Η τρίτη ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου, σκηνοθέτη των "Tungsten" (2011) και "Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για κάτι Πολύ Σοβαρό" (2019), μάς βάζει στον κόσμο του τζούντο, θυμίζοντας αγαπημένα sport films της δεκαετίας του '80. Ο λόγος για το "Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ" με πρωταγωνιστές τους Μορτ Κλωναράκη και Βαγγέλη Μουρίκη, που μόλις κυκλοφόρησε στις αίθουσες.
Συζητήσαμε με τον σκηνοθέτη για την σκηνοθετική προσέγγιση των σκηνών πάλης, τις κινηματογραφικές επιρροές του, τον μύθο του Ίκαρου και πολλά ακόμη...
Δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε "αθλητικές ταινίες" στον ελληνικό κινηματογράφο, πόσο μάλλον για ένα άθλημα σαν τον Τζούντο, που λίγοι γνωρίζουν. Πώς αποφασίσατε να γυρίσετε μια ταινία αυτού του είδους;
Αγαπάω αυτό το είδος από μικρός και θεωρούσα δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα προσπαθήσω να κάνω μία τέτοια ταινία. Αλλά για να την κάνω θα έπρεπε να υπάρχει μία μεγαλύτερη κάλυψη παραγωγικά. Έχει μεγάλες απαιτήσεις το είδος. Δεν γινόταν να την κάνω με τις κλασικές συνθήκες που έχω κάνει τις προηγούμενες ταινίες μου. Το σενάριο το είχα γραμμένο αρκετά χρόνια αλλά είχε μείνει στο ράφι. Κατέβηκε από το ράφι όταν το διάβασε ο Στέφανος Κουτσαρδάκης, ο μετέπειτα παραγωγός της ταινίας, και ενθουσιάστηκε. Μαζί με τους υπόλοιπους παραγωγούς μας τον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο και την Φένια Κοσοβίτσα δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες και ξεκινήσαμε.
Ησασταν κι εσείς για χρόνια αθλητής του Τζούντο κι άρα γνωρίζατε καλά τους κανόνες αλλά και την "γλώσσα" του. Πώς εισαγάγατε τους ηθοποιούς στον κόσμο του αθλήματος;
Όλοι/ες οι ηθοποιοί που κρατάνε ρόλους αθλητών είχαν μία επαφή με κάποια πολεμική τέχνη και φυσικά με τον χορό που πάντα βοηθάει. Κάνεις όμως με το τζούντο συγκεκριμένα. Στήσαμε ένα μικρό dojo στο χώρο που κάναμε πρόβες και αρχίσαμε προπονήσεις κανονικά σαν αθλητές. Μόνο που εστιάσαμε σχεδόν απευθείας στις χορογραφίες γιατί φυσικά δεν υπήρχε χρόνος να μάθουν από την αρχή ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό άθλημα. Παράλληλα μιλήσαμε πολύ για το τι πρεσβεύει ηθικά αυτό το άθλημα. Γιατί έχει μία πολύ δυνατή θεωρητική βάση. Είχαμε μαζί μας δύο δασκάλους τζούντο που μας βοήθησαν πολύ. Όπως μας βοήθησε γενικά όλη η κοινότητα του αθλήματος, αθλητές, σύλλογοι και φυσικά η Ομοσπονδία. Ο Βαγγέλης Μουρίκης δούλεψε πολύ και μόνος του γιατί του αρέσει αυτό. Ήρθε σε επαφή με αυτόν τον κόσμο με έναν τρόπο που ξέρει μόνο αυτός.

