Υπάρχει πάντα μια αμήχανη, μεταβατική περίοδος, όταν ένα επιτυχημένο δίδυμο "σπάει" για να ακολουθήσουν τα μέλη του ξεχωριστές πορείες. Είναι συνήθως η στιγμή που το κοινό τους περιμένει να καταλάβει ποιος από τους δύο είχε, τελικά, το X-factor που έκανε το έργο τους ξεχωριστό και ποιος ήταν αυτός που ακολουθούσε το όραμα μάλλον λίγο παθητικά. Για τους αδερφούς Τζος και Μπένι Σάφντι, το τεστ μπορεί να άργησε να έρθει (έξι χρόνια μετά το αριστουργηματικό "Uncut Gems"), αλλά είναι δίκαιο και ισότιμο: οι σόλο σκηνοθετικές επιδιώξεις τους κυκλοφόρησαν με περίπου μισό χρόνο διαφορά, αφήνοντας το κοινό να αποφασίσει ποια στοιχεία της κοινής τους πορείας αντιστοιχούν σε ποιον.
Έτσι, από τη μία πλευρά, στο "Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή" του Μπένι είδαμε το ευαίσθητο και ειλικρινές πορτρέτο ενός από τους πρωτοπόρους των μεικτών πολεμικών τεχνών, Μαρκ Κερ (στο ρόλο ο μεταμορφωμένος Ντουέιν "The Rock" Τζόνσον) και τον εγκλωβισμό σε έναν κύκλο αναπόφευκτης βίας. Από την άλλη, ο Τζος επέλεξε στο "Marty Supreme" να παραδώσει αυτό που έχουμε αγαπήσει περισσότερο στις ταινίες των Σάφντι: έναν άντρα μπλεγμένο σε αδιέξοδες καταστάσεις να τρέχει μέσα στη Νέα Υόρκη.

Με τον Τιμοτέ Σαλαμέ στο τιμόνι, παρακολουθούμε μια μυθοπλαστική εκδοχή της ιστορίας του θρύλου του πινγκ πονγκ Μάρτι Ράισμαν (στην ταινία Μάρτι Μάουζερ). Ή, τέλος πάντων, την ουσία της περσόνας του: καταφερτζής, κομπιναδόρος, χαρισματικός, ένας άντρας που γνωρίζει πώς να παίζει το παιχνίδι και, ανά στιγμές, να φαίνεται αρκετά αξιόπιστος ώστε να πάρει αυτό που θέλει. Ο Μάουζερ, ένας πωλητής παπουτσιών στο μαγαζί του θείου του, είναι αποφασισμένος πως έχει αυτό που χρειάζεται για να αναδειχθεί σε παγκόσμιο πρωταθλητή του πινγκ πονγκ. Η πορεία του προς τη δόξα θυμίζει περισσότερο πορεία προς την απόλυτη καταστροφή, όμως η διαρκής αμφισβήτηση του ονείρου του από τους εξωτερικούς παρατηρητές δεν εξαντλούν τη στοχοπροσήλωσή του. Τελικά, όπως όλοι, ο Μάρτι Μάουζερ κυνηγάει ένα δικό του, απολύτως σαφές, αμερικανικό όνειρο.
Και αυτό το όνειρο δεν είναι ξένο στον Σαλαμέ – ίσως μάλιστα η ζωή του Μάουζερ να είναι σε αδρές γραμμές παράλληλη με τη δική του. Ένα χρόνο πριν, όταν βραβεύτηκε από την Ένωση Ηθοποιών της Αμερικής για την ερμηνεία του ως Μπομπ Ντίλαν στο βιογραφικό δράμα "A Complete Unknown", ο νεαρός ηθοποιός έκανε τις προθέσεις του ξεκάθαρες: "Θέλω να είμαι ένας από τους κορυφαίους, από αυτούς αντλώ έμπνευση". Η δήλωση μπορεί να ερμηνευθεί ως αλαζονεία, πάντως για τον Σαλαμέ μοιάζει να είναι ζήτημα απόδοσης μιας αναγνώρισης που έχει κερδηθεί με μόχθο.

Στην περίπτωση του "Marty Supreme", ενός φιλμ που θα μπορούσε να έχει πάρει την κατεύθυνση του θεματικά και κυριολεκτικά συγγενικού indie "Smashing Machine", η συμβολή του Αμερικάνου έχει υπάρξει κομβική. Ο Τιμοτέ υπήρξε το πρόσωπο του αντισυμβατικού μάρκετινγκ της ταινίας, με αποκορύφωμα ένα πρόχειρα γραμμένο story που ανέβασε στον λογαριασμό του τον Οκτώβριο, όπου καλούσε τους ακολούθους του να δουν "τα πρώτα τριάντα λεπτά της ταινίας" στον κινηματογράφο Regal Times Square της Νέας Υόρκης. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η μαγνητοσκοπημένη σύσκεψη ανάμεσα στον ηθοποιό και την εταιρεία παραγωγής Α24 που "διέρρευσε" και έδειχνε τον Σαλαμέ να παρουσιάζει στη δημιουργική ομάδα της εταιρείας ένα φάκελο με "Καλές ιδέες" που κυμαίνονταν ανάμεσα στο απολύτως αδύνατο και το εξαιρετικά τρελό, όπως το να βάψουν διάφορα παγκόσμια μνημεία σε χρώμα "πορτοκαλί του Marty Supreme".
Έτσι, η φήμη του Τιμοτέ (ο οποίος μπορεί μετά την πρεμιέρα να αρχίσει να αφοσιώνεται στην προώθηση του "Dune: Part Three" που θα βγει στο τέλος του χρόνου) σε συνδυασμό με τη διαφημιστική στρατηγική κατάφερε να αναδείξει την ταινία του Τζος Σάφντι σε ένα από τα πιο μεγάλα και πολυσυζητημένα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Ίσως, τελικά, ο Μπένι Σάφντι να διάλεξε απλώς το λάθος είδωλο…
