Οδηγός Cinema

Ο Βασίλης Ξηρός μας ξεναγεί "Μια Μέρα στη Σαγκάη"

Συγγραφέας, μουσικός και διπλωμάτης καριέρας, ο σκηνοθέτης της πρώτης ελληνοκινέζικης παραγωγής μας διηγείται πως βρέθηκε πίσω από την κινηματογραφική κάμερα.

Mia-mera-sti_Sangai 3

Δουλεύετε χρόνια στο διπλωματικό σώμα. Τι σας οδήγησε στην καρέκλα του κινηματογραφικού σκηνοθέτη;
Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο. Ξεκίνησα την ενασχόλησή μου στον χώρο γράφοντας σενάρια, μιας και το μόνο που απαιτείται είναι ένας υπολογιστής. Για να κάνεις μια ταινία χρειάζεσαι πολλά περισσότερα, αλλά ένα καλό σενάριο είναι ήδη μια σημαντική αρχή. Πέρασα κάποια χρόνια προσπαθώντας να προωθήσω ένα σενάριο για μια μεγάλη ιστορική παραγωγή στην Κίνα χωρίς αποτέλεσμα, αποκομίζοντας ωστόσο κάποιες χρήσιμες γνώσεις για την κινηματογραφική βιομηχανία. Τελικά αποφάσισα να γυρίσω μια ταινία μέσα στην πόλη της Σαγκάης, με οσοδήποτε ταπεινά μέσα. Στην πορεία αυτό το σχέδιο μεγάλωσε πέρα από κάθε αρχική μου πρόβλεψη, αλλά αυτό συνέβη γιατί ήμουν ήδη αποφασισμένος να γυρίσω την ταινία έστω με ένα κινητό.

Δεν φοβηθήκατε που θα ξεκινούσατε κατευθείαν με μια ταινία μεγάλου μήκους;
Η πρώτη ημέρα γυρισμάτων ήταν και η πρώτη μου φορά σε κινηματογραφικό σετ, αλλά δοκίμασα μάλλον χαρά παρά φόβο. Είχα απόλυτη συγκέντρωση και ένιωσα εξαρχής πως βρισκόμουν στο φυσικό μου χώρο. Από τη στιγμή που αποφάσισα να σκηνοθετήσω την ταινία ο ίδιος, όφειλα να είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρω. Είχα προετοιμαστεί σε θεωρητικό επίπεδο για να αποκτήσω τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις. Από εκεί και πέρα η δουλειά του σκηνοθέτη απαιτεί τόσες πολλές και διαφορετικές δεξιότητες, οι περισσότερες των οποίων μάλλον δεν διδάσκονται· αφορούν την προσωπικότητα και το καλλιτεχνικό όραμα του δημιουργού. Υπό μία έννοια, προετοιμαζόμουν για εκείνη τη στιγμή για δεκαετίες.

Vasilis_Xiros1
Ο Βασίλης Ξηρός με την πρωταγωνίστρια Του Χουά

Πόσο δύσκολο ήταν λοιπόν να στηθεί μια ελληνοκινέζικη παραγωγή για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σεναριογράφο και σκηνοθέτη;
Θα μπορούσα ίσως να γράψω βιβλίο γι’ αυτό. Μία μεγάλη δυσκολία ήταν τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια. Ξεκίνησα να δουλεύω το σενάριο τον Ιανουάριο πάνω σε μια προγενέστερη βασική ιδέα, γνωρίζοντας ότι είχα προθεσμία να ολοκληρώσω γυρίσματα μέχρι τον Σεπτέμβριο, οπότε και θα παρέδιδα υπηρεσία και θα έπρεπε να επιστρέψω στην Αθήνα. Όταν έφτασε τελικά ο Σεπτέμβριος, είχαμε μόνο δεκατρείς μέρες διαθέσιμες για το γύρισμα στη Σαγκάη. Κοιτάζοντας πίσω, ίσως βέβαια αυτή η αδιαπραγμάτευτη διορία να υπήρξε και κινητήριος δύναμη.  
Η δεύτερη βασική δυσκολία, όπως σε κάθε ταινία, είναι η ανεύρεση των απαιτούμενων κονδυλίων. Στην ταινία επένδυσαν τελικά δώδεκα άτομα ή εταιρείες που δεν είχαν καμία σχέση με τον χώρο του κινηματογράφου και στους οποίους θα είμαι πάντα ευγνώμων για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Τον πρώτο καιρό ήμουν ο μόνος που χρηματοδοτούσε την παραγωγή (παραμένοντας μέχρι τέλους ο μεγαλύτερος επενδυτής), μέχρι να πειστούν και οι υπόλοιποι ότι η ταινία όντως θα γυριστεί. Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας ήρθε και η στήριξη από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και τον ΕΚΟΜΕ. Ως δημόσιος υπάλληλος, δεν έλαβα φυσικά κάποια αμοιβή για τους ρόλους μου στην ταινία. Μου κόστισε τις οικονομίες μου, αλλά μπορώ να σκεφτώ και χειρότερους τρόπους να ξοδέψει κανείς τα χρήματά του.

