Συνέντευξη με τον νεαρό Μεξικανό σκηνοθέτη τού «Μετά τη Λουτσία», ο οποίος κέρδισε το βραβείο σεναρίου στο περσινό φεστιβάλ Κανών για ένα σκληρό, τολμηρό δράμα με πρωταγωνιστή τον Τιμ Ροθ.

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος της ταινίας, το οποίο φυσικά και δεν θα αποκαλύψουμε εδώ και το οποίο ξεσήκωσε μεγάλη συζήτηση στις Κάνες. Το είχατε αποφασίσει από την αρχή της συγγραφής του σεναρίου;
Υπήρχαν κι άλλες επιλογές, πιο «μαλακές» και πιο ασφαλείς. Αυτή όμως είναι η πλέον ταιριαστή στην εξέλιξη του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, όσο σοκαριστική κι αν φαίνεται. Επίσης, είναι γυρισμένη με έναν τέτοιο τρόπο που αφήνει μια εκκρεμότητα. Όχι όσον αφορά στο τι έγινε, αλλά στο γιατί και αυτό ήταν κάτι που το ήθελα για να βάλω το θεατή σε σκέψεις.
Το «Μετά τη Λουτσία» έχει επίσης ένα απότομο και σοκαριστικό φινάλε. Είναι κάτι το οποίο επιδιώκετε συνειδητά;
Δεν ξεκινάω επιθυμώντας να προκαλέσω σοκ, με ενδιαφέρει όμως το να βγαίνει ο θεατής από την αίθουσα προβληματισμένος, με τη διάθεση να σκεφτεί και να συζητήσει την ταινία. Δεν μου αρέσουν οι ταινίες οι οποίες μετά από ένα τέταρτο ή είκοσι λεπτά μπορείς να προβλέψεις την εξέλιξή τους. Το να κρατάς το ενδιαφέρον του κοινού μέχρι την τελευταία στιγμή με τρόπο που δεν είναι εκβιαστικός αποτελεί βασικό ζητούμενο για μένα.

Η ταινία διαθέτει ένα λιτό ρεαλισμό, αλλά ταυτόχρονα κι ένα διακριτικό στιλιζάρισμα, το οποίο έχει να κάνει με το προσεγμένο καδράρισμα, την κίνηση των ηθοποιών στο χώρο…
Με ενδιαφέρουν οι ταινίες οι οποίες δεν αντιγράφουν ξερά την πραγματικότητα, αλλά την οργανώνουν από την αρχή. Η αληθινή ζωή είναι ένα χάος και κάθε ταινία προσπαθεί να της βάλει μια τάξη. Το θέμα είναι αυτό να γίνεται με τρόπο που μοιάζει φυσικός κι όχι προκάτ και εκβιαστικός. Πρέπει λοιπόν να βρεις πως θα πετύχεις αυτόν τον πειστικό καλλιτεχνικό ρεαλισμό που θα κάνει το κοινό να βλέπει στην οθόνη τον νοσοκόμο Ντέιβιντ και όχι τον Τιμ Ροθ που υποδύεται ένα νοσοκόμο με το όνομα Ντέιβιντ.
Ο Ντέιβιντ περιποιείται ετοιμοθάνατους ασθενείς και η ιδιωτική του ζωή είναι ιδιαιτέρως μοναχική. Ενώ λοιπόν το θέμα της ταινίας είναι βαρύ και σκοτεινό, αντιθέτως η εικόνα της είναι ιδιαιτέρως φωτεινή, αυτή της ηλιόλουστης Καλιφόρνιας.
Είναι μια συνειδητή και απόλυτα επιθυμητή αντίθεση. Το να υιοθετήσω μια σκοτεινή ματιά μού φάνηκε πολύ προφανές και μπανάλ, ενώ αυτή η μη δραματική εικόνα της καθημερινότητας μας θυμίζει πως όλα αυτά που βλέπουμε και τα οποία κρύβουν μια υπόγεια βία και μια όχι και τόσο οικεία πλευρά των ανθρωπίνων σχέσεων συμβαίνουν παντού και συμβαίνουν καθημερινά. Το ίδιο με τη σχολική βία στο «Μετά τη Λουτσία», η οποία είναι ένα καθημερινό και παγκόσμιο φαινόμενο.

Γιατί επιλέξατε τον Ιβ Καπ, έναν Ευρωπαίο διευθυντή φωτογραφίας;
Ο Μεξικάνος διευθυντής φωτογραφίας μου δεν ήταν διαθέσιμος, οπότε σκέφτηκα διάφορες εναλλακτικές. Η περίπτωση του Ιβ μου φάνηκε ενδιαφέρουσα, γιατί μου άρεσε πολύ η δουλειά του στον Λεό Καράξ και τον Μπρουνό Ντιμόν. Συζητήσαμε, διαπίστωσα πως είχε μερικές πολύ πρωτότυπες ιδέες που ταίριαζαν στην ταινία, κάτι που ανανέωσε και τη δική μου κινηματογραφική οπτική. Ήταν μια υπέροχη συνεργασία με εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Και η συνεργασία με τον Τιμ Ροθ; Αυτός ήταν η αφορμή να γυρίσετε την πρώτη αγγλόφωνη και εκτός Μεξικού ταινία σας;
Ο Τιμ ήταν πρόεδρος της επιτροπής του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στις Κάνες όταν βραβεύτηκε το «Μετά τη Λουτσία» το 2012. Από τότε κρατήσαμε επαφή και όταν του έδειξα την πρώτη εκδοχή του σεναρίου για το «Χρονικό…» μου είπε «κάνε την νοσοκόμα άντρα και είμαι μέσα». Σκέφτηκα πως άξιζε τον κόπο να το κάνω και να γυρίσω την ταινία στις ΗΠΑ για να έχω τον Τιμ Ροθ, κάτι για το οποίο νομίζω πως δικαιώθηκα πλήρως. Το να συνεργάζεσαι με έναν σπουδαίο ηθοποιό είναι μεγάλο πλεονέκτημα, αλλά αυτό που είναι πραγματική ευλογία είναι να μπορείς να το κάνεις αυτό απρόσκοπτα, χωρίς εγωισμούς, αντιπαραθέσεις και τσακωμούς. Σε μια μικρή παραγωγή τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα όσον αφορά στο συγκεκριμένο θέμα και ο Τιμ ήταν ένας υποδειγματικός αντιστάρ, ο οποίος παραμέρισε κάθε εγωισμό και έγινε μέλος της ομάδας. Μεγάλος ηθοποιός και πολύ καλός φίλος…