Αυτή είναι η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Μορτ Κλωναράκη. Πώς τον επιλέξατε και πώς προσεγγίσατε μαζί τον ρόλο του;
Η επιλογή έγινε μέσω της τυπικής διαδικασίας ενός casting. Αρχικά έγινε open call και ο Μορτ έστειλε ένα video με αυτά που ζητούσαμε. Το casting είχε τρία στάδια και ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό κυρίως λόγω του αθλητικού κομματιού. Το τελευταίο στάδιο ήταν πάνω στο τατάμι. Όταν έγινε η επιλογή και πριν μπούμε στο κείμενο κάναμε για κάποιες μέρες μόνο συνεντεύξεις για να τον γνωρίσω καλύτερα αλλά και να δω ποιες είναι οι φυσικές του δράσεις σαν άνθρωπος. Πώς στέκεται, πώς μιλάει, πώς γελάει. Όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες ανέτρεξα πολλές φορές σε αυτές τις συνεντεύξεις γιατί το βασικό μου μέλημα ήταν να μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτό το δύσκολο εγχείρημα χωρίς να χάσω τίποτα από τον αυθορμητισμό και την φρεσκάδα του. Δεν ήθελα να έχει τίποτα περίτεχνο ο χαρακτήρας.

Ο Δάσκαλος του Τζούντο στην ταινία είναι μια αρχετυπική φιγούρα του αυστηρού και σοφού δασκάλου. Νιώσατε, γράφοντας το σενάριο, πως τέτοιου είδους ιστορίες δύσκολα λέγονται χωρίς αυτά τα αρχέτυπα;
Νομίζω πως το σινεμά είδους γεννιέται όταν οι δημιουργοί παύουν να αντλούν έμπνευση από την πραγματικότητα και στρέφονται πλέον για αυτήν στο ίδιο το σινεμά και την ιστορία του. Ένιωσα πως κάνοντας μία ταινία είδους πρέπει να υπάρχει ένα έντονο παιχνίδι με τις προσδοκίες του κοινού σε σχέση με τα λεγόμενα κλισέ του είδους. Υπάρχει ο σοφός δάσκαλος, η σχέση του με την μαθήτρια, η δυνατή ανταγωνίστρια, τα training montage, η τελική αναμέτρηση. Και όταν δεν υπάρχουν κάποια από αυτά τα κλισέ υπάρχει το ερώτημα "είναι τελικά sport film ή είναι τύπου sport film;”. Εγώ αποφάσισα να κάνω μία καθαρόαιμη αλλά και ρεαλιστική αθλητική ταινία, προσθέτοντας το στοιχείο της ενηλικίωσης, μια πιο σημερινή προβληματική και μία έντονη, πιστεύω, ελληνικότητα.
Και η ταινία, πράγματι, δεν παύει να είναι μια ιστορία ενηλικίωσης. Ποιο είναι για εσάς το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των ιστοριών;
Υπό μία έννοια, κάθε ταινία θα μπορούσε να είναι ταινία ενός τύπου ενηλικίωσης. Καθώς σε κάθε ιστορία ένας ήρωας ή μία ηρωίδα θα βρεθούν αντιμέτωποι με καταστάσεις από τις οποίες θα βγουν αλλαγμένοι, σοφότεροι. Ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Το ενδιαφέρον με τους έφηβους, κεντρικούς χαρακτήρες είναι πως αντιδρούν πολύ διαφορετικά απέναντι στις προκλήσεις που τους παρουσιάζονται. Ο θεατής δεν ξέρει τι να περιμένει από αυτούς. Είναι απρόβλεπτοι και αυτό είναι οκ. Δεν υπάρχει το "εγώ θα έκανα αυτό” από την πλευρά του θεατή. Πολλές φορές η αντίδρασή τους δεν είναι προς το συμφέρον τους. Όταν ένας χαρακτήρας παύει να δρα με γνώμονα το συμφέρον του, μπορεί να προκύψει μία ωραία ιστορία.

Ο μύθος του Ίκαρου επανέρχεται με διάφορους τρόπους στην ταινία. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό;
Εδώ έχουμε ένα μικρό subplot πάνω στο οποίο δουλέψαμε το υπόβαθρο του χαρακτήρα του Γιούρι, με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Όταν ο Γιούρι επισκέπτεται το νησί της Δάφνης, την Ικαρία, ξαναέρχεται σε επαφή με έναν μύθο που όλοι γνωρίζουν. Βρίσκει όμως και μία ταύτιση. Θεωρεί πως κι αυτός έχει χάσει μία αθλήτρια, της οποίας τα φτερά είχε φτιάξει ο ίδιος. Όσο εξελίσσονται τα γεγονότα με τη νέα του αθλήτρια, τη Δάφνη, ο φόβος πως κάτι τέτοιο μπορεί να ξανασυμβεί τον κυριεύει. Είναι το τραύμα του Δαίδαλου. Η ταύτιση του είναι τέτοια που θα ονομάσει και τον σύλλογο του "Ίκαρο”.

