O Ντάρεν Αρονόφσκι γιορτάζει σήμερα (12/02) τα 57α γενέθλιά του και είναι μια καλή ευκαιρία να αναλογιστούμε από τι πραγματικά αποτελείται το κινηματογραφικό του σύμπαν.
Το "παρανοϊκό" ξεκίνημα
Το 1998 σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο "Pi", για την οποία κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Sundance αλλά και το Βραβείο Σεναρίου στα Independent Spirit Awards. Πρόκειται για ένα ασπρόμαυρο, εντελώς καμένο φιλμ για έναν μαθηματικό που ψάχνει μανιωδώς έναν αριθμό που θα αποκαλύψει την απόλυτη τάξη στον πραγματικό κόσμο. Κι αν δεν καταλάβατε τίποτα, δεν πειράζει γιατί το πιθανότερο είναι να μην καταλάβετε κι αφού δείτε την ταινία. Εκτός αν τα μαθηματικά είναι το στοιχείο σας, φαντάζομαι.
Ένα τόσο παρανοϊκό θέμα, που ανάγεται σε ζητήματα γύρω από την πίστη, τον μυστικισμό και την επιστήμη των μαθηματικών, μόνο "παρανοϊκά" θα μπορούσε να αποτυπωθεί. Ο τρόπος που σκηνοθετεί σε συνδυασμό με την επιλογή του ασπρόμαυρου φιλμ, προκαλούν μια έντονη θολούρα που αντηχεί στον ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Ήδη από την αρχή, διακρίνονται τα θέματα που θα τον απασχολήσουν ως δημιουργό και στην μετέπειτα πορεία του -έστω και με λιγότερο πειραματισμό και αυθάδεια.
Η επική συνέχεια με το "Ρέκβιεμ Για Ένα Όνειρο" (2000)
Μέχρι στιγμής (και ίσως για πάντα), το όνομα του Αρονόφσκι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μόλις δεύτερη ταινία του, "Ρέκβιεμ Για Ένα Όνειρο". Είναι από τις ταινίες που ξετρέλαναν πολύ κόσμο την πρώτη χρονιά της νέας χιλιετίας που κυκλοφόρησε κι ακόμη εκπλήσσει όσους την ανακαλύπτουν.
Εδώ ο Αρονόφσκι τα έδωσε όλα σκηνοθετικά, δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα σαν μια θηλειά στον λαιμό που όλο και στενεύει. Με τον Τζάρεντ Λέτο στο άνθος της καριέρας του και την Έλεν Μπέρστιν να λαμβάνει υποψηφιότητα για Όσκαρ, η ταινία ήταν ασφαλής από άποψη ερμηνειών. Όπως και σε πολλά άλλα κομμάτια -φωτογραφία, μοντάζ και σίγουρα μουσική.
Βέβαια, υπάρχουν και πολλοί επικριτές της ταινίας που την "στήνουν στον τοίχο" για τον έντονο μελοδραματισμό της αλλά και τον -ευδιάκριτο- πεσιμισμό της. Τα συγκεκριμένα στοιχεία, συγχωρούνται ή παραβλέπονται (ή ακόμη και δεν διαβάζονται καν) στη δεύτερη και υπερβολικά καλή ταινία του σκηνοθέτη αλλά, δυστυχώς, είναι ακριβώς τα ίδια που σε μετέπειτα δουλειές του δεν μπορούμε πια να αγνοήσουμε.
