Ο Γάλλος σκηνοθέτης μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τις άγνωστες περιπέτειες του ανεπανάληπτου σουίνγκ κιθαρίστα Τζάνγκο Ράινχαρντ στην ταινία «Τζάνγκο, Ο Βασιλιάς του Σούινγκ» και μας εκμυστηρεύεται τους λόγους που η ιστορία της είναι σημαντική σήμερα.

Μετά από χρόνια σε θέση παραγωγού ή σεναριογράφο ταινιών, τι σας έκανε να κάτσετε στην καρέκλα του σκηνοθέτη γι' αυτήν την ταινία;
Από το 2010, όταν έγραψα το σενάριο για την ταινία «Ενώπιον Θεών και Ανθρώπων» του Ξαβιέ Μποβουά, ήξερα ότι κάθε σεναριακή μου δουλειά ήταν ένα βήμα για να σκηνοθετήσω κάποια στιγμή. Παράλληλα, επειδή παίζω χρόνια μουσική, ένιωσα μέσα μου την ανάγκη να γυρίσω μια ταινία με ήρωα ένα μουσικό ο οποίος ζει σε μια χρονική περίοδο που τα πράγματα είναι πολύπλοκα. Αναζητούσα έναν τέτοιο χαρακτήρα γιατί πιστεύω πως και σήμερα ζούμε σε μια αντίστοιχη κατάσταση, στην οποία οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουμε πολλών διαφορετικών ειδών δυσκολίες καθημερινά.
Τη μουσική του Τζάνγκο Ράινχαρντ την έμαθα χάρη στον πατέρα μου ο οποίος είναι μεγάλος θαυμαστής της τζαζ και άκουγε ασταμάτητα τους δίσκους του όταν ήμουν έφηβος. Οι εμπειρίες του Ράινχαρντ την περίοδο του Β' Παγκόσμιου Πολέμου δεν είναι ευρέως γνωστές, έτσι ο συνδυασμός της δημοτικότητάς του αλλά και η ανάμιξή του στις συνέπειες ενός πολέμου που δεν τον αφορούσε, με ιντρίγκαραν ώστε να κινηματογραφήσω αυτά τα δύο χρόνια της ζωής του που βλέπουμε στην ταινία.
Πράγματι, νομίζω ακόμα και οι σύγχρονοι θαυμαστές της μουσικής του δε γνωρίζουν τίποτα για όσα πέρασε την περίοδο της γαλλικής κατοχής.
Ακριβώς, αυτός είναι και ένας ακόμα λόγος που ήθελα να κάνω αυτήν την ταινία. Δεν έχει αναδειχθεί αρκετά η επιρροή που άσκησε στο χαρακτήρα και τη μουσική του η τσιγγάνικη καταγωγή που είχε και χρειάστηκε χρόνος να αποδεχθεί. Παρά το γεγονός πως είχε ήδη πραγματοποιήσει περιοδεία στην Αμερική με τον Ντιούκ Έλινγκτον, η επιστροφή στις ρίζες του την οποία τον «υποχρέωσε» να κάνει ο πόλεμος τον άλλαξε βαθιά ως άτομο, και κατά κάποιο τρόπο υπέγραψε το τέλος της καριέρας του αφού μεταπολεμικά το σουίνγκ έπαψε να είναι εξίσου δημοφιλές και ο ίδιος δεν έγραψε παρά ελάχιστη μουσική.

Το σουίνγκ πάντως στην Ελλάδα γνωρίζει μια τρομερή ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια...
Ναι, στη Γαλλία και στη Γερμανία επίσης, όμως δεν ήταν η νέα δημοφιλία του είδους που είχα στο μυαλό μου κάνοντας την ταινία. Σκεφτόμουν το σουίνγκ όπως το έπαιζε ο Τζάνγκο, γι' αυτό δουλέψαμε πάρα πολύ στο σχεδιασμό του ήχου, ώστε να μοιάζει με εκείνον που άκουγαν οι θεατές την εποχή που απεικονίζει το φιλμ. Είχε ένα μοναδικό τρόπο παιξίματος που μάγευε τον κόσμο και γι' αυτό πιστεύω ακούγεται ακόμα τόσο μοντέρνα η μουσική του. Ήταν κατά κάποιο τρόπο ο πρώτος guitar hero, έφερε την κιθάρα στον προσκήνιο με τέτοιο τρόπο που άλλαξε ριζικά τους κανόνες της τζαζ, δεν έπαιζε απλώς μια διαδοχή από συγχορδίες.
Πώς κατάφερε ο Ρέτα Κατέμπ (σ.σ.: ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Ράινχαρντ) να παίζει τόσο πειστικά κιθάρα;
Ο Ρέτα δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς να παίζει κιθάρα. Έκανε εντατικά μαθήματα για περίπου ενάμιση χρόνο. Προφανώς γνωρίζαμε πως ακόμα και μια ζωή να είχε στη διάθεσή του για προετοιμασία δε θα πλησίαζε το παίξιμο του Ράινχανρτ, όμως η σκληρή δουλειά οδήγησε σε ένα αποτέλεσμα που είναι πειστικό. Σημασία είχε να νιώθει ο θεατής πως είναι εκείνος και πως άρα παίζει σαν εκείνον. Ο Ρέτα έδωσε τα πάντα για αυτόν τον ρόλο και όλοι του το αναγνωρίζουμε αυτό, ήταν φοβερός στα γυρίσματα.

Ο Τζάνγκο Ράινχαρντ στην ταινία παρά την εξαιρετική επιτυχία που απολάμβανε αντιμετωπίζει προκατάληψη και ρατσισμό εξαιτίας της καταγωγής του. Αυτά τα προβλήματα πιστεύετε θα αντιμετώπιζε ένας αντίστοιχος Ράινχαρντ αν ζούσε σήμερα;
Πιστεύω η μουσική είναι η τέχνη με τις περισσότερες ελευθερίες, προσφέρει περισσότερους χώρους έκφρασης από άλλες. Για κάθε μουσικό που έρχεται αντιμέτωπος με φασιστικές ή ρατσιστικές συμπεριφορές υπάρχει ένα τραγούδι που θα αντιστέκεται. Δε χρειάζεται να επικεντρωθούμε στην Ευρώπη για να τις αναγνωρίσουμε, το ίδιο συμβαίνει και στο Αφγανιστάν, στο Μάλι και σε πολλές ακόμα περιοχές. Ο Τζάνγκο ναι μεν ήταν ένας τσιγγάνος, αλλά ήταν τόσο γνωστός που έπαιζε μουσική με τους δικούς του κανόνες οι οποίοι δε γνώριζαν διαχωρισμούς. Προσωπικά γνωρίζω ανθρώπους που αψηφούν καθημερινά την καταπίεση που βιώνουν στις χώρες τους, αλλά δε μαθαίνουμε ποτέ τις ιστορίες τους. Όπως στο Ιράν όπου αν θες να παίζεις punk για παράδειγμα πρέπει να κρύβεσαι συνέχεια. Με την ταινία μου ήθελα να δείξω πως τίποτα δεν μπορεί να «πνίξει» τη μουσική.