Πόσο κοντά βρίσκεστε στον Πάνο, τον ήρωα της ταινίας, έναν Έλληνα στην Σαγκάη;
Ο Πάνος είναι ένα alter ego μου, η ταινία αποτελεί εξάλλου μια αρκετά προσωπική καταγραφή. Στην πορεία, όταν ήρθε ο Δημήτρης (Μοθωναίος) να ερμηνεύσει τον ρόλο, συνειδητοποίησα ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες. Ο Δημήτρης αναπόφευκτα άφησε και το δικό του αποτύπωμα στον χαρακτήρα, κάτι που ήθελα και ο ίδιος. Σε κάποιες σκηνές κάναμε μερικές προσαρμογές για να εξυπηρετούν και την δική του αλήθεια.

Δυο νέοι οι οποίοι φλερτάρουν, περπατώντας μαζί για ώρες και μιλώντας επί παντός επιστητού.  Η "Τριλογία του Μεσονυχτίου" του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ έρχεται κατευθείαν στο νου…
Αγαπώ τις ταινίες της τριλογίας. Μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα υποείδος, ιδίως μιας και μετά τον Λινκλέιτερ ακολούθησαν αρκετές ταινίες βασισμένες σε αυτή την συνθήκη, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες. Και ο ίδιος, ωστόσο, επηρεάστηκε από τη νουβέλ βαγκ και παλαιότερες ταινίες, όπως το "Διακοπές στη Ρώμη" και το "Ένας Μεγάλος Έρωτας" ("An Affair to Remember").

Vasilis_xiros
Ο σκηνοθέτης εν μέσω του κινηματογραφικού συνεργείου του

Πόσο δύσκολο σας φάνηκε το να διατηρήσετε την κινηματογραφικότητα μιας ταινίας η οποία βασίζεται κυρίως στο διάλογο;
Η δική μου αφετηρία ίσως ήταν περισσότερο "σινεφιλική", αλλά οι συνεργάτες μου και οι επενδυτές στην Κίνα είχαν διαφορετικές αναφορές και ενδεχομένως απαιτήσεις εμπορικότητας – έπρεπε συνεπώς να τους αποδείξω ότι κάθε ατάκα είχε λόγο ύπαρξης. Η πίεση αυτή γενικά ωφέλησε την ταινία.  Κάθε πλάνο πέρασε από πολλαπλό κόσκινο σε όλα τα στάδια της παραγωγής, από το σενάριο ως το μοντάζ. Δουλέψαμε πολύ τις λεπτομέρειες της ζωής που λαμβάνει χώρα στην πόλη, τριγύρω από τους πρωταγωνιστές. Η κάθε σκηνή γράφτηκε εξάλλου έχοντας κατά νου μία αγαπημένη μου τοποθεσία στη Σαγκάη, που είναι από μόνες τους ιδιαίτερα κινηματογραφικές.
Σε κάθε περίπτωση, ζηλεύω τους σκηνοθέτες που έχουν κατακτήσει το δικαίωμα να δίνουν στις ταινίες τους όσες ανάσες και χρόνο θεωρούν αναγκαία, όταν δεν ενδίδουν φυσικά σε καλλιτεχνική οίηση. Κάποια παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό είναι το τετράωρο κινεζικό "Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος", όπου δυστυχώς ο σκηνοθέτης πλήρωσε αυτό το δικαίωμα με την ίδια τη ζωή του, ή το "Ζωή της Αντέλ", όπου κάθε σκηνή είχε περίπου εικοσάλεπτη διάρκεια, ικανή για να απελευθερώσει τους ηθοποιούς και να συμπαρασύρει τον θεατή στο σύμπαν της. Έχω κι εγώ μια δωδεκάλεπτη σκηνή στην ταινία για την οποία είμαι πολύ περήφανος. Όταν αποτυπώνεις μια αλήθεια στην οθόνη, το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ πληκτικό.  

