναμη στρέφεται εναντίον της. Δεν είναι όμως άβουλο θύμα και αυτό ήθελα να τονίσω με το παίξιμό μου. Η Ολίβια δεν παραδίνεται στη μοίρα της και κάνει μια τελευταία προσπάθεια να σώσει τον άνθρωπο που αγαπά από τον ίδιο του τον εαυτό. Και στο μυαλό μου, είναι η μελλοντική εκδοχή της Σοφίας. Η μικρή δίνει την πρώτη μάχη για την ανεξαρτησία της, εκείνη έχει δώσει ήδη τις δικές της".
Η 30χρονη Βικ(τόρια) Κάρμεν Σόνε είναι η πρώτη από το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο η οποία συνδέθηκε με το συγκεκριμένο πρότζεκτ. "Μιλήσαμε πρώτη φορά γι’ αυτό με τον Μιγκέλ Άνχελ (Χιμένεθ) πριν τεσσερισήμισι χρόνια. Χρειάστηκε πολύς καιρός για να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση, αλλά εμένα η ιδέα μου είχε φανεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από τη σεναριακή σύνοψη. Οπότε χαίρομαι που ακολούθησα μια ταινία από την αρχή ως το τέλος της, αφήνοντας το χαρακτήρα να ωριμάσει μέσα μου και έχοντας το χρόνο να τον αναλύσω με το σκηνοθέτη και τους συμπρωταγωνιστές μου". Όπως κι εκείνοι, έτσι και η ίδια προσπάθησε να απομακρυνθεί από τυχόν άμεσες ομοιότητες της Σοφίας με την Χριστίνα Ωνάση. "Οδηγός μου ήταν η Σοφία του σεναρίου. Επιπλέον, θα ατίμαζα τη μνήμη της Χριστίνας προσπαθώντας να την προσαρμόσω σε ένα σύμπαν, με φανταστικούς διαλόγους και σκηνές, στο οποίο σαφώς και δεν ανήκει. Αν κάποιος ερχόταν σε μένα μια μέρα και με ρωτούσε "θες να παίξεις εμένα"; Ή θες να παίξεις τη γιαγιά μου με την οποία έχω πολλές συνεντεύξεις και έχουμε άδεια από αυτήν; Αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Τότε ίσως αξίζει πραγματικά να προσπαθήσω".

Η συζήτησή μας θα συνεχιστεί πάνω στη σχέση της με την Ελλάδα, όπου έκανε το πρώτο της ταξίδι σε ηλικία ενός έτους, για το πως η Σοφία είναι μια ακόμα γυναίκα – αντικείμενο σε έναν πατριαρχικό κόσμο και τη σχέση της, ως κινηματογραφικός χαρακτήρας, με τις γυναίκες του "Κοριτσιού με την Βελόνα". Μαθαίνει εντυπωσιασμένη πως υπάρχει ένα ελληνικό μυθιστόρημα το οποίο περιγράφει αριστουργηματικά το ίδιο θέμα, η "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη, και μου λέει πως θα είναι το πρώτο πράγμα που θα ψάξει όταν γυρίσει στην Κοπεγχάγη, μιας και το βιβλίο κυκλοφορεί σε αγγλική μετάφραση.
Ο Τζο Κόουλ ξεκίνησε τα γυρίσματα του "Πάρτυ…" μόλις τέλειωσε αυτά της περιπετειώδους σειράς του BBC "Night Sleeper". Συνδέθηκε με την ταινία μετά την Σόνε και τον Νταφόε και είναι ο μόνος ο οποίος υποδύεται έναν εντελώς φανταστικό χαρακτήρα. "Είχα στο νου μου τον Νόρμαν Μέιλερ, ένα συγγραφέα ο οποίος έζησε από τη δημοσιογραφία, γράφοντας, παράλληλα με τα μυθιστορήματά του, και βιογραφίες. Διάβασα για τον Ωνάση και το περιβάλλον του και κατάλαβα πως ένιωσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι παγιδεύτηκαν στον ιστό του". Ο χαρακτήρας του μοιράζεται ένα σημαντικό μυστικό με την Σοφία, αλλά το δίλημμα να την προδώσει, με αντάλλαγμα φήμη και χρήμα μπαίνει μπροστά του επιτακτικά. "Είναι ένα ακόμα θύμα της εξουσίας του Μάρκου και το στοίχημα ήταν να φανεί πως δίνει μια γενναία συνειδησιακή μάχη ασχέτως αποτελέσματος. Να φανεί το αδιέξοδό του, το οποίο είναι σχεδόν υπαρξιακό, και να κάνει το θεατή να σκεφτεί τι θα έκανε εκείνος στη θέση του". Συζήτησαν με τον Χιμένεθ για την έμφαση σε μια ερμηνευτική εξωστρέφεια, χαρακτηριστική της ηλικίας του, της αλαζονείας του, ως μέλος όλης αυτής της ελίτ, και της δύναμης που πιστεύει πως διαθέτει, λόγω της μυστικής σχέσης του με την Σοφία. Η αρχαία τραγωδία έχει και πάλι τον τελευταίο λόγο: "πρόκειται για καθαρή ύβρι και αναπόφευκτα ακολουθεί η νέμεσις".