Το 2018, ο δημιουργός δύο μεγάλων επιτυχιών της Marvel («Οι Φύλακες του Γαλαξία 1 & 2»), Τζέιμς Γκαν, βρέθηκε αιφνιδιαστικά άνεργος. Ο λόγος; Κάποια πολύ παλιά tweets του σκηνοθέτη με προβοκατόρικα αστεία γύρω από μια σειρά ευαίσθητων θεμάτων, τα οποία επανήλθαν στο προσκήνιο ύστερα από επίμονο «σκάψιμο» στο προφίλ του. Ο ίδιος, φυσικά, απολογήθηκε για την κακόγουστη πλάκα, η Disney όμως απέλυσε τον Γκαν από τη σκηνοθεσία των τρίτων «Φυλάκων του Γαλαξία» (προτού, τελικά, τον ξαναπροσλάβει). Ωστόσο, ένα άλλο στούντιο περίμενε στη γωνία.
Ο Γκαν πήρε το όπλο του

Η Warner Bros, η οποία διαχειρίζεται το κινηματογραφικό σύμπαν της DC, βρήκε την τέλεια ευκαιρία να προσλάβει έναν άνθρωπο ο οποίος όχι μόνο γνώριζε καλά τον κόσμο των κόμικς, όπως απέδειξε με το «Super» (2010), αλλά είχε τα εργαλεία να αναβαθμίσει τις παραγωγές της. Η επιτυχία του Γκαν στη Marvel οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο που μπόλιασε με φρεσκάδα, ανόθευτο φαν και ευρηματικές αφηγηματικές ιδέες τα superhero movies, πόσω μάλλον τους «Φύλακες», που απαρτίζονταν από εν πολλοίς άγνωστους στο ευρύ κοινό χαρακτήρες. Επομένως, ήταν ο καταλληλότερος για να προστεθεί στο δυναμικό της DC, η οποία με τη σειρά της βρισκόταν σε φάση απεγκλωβισμού από την «ενήλικη» σοβαροφάνεια πολλών ταινιών της, όπως το «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» (Ζακ Σνάιντερ, 2016). Και ποιο καλύτερο πρότζεκτ να αναλάβει ο Γκαν, αν όχι το reboot της «Ομάδας Αυτοκτονίας» (2016); Η ταινία του Ντέιβιντ Άγερ απέτυχε παταγωδώς καλλιτεχνικά (όχι και εμπορικά, παραδόξως) διότι μεταξύ άλλων έλειπε η ενέργεια που θα απογείωνε το ζουμερό πρωτότυπο υλικό του φιλμ. Ο Γκαν, λοιπόν, άρχισε να γράφει το σενάριο υπό έναν εξαιρετικά κρίσιμο όρο.
Ακατάλληλο για όλους
Όσοι έχουν δει την κραυγαλέα σαιξπηρική διασκευή «Tromeo and Juliet» (Λόιντ Κάουφμαν, 1997), την πρώτη σεναριακή δουλειά του Γκαν, θα θυμούνται πως ο Αμερικανός απολαμβάνει την υπερβολή και την ειρωνεία της πολιτικής ορθότητας. σχεδόν όσο του αρέσει να σερβίρει γερές δόσεις gore στο κοινό, κάτι που έκανε με περίσσια χαρά στο horror «Slither» (2006). Είναι σαφές, έτσι, πως οι ακατάλληλες για όλους ταινίες βρίσκονται στον γενετικό κώδικα του σκηνοθέτη, παρά το γεγονός πως η φήμη του εκτοξεύτηκε με τους... οικογενειακούς «Φύλακες...». Για να γίνει σωστά, όμως, μια περιπέτεια με τη Suicide Squad, δεν είναι δυνατόν οι συνθήκες να μην είναι αιματηρές και εξωφρενικές. Εξ ου κι η απαίτηση του Γκαν να φτιάξει μια R-rated παραγωγή – απόφαση που δε λαμβάνεται χωρίς ρίσκο, διότι με τους έφηβους αποκλεισμένους από τη σκοτεινή αίθουσα, τα έσοδα μιας ταινίας μειώνονται σημαντικά. Η Warner Bros, παρ’ όλα αυτά, αποδέχθηκε τον όρο –με τη βοήθεια, εννοείται, των πρόσφατα επιτυχημένων κι αντίστοιχης καταλληλότητας «Deadpool» (Τιμ Μίλερ, 2016) και «Joker» (Τοντ Φίλιπς, 2019)– και έτσι γεννήθηκε το ξέφρενα ανυπάκουο «Suicide Squad». Ένα μεταμοντέρνο υπερηρωικό μπλοκμπάστερ, ισόποσα αυτοσαρκαστικό και εκρηκτικό, το οποίο βρίθει κινηματογραφικών αναφορών, ενώ εξασφαλίζει μια άκρως διασκεδαστική παραμονή στη σκοτεινή αίθουσα. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης χάνει τον έλεγχο ανά στιγμές, το «Suicide Squad» είναι η ταινία που η DC είχε περισσότερο ανάγκη από ποτέ.