Ξεκινούν οι αντιφάσεις: "Η Πηγή της Ζωής" (2006) & "Ο Παλαιστής" (2008)
Από τη μια έχουμε ένα επικό δράμα επιστημονικής φαντασίας κι από την άλλη ένα δράμα ωμού ρεαλισμού. Για πολλούς, "Η Πηγή της Ζωής" είναι η καλύτερη ταινία του, γεμάτη συμβολισμούς και φιλοσοφικές αναζητήσεις για τη ζωή και τον θάνατο αλλά και πολύ πειραματικές στιγμές μέσα στην ταινία. Για άλλους, κάπου χάνεται το νόημα με μια επιτηδευμένη φιλοσοφική πλευρά. Δυο χρόνια μετά, στον "Παλαιστή" αφήνει τις πολλές φλυαρίες και επικεντρώνεται σε έναν χαρακτήρα, γειωμένο στο εδώ και το τώρα. Το δράμα παράγεται από την αλήθεια της καθημερινής ζωής, μακριά δηλαδή από τις σεναριακές υπερβολές που μας είχε συνηθίσει.
Ο υπέροχος "Μαύρος Κύκνος" (2010)
Ο Αρονόφσκι δημιουργεί εδώ ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ που πια θεωρείται κλασικό του είδους. Ανέκαθεν ξέραμε ότι λατρεύει οι ήρωες του να βρίσκονται σε μια ψυχολογική αστάθεια, στα όρια συχνά της κατάρρευσης. Έχοντας ένα καλογραμμένο σενάριο και μια εξαιρετική ερμηνεία από την Νάταλι Πόρτμαν, η συνταγή αυτή τη φορά πέτυχε. Και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για μελοδραματισμούς.
Το κοινό δυσανασχετεί: "Νώε" (2014), "Μητέρα!" (2017) & "Η Φάλαινα" (2022)
Τρεις ταινίες που η κάθε μια για τους δικούς της λόγους, δεν έλαβε την ανταπόκριση που ο ίδιος θα ήλπιζε. Πρώτα με τον "Νώε", φέρνει στην μεγάλη οθόνη τον βιβλικό μύθο με εντελώς άγευστο και ανέμπνευστο τρόπο -καθόλου αρονοφσκικό! Από την άλλη στην "Μητέρα!", δημιουργεί μια αλληγορία που δίχασε κοινό και κριτικούς όταν κυκλοφόρησε -μάλιστα, ήταν πολλοί αυτοί που έφευγαν από την αίθουσα. Και πέντε χρόνια μετά, ήρθε η "Φάλαινα", που επανέφερε τον Μπρένταν Φρέιζερ στο "παιχνίδι" (ειδικά με το συγκινητικό πρώτο Όσκαρ της καριέρας του) αλλά, πέρα από αυτή την χαρμόσυνη έκβαση, η ίδια η ταινία περικλύει όλα εκείνα τα στοιχεία που βροντοφωνάζουν οι "εχθροί" του: μελοδραματισμός στο έπακρο κι ένα τέλος μεταφυσικό ή και θρησκευτικό.
"Κλέφτης από Σπόντα" (2025): Είναι ο Αρονόφσκι εδώ μαζί μας;
Η τελευταία του ταινία, από την άλλη, είναι ένα fun, crime thriller γεμάτο στοιχεία μαύρης κωμωδίας, που βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη όσο χρειάζεται. Ουσιαστικά, με βάση το ιστορικό του, κανείς δεν θα περίμενε μια τέτοια ταινία από τον Αρονόφσκι (ειδικά μετά τη "βαριά κι ασήκωτη" Φάλαινα) αλλά, μόλις τη δεις, με κάποιο τρόπο απορείς πως δεν είχε ήδη γυρίσει κάτι αντίστοιχο.
Που καταλήγουμε, άραγε;
Σίγουρα μπορούμε να βρούμε μοτίβα και αγαπημένες θεματικές στις ταινίες του Ντάρεν Αρονόφσκι αλλά με δυσκολία μπορούμε να προβλέψουμε το επόμενο βήμα του. Όχι μόνο ως προς το είδος αλλά και ως προς το πόσο συντηρητικά ή πειραματικά θέλει να το πάει ή ακόμη και για το αν τελικά θα λάβει εξαίσιες κριτικές ή θα πατώσει πανηγυρικά. Αναμένουμε τη συνέχεια…