Εκτός από την διευθύντρια φωτογραφίας Παν Σουεσούε, όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές της ταινίας είναι Έλληνες. Πως οργανώθηκε η παραγωγή;
Κατ’ αρχάς είναι εξαιρετικά δύσκολο να στηθεί μια ξένη παραγωγή στην Κίνα, και μάλλον δεν έχει καν νόημα καθώς δεν θα μπορεί να παιχτεί εκεί – η Κίνα επιτρέπει μόνο σε 34 ξένες ταινίες να παίζονται στους κινηματογράφους της κατ’ έτος, σχεδόν όλες μπλοκμπάστερ. Ξεκίνησα λοιπόν επαφές εταιρείες παραγωγής εκεί προκειμένου να στήσουμε μια αμιγώς κινεζική παραγωγή, ωστόσο κι αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο μιας και δεν επιτρέπεται τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο σεναριογράφος να είναι ξένοι σε μια κινεζική ταινία. Στραφήκαμε λοιπόν στη λύση της συμπαραγωγής, ιδίως μιας και το 2017 είχε υπογραφεί σχετική διακρατική συμφωνία, η οποία ως τότε παρέμενε ανενεργή. Ξεκίνησα τότε επαφές με εταιρείες παραγωγής στην Ελλάδα, αποφασίζοντας να κάνουμε ένα μέρος του γυρίσματος εδώ, καθώς και όλη την επεξεργασία (post-production). Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι βασικοί συντελεστές είναι Έλληνες, με τους οποίους είχα μια εξαιρετική συνεργασία. Στη Σαγκάη δούλευα με ένα αμιγώς κινεζικό συνεργείο 70 ατόμων, με την εξαίρεση του σχεδιαστή παραγωγής Κώστα Παππά.

Κι η επιλογή των πρωταγωνιστών Δημήτρη Μοθωναίου και Του Χουά;
Για τον ρόλο του Πάνου είχα εξαρχής δύο Έλληνες ηθοποιούς κατά νου. Όταν τελικά δεν προχώρησε η συνεργασία με τον έναν εξ αυτών, επικοινώνησα με τον Δημήτρη και του έστειλα το σενάριο. Θυμάμαι πως μου απάντησε μέσα σε δυο ώρες, λέγοντάς μου ότι εγκαταλείπει ό,τι σχέδια είχε στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και έναν ρόλο στις "Άγριες μέλισσες", και έρχεται στην Κίνα να γυρίσουμε την ταινία. Εκτίμησα πολύ την στάση του αυτή, είχα ανάγκη από ενθουσιώδεις συνοδοιπόρους. Ο Δημήτρης είναι καταπληκτικός ηθοποιός και η ταινία οφείλει πολλά στην παρουσία του.
Για τον ρόλο της Τζίνσι κάναμε κάστινγκ. Ένα προαπαιτούμενο ήταν να μπορεί να μιλάει η ηθοποιός αγγλικά, κάτι που περιόρισε πολύ τις επιλογές μας. Υπήρξαν κοπέλες που είχαν μεγαλώσει Αμερική ή Καναδά και μιλούσαν άπταιστα, αλλά κάτι τέτοιο επίσης δεν θα ταίριαζε στον χαρακτήρα. Ήθελα να αποτυπωθεί η ανασφάλεια και αμηχανία του χαρακτήρα όταν πρωτομιλάει αγγλικά με έναν ξένο, όπως θα συνέβαινε στην πραγματικότητα, αλλά από την άλλη να έχει το επίπεδο για να στηρίξει μια διαλογική ταινία. Επέλεξα την Του Χουά γιατί πιστεύω ήταν η καλύτερη ηθοποιός και μου έδειξε από την αρχή διάθεση να εμβαθύνει στην ψυχολογία της ηρωίδας. Τελικά μπήκε τόσο πολύ στον ρόλο της που κατέληξε να την απασχολεί η τύχη της Τζίνσι σαν να ήταν αληθινό πρόσωπο.

Mia-mera-sti_Sangai 4

Ως θεατής τι είδους ταινίες προτιμάτε να βλέπετε;
Προτιμώ να βλέπω καλές ταινίες, συνήθως αυτές που παίρνουν πάνω από δυόμιση αστεράκια στο Αθηνόραμα – φοβάμαι πως οποιαδήποτε άλλη απάντηση θα ήταν εξαιρετικά μακροσκελής.

