Το «Candyman» του Μπέρναρντ Ρόουζ έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο του 1992, έξι μήνες αφότου ξέσπασε στο Λος Άντζελες μια οργισμένη λαϊκή εξέγερση, η οποία επανέφερε ηχηρά στο προσκήνιο τις φυλετικές εντάσεις στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας. Μπορεί όταν ο Κλάιβ Μπάρκερ, στα ’80s, έγραφε την τρομακτική ιστορία του «Forbidden» να είχε στο μυαλό του τις ταξικές διαφορές του Λίβερπουλ, ωστόσο, ο Ρόουζ μεταφέροντας την πλοκή στο Καμπρίνι-Γκριν, μια φτωχή περιοχή του Σικάγο όπου ζουν κατά κύριο λόγο Αφροαμερικανοί, πέτυχε την αναλογία που απηχούσε στην εντέλεια την τρέχουσα συγκυρία.
Δεν είναι γλυκά

Στην ταινία του Ρόουζ, μια πανεπιστημιακή ερευνήτρια αφιερώνεται στην εξιχνίαση του αστικού μύθου του Candyman, μιας βίαιης οντότητας που σπέρνει το φόβο στην παραμελημένη εργατική συνοικία. Πρόκειται για το γιο ενός σκλάβου, ο οποίος αφού έκανε δική του περιουσία, «τόλμησε» να έχει ως σύντροφο μια λευκή γυναίκα. Η τιμωρία του ήταν να δολοφονηθεί από ένα σμήνος μελισσών, αφού προηγουμένως τον λίντσαραν, ακρωτηριάζοντας το ένα χέρι του, και στη συνέχεια τον περιέλουσαν με μέλι. Ο ανείπωτος πόνος τροφοδοτεί το απέθαντο πνεύμα του άντρα που ζητά εκδίκηση. Για να εμφανιστεί, όμως, πρέπει πρώτα κάποιος να επικαλεστεί το όνομά του πέντε φορές κοιτώντας έναν καθρέφτη.

Ο Candyman αποτελεί ενσάρκωση των ενοχών που βρίσκονται κρυμμένες στο ασυνείδητο των προνομιούχων λευκών, ενώ το Καμπρίνι-Γκριν συνιστά μια ετεροτοπία όπου κατοικεί το περιθώριο, αφού μοιάζει με γκέτο ρημαγμένο από τα ναρκωτικά («candy»). Ο Ρόουζ χρησιμοποιεί τα φυλετικά και ταξικά στερεότυπα για να τα διασκεδάσει, αλλά και για να γίνουν κατανοητές στο κοινό οι μεταφορές κι οι συμβολισμοί που χρησιμοποιεί. Η χρήση των μελισσών, για παράδειγμα, αντανακλά τη συντηρητική οπτική που υπαινίσσεται πως σε μια κυψέλη (κοινωνία) συνυπάρχουν οι καλοί εργάτες και οι κηφήνες (φτωχοί), οι οποίοι απομυζούν τα οφέλη δίχως να προσφέρουν στο σύνολο.

Έπειτα, ο Candyman ισοδυναμεί με τη μορφή του «μαύρου μπαμπούλα» που επί δεκαετίες καλλιεργούνταν στις ΗΠΑ. Δηλαδή του γεροδεμένου Αφροαμερικανού άντρα ο οποίος μόλις χειραφετηθεί σπέρνει τον τρόμο στους λευκούς· μια εντύπωση που απεικονίζεται γλαφυρά και στη ρατσιστική «Γέννηση ενός Έθνους» (1916) του Ντέιβιντ Γ. Γκρίφιθ. Βέβαια, αυτός ο δαίμονας δε θα υπήρχε χωρίς τη δολοφονική μανία των λευκών, γι’ αυτό και στο πρόσωπό του σμίγει το ανεπούλωτο τραύμα της διαχρονικής καταπίεσης με τις επιπτώσεις της ιστορικής άγνοιας.
Μόνο που εδώ, η αδιαφορία απέναντι στο παρελθόν και τις συνθήκες που συντηρούν την υποδούλωση μιας ολόκληρης κοινότητας ισοδυναμεί με θάνατο. Το ότι όλα τα παραπάνω παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από την οπτική γωνία μιας μικροαστής ερευνήτριας, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τον εσωτερικευμένο ρατσισμό αλλά και τον πατριαρχικό περίγυρό της, απλώς προσθέτουν στη δελεαστική πολυπλοκότητα του «Candyman».
Δεν είναι νοίκι

Η Νία ΝταΚόστα, με τη σεναριακή συνδρομή του Τζόρνταν Πιλ, κάνουν μελετημένες παρεμβάσεις στο πρωτότυπο φιλμ του Ρόουζ, επαναπροσδιορίζοντας την κατεύθυνση της ιστορίας. Εάν η αρχική ταινία αφορούσε βασικά τη λευκή ενοχή, τώρα η προσοχή στρέφεται στη σχέση των Αφροαμερικανών με την ταυτότητά τους. Πρωταγωνιστής είναι ένας μαύρος ευκατάστατος καλλιτέχνης (Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν ΙΙ), ο οποίος μετακομίζει σε ένα πολυτελές λοφτ του Καμπρίνι-Γκριν.

Εύστοχα, η αλλαγή από τα ’90s στα ’20s γίνεται μέσω του «εξευγενισμού» («gentrification»), καθώς οι πάλαι ποτέ εργατικές πολυκατοικίες δίνουν τη θέση τους σε εντυπωσιακά διαμερίσματα, στο πλαίσιο της μεσιτικής «αναβάθμισης» της περιοχής. Ο πρωταγωνιστής αναζητά απεγνωσμένα έμπνευση και τη βρίσκει ανακαλύπτοντας την περίπτωση του Candyman. Εύλογα γοητεύεται από την περσόνα του, από την οποία αμέσως εμπνέεται τα έργα που του φέρνουν επιτυχία. Εκείνο που αγνοεί, βέβαια, είναι πως όταν η τέχνη καλλωπίζει τον πόνο ή όταν ένας δημιουργός τον εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές ή εν προκειμένω, αιματηρές...