Η ταινία θίγει διάφορα καίρια ζητήματα γύρω από τον πρωταθλητισμό, από την πίεση και τον ανταγωνισμό έως την σεξουαλική κακοποίηση, ένα ζήτημα που πολύ πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας στη χώρα μας. Υπήρξε δισταγμός να αγγίξετε αυτά τα ζητήματα;
Δε θα έλεγα τόσο δισταγμός όσο μία αίσθηση ευθύνης. Που πήγαζε κυρίως από το ερώτημα του πώς θα νιώσει κάποιος/α που βλέπει την ταινία και έχει ζήσει μία ιστορία παρεμφερή με αυτήν που βλέπει στην οθόνη. Και με δεδομένο πως ήταν ένα σενάριο που τα πρώτα του draft γράφτηκαν προ me too (ήταν στο screenwriters lab του Sundance το καλοκαίρι του 2017), έπρεπε να έρθω σε επαφή με πολύ κόσμο για να αποφασίσω με ποιον τρόπο θα μπορούσα να προσεγγίσω αυτό το θέμα. Ήθελα μία προσέγγιση πολύπλευρη, που να δημιουργεί τις απαραίτητες "γκρίζες ζώνες” από τις οποίες ξεκινά μία πιθανή συζήτηση. Αυτό νομίζω πως πρέπει να κάνουν οι ταινίες. Να ξεκινάνε συζητήσεις.
Πώς είναι να σκηνοθετεί κάποιος σκηνές πάλης; Χρειάστηκαν μεγαλύτερη προετοιμασία ή διαφορετική προσέγγιση από άλλες σκηνές;
Ήταν πολύ πιο δύσκολο από ότι φανταζόμουν. Και ένας λόγος είναι ότι δεν είχα καμία εμπειρία πάνω σε αυτό. Ούτε εγώ, ούτε το συνεργείο, ούτε κι οι ηθοποιοί. Φαντάζομαι πως σε μία μεγάλη ξένη παραγωγή θα υπήρχαν εξειδικευμένοι άνθρωποι που θα δρούσαν ως συμβουλάτορες για τις συγκεκριμένες σκηνές. Σε εμάς φυσικά δεν υπήρχαν. Χρειάστηκε αρκετά μεγάλη προετοιμασία καθώς είχα επιλέξει να γυρίσω τις σκηνές με μεγαλύτερης διάρκειας πλάνα. Πλάνα που έχουν συνεχή κίνηση της μηχανής αλλά και κίνηση των ηθοποιών, πολλές φορές σε τρία και τέσσερα επίπεδα. Η προφανής επιλογή για αυτές τις σκηνές θα ήταν να έχω μία πιο μονταζική προσέγγιση. Με πολλά μικρά πλάνα για να μπορέσω να δώσω ρυθμό και να καλύψω τις όποιες τεχνικές μας ατέλειες στο αθλητικό κομμάτι. Επέλεξα εντελώς το αντίθετο για να πιάσω τον παλμό των αθλητών, να τους νιώσουμε. Ακολούθησα κινηματογραφικά τις ροές των σωμάτων.

Υπάρχουν κάποιες ταινίες που σας ενέπνευσαν;
Ως προς τη δομή νομίζω πως είναι προφανής η επιρροή από τα sport films των late 70s και 80s. Rocky (1976), Personal Best (1982), Karate Kid (1984), Vision Quest (1985). Αλλά υπήρχαν και παλιότερες ταινίες μέσα στις οποίες βρήκα υπέροχα στοιχεία, Sanshiro Sugata (1943), Requiem For A Heavyweight (1962), Downhill Racer (1969), Fat City (1972). Από νεότερες μελέτησα κυρίως ταινίες που συνδυάζουν το αθλητικό κομμάτι με άλλα είδη, όπως το Girlfight (2000) και το Warrior (2011).