Από την άλλη, ως κινηματογραφικός δημιουργός ποιες είναι εκείνες οι οποίες σας έχουν επηρεάσει;
Για τη συγκεκριμένη ταινία, οι επιρροές ήταν προφανώς οι ταινίες του Λινκλέιτερ, που αναφέρατε ήδη, ίσως και ο Γούντι Άλεν ή ο Πατρίς Λεκόντ, που επίσης λατρεύω. Πάντως δεν νομίζω μελλοντικά να επανέλθω στο είδος της ρομαντικής κομεντί, έχω γράψει σενάρια για διαφορετικά κινηματογραφικά είδη.

Πως βλέπετε την κατάσταση του ελληνικού σινεμά έχοντας άμεση σχέση μαζί του, αλλά και το πλεονέκτημα της απόστασης;
Νομίζω είναι κοινή διαπίστωση ότι ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται σε άνθηση. Το πρόβλημα είναι ότι το μέγεθος της αγοράς δεν επαρκεί για να στηρίξει οικονομικά τις περισσότερες ταινίες, ακόμη και με την σημαντική βοήθεια των κρατικών φορέων. Συνεπώς, θα πρέπει οι ελληνικές ταινίες είτε να μπορούν να σταθούν και σε διεθνές επίπεδο, όπως συμβαίνει ήδη με αρκετές, είτε να βάλουν περισσότερο τον θεατή στην εξίσωση. Δεν θεωρώ απαραίτητο να προδώσεις τα ιδανικά σου ή να κάνεις εκπτώσεις στην ποιότητα για να κάνεις εμπορικό κινηματογράφο. Από την άλλη, μια πιο εμπορική ταινία συνήθως απαιτεί και μεγαλύτερο προϋπολογισμό, οπότε είναι ένα είδος φαύλου κύκλου.

Εκτός από διπλωμάτης και κινηματογραφιστής, είστε επίσης συγγραφέας και μουσικός. Αν έπρεπε, θα μπορούσατε να επιλέξετε μια και μόνη ιδιότητα ανάμεσά τους;
Θα επέλεγα αυτήν του κινηματογραφιστή, μιας και μπορεί να συνδυάζει όλες τις υπόλοιπες ιδιότητες. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου, πάντως, είναι αφιερωμένο στη διπλωματία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Σινεμά

Ο Άντριου Ντόμινικ μιλά στο "α" για τον Νικ Κέιβ

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ "This Much I Know To Be True" ο Αυστραλός σκηνοθέτης μοιράζεται εμπειρίες από τη σχέση του με το σπουδαίο μουσικό.

ΓΡΑΦΕΙ: ΓΙΑΝΝΗς ΚΑΝΤΕΑ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟς
11/05/2022

Για τον Ερίκ Γκραβέλ η εργατική τάξη αγωνιά "Full Time"

Μιλήσαμε με το Γάλλο σκηνοθέτη που βάζει την υπογραφή του σε ένα καταιγιστικό κοινωνικό δράμα.

Μαγνητικά Πεδία

Ο Τζιμ Τζάρμους συνταξιδεύει με τον Σταύρο Τσιώλη σε ένα χειροποίητο, low budget road movie με προορισμό όλα τα ανέκφραστα συναισθήματα.

Νίτραμ

Βραβείο αντρικής ερμηνείας στις Κάνες για ένα ψυχολογικό θρίλερ υπόγειας έντασης και καλοσχεδιασμένου σασπένς.

Τα Κορδόνια

Ανατομία των περίπλοκων, αντιφατικών οικογενειακών δεσμών και συμβιβασμών, η οποία δεν μπορεί να συντάξει σωστά τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και ιδέες της.

Το Κοστούμι

Δραματικό θρίλερ δωματίου και διαδοχικών ανατροπών από τον οσκαρικό σεναριογράφο του "Παιχνιδιού της Μίμησης".

Νύχτα της Φωτιάς

Χρυσή Αθηνά στις Νύχτες Πρεμιέρας για μια λυρική και ταυτόχρονα σκληρά ρεαλιστική ιστορία ενηλικίωσης, η οποία χειρίζεται με ευαίσθητη ειλικρίνεια τις ηρωίδες, τα συναισθήματα και τα κοινωνικοπολιτικά της σχόλια.