
Όταν πριν από τέσσερα χρόνια το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κατέβηκε για πρώτη φορά σε Αγία Άννα, Αιδηψό και Λίμνη διοργανώνοντας το Evia Film Project (EFP), ένα από τα στοιχήματα που έπρεπε να κερδίσει ήταν η σύνδεση και η ανάπτυξη μιας σταθερής σχέσης με τους κατοίκους της περιοχής. Όπως κάθε κινηματογραφικό event που φιλοξενείται μακριά από την τυπική έδρα του, έτσι και το EFP όφειλε να βρει τη συνταγή η οποία θα συνδύαζε τις δικές του προτεραιότητες (σινεφίλ πρόγραμμα, ανάπτυξη νέων παραγωγών, κινηματογραφική διαπαιδαγώγηση) με την ουσιαστική αναφορά στην ντόπια κοινωνία. Η εικόνα του ασφυκτικά γεμάτου θερινού Απόλλων στο κλείσιμο του 4ου EFP (17-21/6), με τους θεατές να φέρνουν ακόμα και δικές τους καρέκλες για να παρακολουθήσουν το "Υπάρχω" (Γιώργος Τσεμπερόπουλος), αρκεί για να μπορεί να θεωρηθεί το προαναφερθέν στοίχημα επιτυχημένο.

Εξάλλου, είναι ενδεικτική η σχετική αναφορά της Ελίζ Ζαλαντό (Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ) κατά τη διάρκεια της τελετής λήξης: "Φέτος, είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, καθώς αισθανθήκαμε ότι το Evia Film Project αγαπήθηκε ακόμη περισσότερο. Η προσέλευση των ανθρώπων του τόπου, των φοιτητών και των επισκεπτών στις προβολές, στα εργαστήρια και τις παράλληλες εκδηλώσεις ήταν μαζική. Η συνεργασία με τους τοπικούς φορείς και τις επιχειρήσεις ήταν άριστη. Η υποδοχή σας μας συγκίνησε. Την ίδια στιγμή, οι καλεσμένοι του Φεστιβάλ από όλο τον κόσμο, που ξεπέρασαν τους 350, γνώρισαν και αγάπησαν αυτόν τον μαγικό τόπο και τους ανθρώπους του".
Είχε προηγηθεί ένα πενθήμερο κατά τη διάρκεια του οποίου ο θεσμός ανέδειξε τις πιο ρομαντικές, αλλά και δραματικές, πτυχές του ελληνικού καλοκαιριού, που αποτέλεσε τη θεματική του κεντρικού αφιερώματος. Στο πλαίσιό του το κοινό είχε την ευκαιρία να ανακαλύψει από την αρχή δημοφιλείς ταινίες του ελληνικού σινεμά όπως το "Τζένη, Τζένη" (Βαγγέλης Σεϊτανίδης & Ντίνος Δημόπουλος, 1966) που προβλήθηκε παρουσία του εμβληματικού διευθυντή φωτογραφίας Νίκου Καβουκίδη. Για το έργο του μίλησε ο Ορέστης Ανδρεαδάκης (Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ) λέγοντας μεταξύ άλλων: "Το ‘Τζένη, Τζένη’ είναι μια ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, γυρισμένη το 1965 στις Σπέτσες. Μαζί μας είναι ο άνθρωπος που κινηματογράφησε αυτή την ταινία, ο Νίκος Καβουκίδης, ο οποίος μπήκε στο σινεμά σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Δούλεψε με όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες αυτής της περιόδου, τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Γιάννη Δαλιανίδη και πολλούς ακόμα, σε εμβληματικές ταινίες που έχουμε όλοι αγαπήσει. [...] Είναι επίσης από τους λίγους διευθυντές φωτογραφίας που πέρασαν και στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, έχοντας συνεργαστεί με όλους τους σκηνοθέτες που όρισαν αυτό το επαναστατικό ρεύμα του ελληνικού σινεμά: τον Παντελή Βούλγαρη, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Ροβήρο Μανθούλη και βέβαια τον Νίκο Κούνδουρο. [...] Τον λένε θρύλο του ελληνικού σινεμά, Νέστορα της φωτογραφίας και μάγο του φωτός. Ο ίδιος βέβαια θέλει να τον αποκαλούν απλώς δάσκαλο".

