Το 1847 δημοσιεύεται το γοτθικό μυθιστόρημα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" της Έμιλι Μπροντέ, υπό το ψευδώνυμο Έλλις Μπελ. Έναν χρόνο μετά η ίδια πεθαίνει και δεν μαθαίνει ποτέ την ανταπόκριση που έλαβε το μοναδικό της μυθιστόρημα. Περίπου 50 χρόνια αργότερα "γεννιέται" ο κινηματογράφος και μέσα σε πάνω από έναν αιώνα ζωής, έχει μεταφερθεί το εν λόγω βιβλίο τουλάχιστον 15 φορές στη μεγάλη οθόνη (με επιπλέον μεταφορές και στη μικρή οθόνη).
Το μυθιστόρημα ήταν ταραχώδες για την εποχή του και συγκλόνισε τόσο τους αναγνώστες όσο και τους κριτικούς, κυρίως για λόγους ανηθικότητας και σκληρότητας. Αλλά και η μη γραμμική δομή του με δύο αφηγητές συχνά προκαλούσε σύγχυση. To έργο ακολουθεί την ιστορία αγάπης και εκδίκησης μεταξύ της Κάθριν και του Χίθκλιφ, που μεγαλώνουν μαζί από παιδία αλλά ως ενήλικες μπλέκουν σε μια αυτοκαταστροφική σχέση πάθους και μίσους.
Ενώ το δεύτερο μισό του βιβλίου εστιάζει καθαρά στην εκδίκηση και το τραύμα που περνάει στην επόμενη γενιά, οι κινηματογραφικές μεταφορές συχνά αποσιωπούν τελείως αυτό το τεράστιο και σημαντικό κομμάτι της ιστορίας που ξετυλίγεται σε διάστημα 18 χρόνων. Εστιάζουν κυρίως στο μεγάλο πάθος μεταξύ των δύο ηρώων με λεζάντες όπως "η μεγαλύτερη ιστορία αγάπης όλων των εποχών". Ωστόσο, την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο, κανείς δεν το θεώρησε ένα επικό love story.

Παρόμοια φράση έχει χρησιμοποιηθεί και για την προώθηση της νέας μεταφοράς από την Έμεραλντ Φένελ, με πρωταγωνιστές την Μάργκοτ Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι. Η σκηνοθέτις έχει δηλώσει πως δεν σκόπευε να γυρίσει μια πιστή μεταφορά του βιβλίου αλλά μια δική της εκδοχή για όσα ένιωσε όταν το είχε πρωτοδιαβάσει στην εφηβεία. Άλλωστε, σύμφωνα με την ίδια, η ιστορία είναι πολύ "έντονη, πολύπλοκη και δύσκολη". Πράγματι, η μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου στη μεγάλη οθόνη έχει αποδειχθεί δύσκολο εγχείρημα και μένουμε να αναρωτιόμαστε αν τελικά μπορεί ο κινηματογράφος ως μέσο να πλησιάσει ορισμένα λογοτεχνικά έργα (βλέπε για παράδειγμα τη δυσκολία μεταφοράς έργων του Γουίλιαμ Μπάροουζ).
Η δική της εκδοχή (όπως φάνηκε κι από το τρέιλερ) δείχνει γεμάτη πάθος αλλά χωρίς να κρύβει την τοξική πλευρά της σχέσης των δύο ηρώων, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας. "Πρόκειται για το πώς είναι να είσαι ερωτευμένος σε καταστροφικό βαθμό" δηλώνει η Φένελ. Αυτό το σημείο είναι που "φοβήθηκαν" πολλές από τις προηγούμενες μεταφορές και επικεντρώθηκαν μόνο στον μεγάλο έρωτα, χάνοντας έτσι το νόημα του βιβλίου.
Η πιο κλασική μεταφορά είναι σίγουρα αυτή του 1939 από τον Γουίλιαμ Γουάιλερ με τον Λόρενς Ολίβιε και τη Μερλ Όμπερον, η οποία δίνει το happy end που το κοινό του κλασικού Χόλιγουντ θα περίμενε και διαγράφει τόσο τη δεύτερη γενιά πρωταγωνιστών, όσο και την μανιώδη εκδίκηση του Χίθκλιφ. Από την άλλη, η μεταφορά του Λουίς Μπουνιουέλ το 1954 είναι σίγουρα πιο κοντά στην σκοτεινή ατμόσφαιρα του βιβλίου κι ας έχει μετατοπίσει την ιστορία στο Μεξικό, αλλάζοντας τα ονόματα και τον εμβληματικό χερσότοπο της Αγγλίας.

