Η ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης αλλάζει τις μέρες που «τρέχει» το φεστιβάλ. Για να γίνει αυτό αντιληπτό αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στους χώρους γύρω από το λιμάνι και την πλατεία Αριστοτέλους, εκεί όπου χτυπά η καρδιά του φεστιβάλ, στις Αποθήκες και στον κινηματογράφο Ολύμπιον. Η πόλη μιλά και αναπνέει για το σινεμά, μια σχέση που κρατά 58 χρόνια πια και αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της διοργάνωσης.
Με έξι μέρες ακόμη να απομένουν, το φεστιβάλ που ξεκίνησε την περασμένη Πέμπτη μετρά ήδη αρκετά sold outs και ταινίες που μας συγκίνησαν και επιβεβαίωσαν την προσεκτική επιλογή τους όπως δήλωσαν στην τελετή έναρξης η γενική διευθύντρια Ελίζ Ζαλαντό και ο διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης. Πέρα από την έννοια του «ριζώματος» που διατρέχει το διεθνές διαγωνιστικό, αναδεικνύεται εξίσου η ανάγκη για επικοινωνία και η ευκαιρία για αποδοχή, συγχώρεση.

Όπως στο αυτοβιογραφικό «Ο Χεσούς πρέπει να Πεθάνει» της Λάουρα Μόρα Ορτέγκα από την Κολομβία. Ένα φιλμ γεμάτο ένταση με ηρωίδα μια κοπέλα που γίνεται μάρτυρας της αδιανόητης δολοφονίας του πατέρα της, και αποφασίζει να πάρει εκδίκηση αναζητώντας τον ένοχο. Το καθηλωτικό πρωτοεμφανιζόμενο (!) πρωταγωνιστικό δίδυμο (Νατάσα Χαραμίγιο και Τζιοβάνι Ροντρίγκεζ) και η φρενήρης σκηνοθεσία της Ορτέγκα, συγκροτούν μια ταινία που εξιτάρει τις αισθήσεις και ολοκληρώνεται με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο.

Μία ερμηνεία που περιμένουμε να δούμε στα βραβεία είναι εκείνη της Ντάρια Ζόβναρ στην ταινία «Για την Οικογένεια» του Κάντεμιρ Μπαλάγκοβ. Ένα ενδοοικογενειακό δράμα που τοποθετείται στην αχανή Ρωσία του τέλους της δεκαετίας του '90, όταν οι φυλετικές συγκρούσεις βρίσκονταν στο απόγειό τους. Η Ζόβναρ υποδύεται την κόρη μιας οικογένειας Εβραίων, η οποία χάνει εν μία νυκτί τον αδερφό της ο οποίος πέφτει θύμα απαγωγής. Η ηθοποιός έρχεται αντιμέτωπη με τους γονείς και την εβραϊκή κοινότητα αρνούμενη να ακολουθήσει τις επιταγές τους, μία αντίδραση που την οδηγεί σε μία βίαιη ιστορία ενηλικίωσης την οποία η Ζόβναρ φέρνει εις πέρας με μια επίδειξη υποκριτικής δύναμης και εσωτερικής οργής.

Ως σκηνοθετική αποκάλυψη και ελπίδα για το μέλλον του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά μπορεί να ερμηνευθεί το πέρασμα του γνωστού από τα video essays Κογκονάντα πίσω από τη κάμερα. Το «Κολόμπους» ισορροπεί ανάμεσα στον κόσμο ταινιών όπως το «Paterson» και το «Πριν το Ξημέρωμα», χάρη στο μινιμαλιστικό και χαμηλών τόνων ύφος του, που όμως εισχωρεί βαθιά στο ψυχισμό των χαρισματικών πρωταγωνιστών του (Χάλεϊ Λου Ρίντσαρντσον και Τζον Τσο) οι οποίοι αναζητούν την επαφή και τη συντροφιά μέσα από έναν κώδικα επικοινωνίας που αναγνωρίζει και συγχωρεί τις ανθρώπινες ατέλειες.

Στο μέτωπο του δεύτερου ελληνικού φεστιβάλ το σοκ ήρθε από το πολυαναμενόμενο «Love Μe Not» του Αλέξανδρου Αβρανά («Miss Violence»), με κεντρικούς ήρωες ένα ζευγάρι (Ελένη Ρουσσινού και Χρήστος Λούλης) που προσλαμβάνει μία παρένθετη μητέρα για να αποκτήσει παιδί. Ένα τολμηρό φιλμ που εξερευνά τις έννοιες της συνενοχής και του κοινωνικού κανιβαλισμού, το οποίο όμως χάνεται στην ίδια του τη στυλιζαρισμένη ψυχρότητα και αδυνατεί να σχολιάσει αποτελεσματικά τη γενικευμένη ηθική κατάπτωση που κρύβεται πίσω από την πλοκή του σεναρίου.

Διασκεδαστικό και απενοχοποιημένα αυτοσαρκαστικό, το «Too much Info clouding over my Head» του Βασίλη Χριστοφιλάκη βρίσκει τον ίδιο πρωταγωνιστή σε μια ασπρόμαυρη κωμωδία γύρω από το υπαρξιακό αδιέξοδο των late '30s και το άγχος του δημιουργού ο οποίος θέλει να κερδίζει το ψωμί του γυρίζοντας ταινίες στην Ελλάδα της κρίσης. Μια ταινία που θυμίζει μία μίξη screwball σινεμά και ενός ελληνικού mumblecore, παρά τις μικρές ατέλειές της δικαιώνει με την απόλυτη ειλικρίνειά της.
Στο περιθώριο του φεστιβάλ δικαιολογημένες συζητήσεις προκάλεσε το κείμενο διαμαρτυρίας της ΕΣΠΕΚ και της Ένωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε ως flyer στους χώρους του φεστιβάλ με τον εύγλωττο τίτλο «Who is fucking greek cinema?» Η απορία αφορά την επί σειρά ετών πλήρη απαξίωση από την πολιτεία του εγχώριου κινηματογράφου, με τελευταίες πράξεις στο έργο την παύση της επιτροπής κινηματογράφου της ΕΡΤ (ενώ είχαν ανακοινωθεί οι επόμενες χρηματοδοτήσεις) και την παύση της γενικής διευθύντριας του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου Ηλέκτρας Βενάκη. Κανείς δεν ξέρει πάντως τι μέλλει γενέσθαι τη στιγμή που το ελληνικό σινεμά απειλείται με εξαφάνιση ενώ συνεχίζει να αποδεικνύει τη σημαντική δυναμική του. Μακάρι τα πράγματα να αλλάξουν άμεσα προς το καλύτερο...