Τη σκυτάλη πήρε ο Καβουκίδης σχολιάζοντας, ενδεικτικά, με τη σειρά του: "Το ελληνικό φως είναι σκληρό, και ειδικά στο έγχρωμο φιλμ χρειάζεται προσοχή και ακρίβεια. Ωστόσο, όλοι οι Έλληνες διευθυντές φωτογραφίας κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν το ελληνικό φως και να κάνουν υπέροχες δουλειές, ο Γιώργος Αρβανίτης, ο Γιώργος Φρέντζος και πολλοί άλλοι. [...] Στην Τζένη (σ.σ.: Καρέζη) άρεσε πολύ το ψαροντούφεκο και το ούζο, ενώ ήταν και φοβερή ταβλαδόρισσα! Είχαμε αποκτήσει πολύ καλή σχέση. Εγώ είχα φύγει από τη Φίνος Φιλμ πριν από το ‘Κοντσέρτο για Πολυβόλα’, κι αυτή όταν έμαθε πως δεν θα είμαι στην ταινία διαμαρτυρήθηκε έντονα, λέγοντας: ‘Χωρίς τον Καβουκιδάκο, εγώ δεν την κάνω την ταινία!’".
Ένα ακόμα highlight του αφιερώματος αποτέλεσε η ημερίδα "Κινηματογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι: φως και μύθοι, στερεότυπα και προκλήσεις", στην οποία συμμετείχαν οι Κωνσταντίνος Καρτάλης (Καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή), οι σκηνοθέτες Σοφία Εξάρχου ("Animal") και Αργύρης Παπαδημητρόπουλος ("Suntan") και ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής, σε συντονισμό του κριτικού κινηματογράφου του "α" Χρήστου Μήτση. Το κινηματογραφικό σκέλος της συζήτησης περιστράφηκε γύρω από το ελληνικό καλοκαίρι ως έννοια, εμπειρία, αλλά και εξαγώγιμο προϊόν.

Ανάμεσα σε όσα ειπώθηκαν, η Εξάρχουν αποσαφήνισε το ρόλο των σκηνοθετών στην απεικόνιση της εν λόγω θεματικής: "Δεν νομίζω πως κάνουμε ταινίες για να προβάλλουμε την εικόνα μιας χώρας, αλλά για να πούμε μια ιστορία. Ένας ξένος σκηνοθέτης θα προσεγγίσει την Ελλάδα και το ελληνικό καλοκαίρι με έναν τρόπο ειδυλλιακό και γραφικό, όπως θα κάναμε κι εμείς για μια περιοχή του εξωτερικού. Εμείς όμως μπορούμε να εμπνευστούμε από αυτό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και να ξεφύγουμε από τη βασική αφήγηση". Από τη μεριά του, ο Παπαδημητρόπουλος τόνισε πως τα νησιά έχουν φτάσει στα όριά τους: "Πιστεύω πως δεν χωράνε άλλο κόσμο, δεν χωράνε τους τουρίστες που τα επισκέπτονται. Σκεφτείτε τη δυσκολία τού να πρέπει να επιβαρύνεις περαιτέρω το νησί με μια παραγωγή εβδομήντα ατόμων". Ενώ ο Σαρκετζής σημείωσε πως η διάρκεια του καλοκαιριού έχει αυξηθεί χαρακτηριστικά: "Το καλοκαίρι στη χώρα μας εκτείνεται από Μάιο μέχρι αρχές Νοέμβρη. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγές μπορούν να βρουν τον χώρο να κάνουν γυρίσματα και εκτός σεζόν, γεγονός το οποίο εξυπηρετεί τα χαμηλά μπάτζετ των ελληνικών παραγωγών".

Πίσω στην Αιδηψό και το θερινό Απόλλων, οι θεατές κινούνταν στους ρυθμούς του δημοφιλούς μιούζικαλ "Mamma Mia!" (Φιλίντα Λόιντ, 2008), ανακάλυπταν το πολιτιστικό αποτύπωμα της Μυκόνου πέρα από την παρτι κουλτούρα του νησιού μέσα από το ντοκιμαντέρ "Super Paradise" (Στιβ Κρικρής, 2025), ενώ μικρού και μεγάλοι απόλαυσαν το μοντέρνο κλασικό animation "Μαδαγασκάρη" (Έρικ Νταρνέλ & Τομ ΜακΓκραθ) που "έκλεισε" τα είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του, επίγνωση που σίγουρα έκανε πολλούς να μελαγχολήσουν για το πέρασμα του χρόνου, όπως ο υπογράφων…Όμως, όλοι οι παραπάνω τίτλοι προετοίμασαν ιδανικά το έδαφος για την τελευταία μέρα του EFP που έμελλε να σηματοδοτεί ταυτόχρονα με την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Αφορμή που έδωσε την ευκαιρία στη διοργάνωση να γεμίσει τους δρόμους με impromptu καλλιτεχνικές δράσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν με τη συναυλία της Ελένης Αράπογλου στο Κύμα, η οποία ερμήνευσε διασκευές σε γνωστά ελληνικά τραγούδια με θέμα το καλοκαίρι, φυσικά, αλλά και το ξεσηκωτικό street party του σχήματος Αγία Φανφάρα που κατέκλυσε την Αιδηψό πριν οδηγηθούν όλοι στην προβολή του "Υπάρχω".
Ήταν το γλυκό φινάλε που ταίριαξε άψογα σε μια διοργάνωση η οποία φέτος κήρυξε την αρχή του καλοκαιριού με τον πιο σινεφίλ και πανηγυρικό τρόπο που θα μπορούσαμε να φανταστούμε…