Η ταινία που κατάφερε να μεταφέρει ολόκληρο το βιβλίο και θεωρείται από πολλούς η πιο πιστή απεικόνισή του είναι αυτή του 1992 σε σκηνοθεσία Πίτερ Κόσμινσκι με τη Ζυλιέτ Μπινός και τον Ρέιφ Φάινς. Ο τελευταίος κατάφερε να αποδώσει αριστουργηματικά την σκληρότητα του Χίθκλιφ και μάλιστα στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, που έγινε η αρχή της σπουδαίας καριέρας του.
Ωστόσο, την καλύτερη όλων των μεταφορών δεν την συναντούμε σε ταινία αλλά στην μίνι σειρά 5 επεισοδίων του BBC που βγήκε το 1978. Φαίνεται πως μια πιο εκτενής σε διάρκεια παραγωγή, μπόρεσε να καλύψει όλα τα κεφάλαια με μεγάλη ακρίβεια (ακόμη και τους διαλόγους) και να μην παραλείψει σημαντικές λεπτομέρειες ή το μισό του βιβλίου με τους νεαρότερους ήρωες, που οι περισσότερες ταινίες αγνοούν πλήρως.
Όπως για παράδειγμα η εκδοχή της Άντρεα Άρνολντ το 2011, η οποία αποτυπώνει εξαιρετικά την σκοτεινή ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος αλλά η απόφαση να επικεντρωθεί μόνο στα παιδικά και εφηβικά χρόνια των ηρώων, την απομακρύνει από την ολοκληρωμένη μεταφορά του έργου. Για πολλούς, βέβαια, αυτή είναι μια από τις πιο πιστές αποδόσεις μέχρι σήμερα.
Καθώς το βιβλίο συνδυάζει το πάθος με την εκδίκηση, γίνεται βασική επιθυμία των θαυμαστών της Μπροντέ να εντοπίζονται και τα δύο στοιχεία σε ταινίες ή σειρές. Η νέα ταινία της Φένελ, παρά την έντονα στυλιζαρισμένη όψη της και τα αναχρονιστικά κοστούμια που σχολιάστηκαν έντονα, δείχνει ικανή να αποτυπώσει την γοτθική και ζοφερή ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Από τα προηγούμενα έργα της ("Πολλά Υποσχόμενη Γυναίκα" και "Sultburn”), διακρίνεται τόσο η αγάπη της για τα πιο σκοτεινά λογοτεχνικά είδη, όσο και για τις ιστορίες εκδίκησης. Πόσο θα καταφέρει όμως να τολμήσει εν αντιθέσει με προηγούμενους σκηνοθέτες και σεναριογράφους;

"Ελπίζω αυτή η ταινία να αναζωπυρώσει το πάθος στους ανθρώπους και να τους θυμίσει πόσο μας λείπει η αγάπη, πόσο την χρειαζόμαστε και την θέλουμε…να μας βοηθήσει να ονειρευτούμε μελλοντικές αγάπες και να αναπολήσουμε παλιές ή ανεκπλήρωτες" μας λέει ο Ελόρντι και, σίγουρα, απομακρυνόμαστε από την ιδέα της αποτύπωσης της εκδίκησης και του τοξικού έρωτα στην ταινία. Σε αντίστοιχο κλίμα σχολιάζει και η Ρόμπι την ταινία λέγοντας ότι "αυτή η ερωτική ιστορία σε χτυπάει πολύ βαθιά και νομίζω έχει περάσει πολύς καιρός μέχρι να έχουμε μια τέτοια ερωτική ιστορία στην οθόνη, μια που να μας κάνει να αισθανθούμε τόσα πολλά".
Πάντως, το σίγουρο είναι ότι αναμένουμε μια σύγχρονη εκδοχή του κλασικού έργου που θα μπορούσε να καθιερωθεί ως τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της νέας γενιάς. Ειδικά με Χίθκλιφ τον Τζέικομπ Ελόρντι, ο οποίος ξεπρόβαλε μέσα από τις ρομαντικές κομεντί "The Kissing Booth” του Netflix ενώ, την ίδια περίοδο, έκανε το μεγάλο μπαμ στη σειρά "Euphoria” του HBO, η επιλογή του για τον συγκεκριμένο ρόλο, αποτελεί μια φυσική εξέλιξη της πορείας του -από το ιδανικό αγόρι των rom-com, στον αδίστακτο και διψασμένο για εκδίκηση ήρωα της Μπροντέ. Μάλιστα, συμπίπτει εξαιρετικά και με την κορυφαία στιγμή της καριέρας του, την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ για τον ρόλο του τέρατος στον "Φρανκενστάιν" του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο.
Ίσως, τελικά, να μη χρειάζεται να κρίνουμε και τόσο αυστηρά τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων με όρους πιστότητας στο αρχικό κείμενο. Ειδικά αν αναλογιστούμε και τον υποκειμενικό παράγοντα. Για την Φένελ, αν κάθε χρόνο γυρίζονταν τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, κάθε χρόνο θα παίρναμε κι από μια διαφορετική εκδοχή τους. Οι πολλές ερμηνείες κι αποδόσεις του ίδιου έργου, υπογραμμίζουν την διαχρονική του αξία και την ικανότητά του να κρατά έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ αναγνωστών, θεατών και δημιουργών για δεκαετίες (ή και αιώνες, στην προκειμένη περίπτωση).
Όπως όλα δείχνουν, πρόκειται να παρακολουθήσουμε έναν επικών διαστάσεων κινηματογραφικό έρωτα που επιχειρεί να τολμήσει, όπως δεν τόλμησαν άλλες παραγωγές. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει, ας κρατήσουμε τον ενθουσιασμό που έχει χτιστεί γύρω από την ταινία, πράγμα ευχάριστο αν τελικά μεταφραστεί σε γεμάτες αίθουσες.


