Ο Μπέλα Ταρ γεννήθηκε στο Πετς στις 21 Ιουλίου 1955 και μεγάλωσε στη Βουδαπέστη, όπου σπούδασε φιλοσοφία, αν και από τα 16 του χρόνια είχε αρχίσει να γυρίζει ερασιτεχνικά ταινιάκια με την 8mm κάμερά του. Αυτά του εξασφάλισαν μια θέση εργασίας στα διάσημα Béla Balázs Studios, όπου το 1977 γύρισε το ασπρόμαυρο κασαβετικό δράμα "Family Nest", πιστό στη φόρμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ακολούθησαν σπουδές στη σχολή Καλών Τεχνών και Θεάτρου, αλλά και τρεις απανωτές ταινίες ("The Outsider", "The Prefab People", "Almanac of Fall") σε παρόμοιο ύφος, οι οποίες του χάρισαν μια πρώτη διεθνή αναγνώριση, με διπλή συμμετοχή στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Ενδιάμεσα, διασκεύασε για την τηλεόραση τον διαρκείας 62 λεπτών "Μάκβεθ" (1982), σκηνοθετημένο με δύο μόνο πλάνα, πειραματιζόμενος με μια πιο τολμηρή αισθητική.
Είναι η εποχή που θα γνωρίσει τον συμπατριώτη του συγγραφέα Λάζλο Κρασναχορκάι (το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας), ο οποίος από το 1988 θα γίνει ο μόνιμος συνσεναριογράφος του. Η καλλιτεχνική συνεργασία τους ξεκίνησε με το "Κολαστήριο" ("Kárhozat"), ένα μελαγχολικό δράμα με μακρά σε διάρκεια, αργόσυρτα τράβελινγκ που, σε σκληρό ασπρόμαυρο, διασχίζουν έρημα κτίρια, ακατάστατα δωμάτια και λασπωμένα τοπία, περιγράφοντας μια απέραντη κοινωνική μελαγχολία και μια υπαρξιακή απόγνωση.

Από εδώ και πέρα οι δυο τους θα γίνουν αχώριστοι και απόλυτα αφοσιωμένος ο ένας στον άλλον. Θα ακολουθήσει το 31λεπτο "The Last Boat" ("Az Utolsó Hajó", 1990) και το 1994 το διαρκείας 439 λεπτών(!) "Τανγκό του Σατανά" ("Sátántangó"). Διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Κρασναχορκάι, αποτελεί ένα οραματικό, ζοφερό και σπαρακτικό κινηματογραφικό ποίημα, στο οποίο ο Ταρ βρίσκει την εκφραστική ωριμότητά του, τελειοποιώντας το μοναδικό σκηνοθετικό του στιλ. Ο μακροπερίοδος λόγος του ευρηματικού λογοτέχνη, με τις σπειροειδείς προτάσεις και την έντονα κλειστοφοβική αίσθηση, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη με καθαρά κινηματογραφικούς όρους, όπως θα συμβεί και στις αριστουργηματικές "Αρμονίες του Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmóniák", 2000) που ακολουθούν. Τη διασημότερη ταινία της κοινής τους φιλμογραφίας, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι "Η μελαγχολία της αντίστασης".
Το 2007 το ουγγρικό δίδυμο θα βγει έξω από τα νερά του, δοκιμάζοντας να διασκευάσει το αστυνομικό μυθιστόρημα "Ο Άνθρωπος Από το Λονδίνο" ("A Londoni Férfi") του Ζορζ Σιμενόν. Πολυδάπανη παραγωγή με διαδοχικά προβλήματα, ανάμεσά τους και η αυτοκτονία του Γάλλου συμπαραγωγού Ιμπέρ Μπαλσάν, το ενδιαφέρον αλλά άνισο αυτό νεονουάρ καταλήγει σαν ένα σινε-παράδοξο, μετέωρο ανάμεσα στην απόκοσμη, στιλιστική γοητεία του Ταρ και το στόμφο μιας μεγάλης καλλιτεχνικής ευρωπαϊκής συμπαραγωγής (με την Τίλντα Σουίντον στο καστ).
Η τελευταία συνεργασία των δυο αντρών θα είναι στο βραβευμένο στο φεστιβάλ Βερολίνου "Το Άλογο του Τορίνο" ("A Torinói Ló", 2011). Την ιστορία ενός ηλικιωμένου αμαξά, τη κόρης του και του αρνούμενου να τραφεί αλόγου τους, οι οποίοι θα περάσουν μαζί τις έξι τελευταίες μέρες τους. Είναι το τέλος του κόσμου με τη φυσική, τη φιλοσοφική, τη συναισθηματική έννοια και ένα κινηματογραφικό όριο, εκεί όπου η ελάχιστη δράση ταυτίζεται με τη μέγιστη ψυχολογική φόρτιση. Ένα σύνορο το οποίο οι Ταρ και Κρασναχορκάι διασχίζουν για ακόμα μια φορά, επιμένοντας σε ένα ακόμα πιο μινιμαλιστικό, απόλυτα αλληγορικό σινεμά. Είναι, επίσης, η τελευταία ταινία της συναρπαστικής φιλμογραφίας τους, στην οποία αποκαλύπτονται καθαρά οι πολυδιάστατες επιρροές τους, από τον Νίτσε, τον Κάφκα και τον Μπέκετ ως τον Ταρκόφσκι, τον Μπέργκμαν και τον Ντράγιερ - τα βασικά δομικά υλικά αυτού του εφιαλτικά γοητευτικού σύμπαντος.

Τρεις μήνες μετά τη βράβευση του δημιουργικού alter ego του με το Νόμπελ, ο Μπέλα Ταρ άφησε την τελευταία του πνοή, ταλαιπωρημένος από σοβαρά και μακροχρόνια προβλήματα υγείας. Η συνάντηση με το έργο του, όμως, θα αποτελεί μια πραγματική αποκάλυψη για κάθε σινεφίλ. Μεταφυσικοί στοχασμοί και εικόνες από το τέλος του κόσμου συναντούν ένα επίμονο, εξαντλητικό σκηνοθετικό στιλιζάρισμα και μαζί την τολμηρότερη ίσως προσπάθεια αναζήτησης των ορίων του αφηγηματικού σινεμά τα τελευταία χρόνια. Όπως και την πεποίθηση πως ο κινηματογράφος είναι διασκέδαση, είναι περιπέτεια, είναι όμως και τολμηρό όραμα.