Αν και ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα 23 χρόνια μετά την αρχική του ενασχόληση με τον κινηματογράφο, οι σπάνιας έμπνευσης ταινίες του Νίκολας Ρεγκ σημάδεψαν το σινεμά της δεκαετίας του '70.

Ο γεννημένος στο Λονδίνο του 1928 δημιουργός δούλεψε πρώτα ως διευθυντής φωτογραφίας, σε ταινίες όπως «Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου» (1964, Ρότζερ Κόρμαν) και «Φαρενάϊτ 451» (1966) του Φρανσουά Τριφό, προτού καθίσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη.
Σε συν-σκηνοθεσία με τον Ντόναλντ Κάμελ, ο Ρεγκ στο τολμηρό «Performance» (1970) κέρδισε τις εντυπώσεις όχι μόνο γιατί στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρισκόταν ο σταρ των Rolling Stones Μικ Τζάγκερ, αλλά και για τον γραφικό τρόπο με τον οποίο απεικόνισε σκηνές βίας και χρήσης ναρκωτικών, ο οποίος μάλιστα οδήγησε το στούντιο να καθυστερήσει για δύο χρόνια την κυκλοφορία της ταινίας.

Μόνος αυτήν τη φορά, ταξιδεύει στην Αυστραλία και συνδυάζει τις σκηνοθετικές με τις φωτογραφικές γνώσεις του για να συνθέσει τα απίστευτα πλάνα του «Walkabout» (1971). Εκεί για πρώτη φορά ανατρέπει στο μοντάζ τη λογική σειρά της αφήγησης, που προκαλεί μια παραισθησιογόνα αίσθηση κατά την παρακολούθηση της ταινίας, τεχνική η οποία θα γίνει σήμα κατατεθέν του Ρεγκ.

Αυτήν τελειοποιεί στην τρίτη του ταινία, το αριστούργημα «Μετά τα Μεσάνυχτα» (1973). Οι πρωταγωνιστές Τζούλι Κρίστι και Ντόνλαντ Σάντερλαντ ενσαρκώνουν ένα ερωτευμένο ζευγάρι το οποίο μετακομίζει στη Βενετία μετά την απώλεια της κόρης τους εξαιτίας ενός ατυχήματος. Οι δυο τους προσπαθούν να επουλώσουν τις αβάσταχτες πληγές τους, να βγουν από το πένθος και να συμφιλιωθούν με τους εαυτούς τους. Οι ενοχές όμως τυραννούν αδιάκοπα τη συνείδησή τους, και καθώς προσπαθούν να ορθοποδήσουν, η ταινία μεταμορφώνεται σε ένα υποβλητικό ψυχολογικό θρίλερ που οδηγεί σε ένα σοκαριστικό, αξέχαστο τέλος.

Πάντως τυχερό ήταν το κοινό της Βρετανίας, καθώς η ταινία τότε προβαλλόταν μαζί με το κλασικό φιλμ του φανταστικού «Wicker Man» (1973, Ρόμπι Χάρντι) ως b-movie(!).
Η κληρονομιά του Ρεγκ όμως δεν περιορίζεται σε ένα μόνο διαμάντι. Ακολούθησε μία ακόμα συνεργασία με αγαπημένο ροκ σταρ, τον Ντέιβιντ Μπόουι αυτήν τη φορά για τις ανάγκες του ιδιοσυγκρασιακού sci-fi «Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη» (1976). Ο Μπόουι σε ένα ρόλο που άφησε εποχή, ενσαρκώνει έναν ανθρωπόμορφο εξωγήινο ο οποίος αναζητά έναν τρόπο να σώσει τον πλανήτη του που κινδυνεύει να αφανιστεί από λειψυδρία. Όσο βρίσκεται στη Γη όμως θα συνειδητοποιήσει πως δεν μπορεί να διαχειριστεί τη σκοτεινή, ανθρώπινη πλευρά του.

Τον Ντέιβιντ Μπόουι στη σειρά των μουσικών που πρωταγωνίστησαν στις ταινίες του Ρεγκ διαδέχτηκε ο Αρτ Γκαρφάνκελ στο «Η Δύναμη της Σάρκας» (1980). Ο σκηνοθέτης εδώ εξερευνά τα όρια του πάθους και τις στρεβλώσεις της σεξουαλικής επιθυμίας με έναν τελείως εγκεφαλικό και αφηγηματικά πρωτότυπο τρόπο.

Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ντεφορμαρίσματος για τον εξαιρετικά ταλαντούχο σκηνοθέτη, ως το 1990 και το «The Witches». Η κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου παιδικού βιβλίου με υπογραφή Ρόαλντ Νταλ είναι διασκεδαστική, αν και μακριά από το χαρακτηριστικό στιλ του Ρεγκ. Ο σκηνοθέτης όμως κατάφερε και εδώ να γυρίσει μια αξέχαστη σκηνή, συγκεκριμένα εκείνη της μεταμόρφωσης της απολαυστικής πρωταγωνίστριας Αντζέλικα Χιούστον.
Αποχαιρετούμε τον Νίκολας Ρεγκ με μια συνέντευξή του, στην οποία μιλά για μια αγαπημένη του (και απροσδόκητη) κινηματογραφική σκηνή: