©Patrick Wai
Η πρώτη παρουσία του Ιάπωνα σκηνοθέτη Κουρό Τανίνο στην Ελλάδα -με τις "Κοιμισμένες Φωτιές" στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών- άφησε πίσω της μια θεατρική εμπειρία που διείσδυσε απαλά και αθόρυβα σε εμάς, τους δυτικούς θεατές, αποκαλύπτοντάς μας, με σπάνια πυκνότητα, βασικές αρχές της ανατολικής φιλοσοφίας.
Οι "Κοιμισμένες φωτιές" είχαν την απλότητα ενός λαϊκού παραμυθιού ή μιας παραβολής, κατέληγαν όμως σε έναν βαθύ στοχασμό πάνω στη μνήμη, το τραύμα, το σώμα, την ανθρώπινη φύση και τη συνύπαρξη.
Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια απομονωμένη ορεινή περιοχή βόρεια του ΄Έντο, του σημερινού Τόκιο. Αφετηρία της είναι η παράδοση των τυφλών θεραπευτών μασάζ, ενώ ο Τανίνο επέλεξε συνειδητά τη χρονική στιγμή λίγο πριν η Ιαπωνία εισέλθει στη μεγάλη ιστορική της μετάβαση, όταν η επαφή με τη Δύση γινόταν αναπόφευκτη, τοποθετώντας τη δράση στα απομακρυσμένα χωριά όπου ο εκσυγχρονισμός δεν είχε ακόμη φτάσει.

Στο έργο, η ΄Ίκου, τυφλή από τη γέννησή της, ζει με τον σύζυγό της σε ένα από αυτά τα ορεινά χωριά, ασκώντας την τέχνη του θεραπευτικού μασάζ. Τα χέρια της "διαβάζουν" τα σώματα των ανθρώπων, αλλά και όσα εκείνα κουβαλούν αθέατα: τις εντάσεις, τα συναισθήματα, τις πληγές τους. Κάποια στιγμή καταφτάνει η νεαρή, επίσης τυφλή, Σάγιο, ζητώντας να μαθητεύσει κοντά της. Σύντομα, όμως, γίνεται φανερό πως η πραγματική αιτία της άφιξής της συνδέεται με ένα τραυματικό παρελθόν που ζητάει δικαίωση.
Οι "κοιμισμένες φωτιές" του τίτλου –τα κάρβουνα που σιγοκαίνε κάτω από τη στάχτη, όπως αποδίδει ο πρωτότυπος ιαπωνικός τίτλος "Uzumibi"– μετατρέπονται σε μια εύγλωττη μεταφορά για όλα όσα παραμένουν θαμμένα μέσα μας. Τραύματα, μνήμες και ανείπωτα συναισθήματα δεν κατοικούν μόνο στη σκέψη, αλλά εγγράφονται στο σώμα, το οποίο θυμάται και κουβαλά το βάρος τους.
Και όσο αυτά μένουν αθεράπευτα, εγκλωβίζουν εξίσου ψυχή και σώμα, αναδεικνύοντας τον αδιάσπαστο δεσμό ύλης και πνεύματος που διατρέχει την ανατολική φιλοσοφία. Η παράσταση, παρ' όλα αυτά, δεν μεταδίδει μία εξωτική ή φολκλορική εικόνα της Ιαπωνίας ή της Ανατολής. αντίθετα, υπενθυμίζει πως οι βασικές εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης είναι κοινές.

Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται και η προσέγγιση της τυφλότητας, καθώς η απουσία της όρασης δεν παρουσιάζεται ως έλλειμμα, αλλά ως μια διαφορετική πρόσληψη του κόσμου: οι ήχοι, οι μυρωδιές, η αφή συνθέτουν μια εξίσου πλούσια πραγματικότητα. Σε μια εποχή που η εικόνα κυριαρχεί και το βλέμμα μοιάζει να ορίζει την ύπαρξη, ο Τανίνο στρέφει την προσοχή σε όσα δεν φαίνονται, αλλά αποκαλύπτουν βαθύτερες αλήθειες για τον άνθρωπο.
Επίσης, μέσα από τη σχέση της ΄Ίκου με τον βλέποντα σύζυγό της, η παράσταση άνοιξε και ζητήματα φροντίδας, εξάρτησης, δύναμης και αναπηρίας, θυμίζοντας πως ο άνθρωπος χωρίς αναπηρία δεν είναι κατ' ανάγκην ο ισχυρός, πως η ευαλωτότητα παίρνει πολλές μορφές και πως η δύναμη συχνά εκδηλώνεται εκεί όπου δεν την περιμένουμε.

Το ίδιο σύνθετοι παρέμειναν όλοι οι χαρακτήρες του έργου –μια τυφλή γειτόνισσα και ένας βλέπων γείτονας συμπληρώνουν τη διανομή του έργου–, οι οποίοι δεν λειτούργησαν ούτε ως σύμβολα ούτε ως εξιδανικευμένες ή θυματοποιημένες φιγούρες. ΄Ήταν άνθρωποι γεμάτοι αντιφάσεις, επιθυμίες, αδυναμίες και ηθικές ασάφειες, γεγονός που χάρισε στην αφήγηση αλήθεια και βάθος.
Το κείμενο και η σκηνοθεσία διατήρησαν σε όλη τη διάρκειά τους μια αξιοθαύμαστη απλότητα, με την παράσταση να λειτουργεί παρηγορητικά, σαν χάδι, αφού ακόμη και το σκληρό φινάλε δεν εκλήφθηκε ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως μια διαδικασία αποκατάστασης· μια αναμέτρηση με τα φαντάσματα του παρελθόντος που οδηγεί, τελικά, σε μια μορφή εσωτερικής θεραπείας.

Το σκηνικό, που αναπαρέστησε το λιτό σπίτι της ΄Ίκου και του συζύγου της, τα κοστούμια, η μουσική από το παραδοσιακό ιαπωνικό έγχορδο shamisen, η αρχιτεκτονική των ξύλινων σπιτιών και συνολικά η αισθητική της παράστασης συνέθεσαν έναν κόσμο βαθιά ιαπωνικό, χωρίς να διολισθήσουν στο φολκλόρ ή την εξωτικοποίηση. ΄Όλα τα πολιτισμικά στοιχεία λειτούργησαν οργανικά μέσα στη σύγχρονη θεατρική γλώσσα του Τανίνο, ως δραματουργικά εργαλεία και όχι ως εκθέματα μιας παράδοσης.
΄Όσο για τους/τις ηθοποιούς, λειτούργησαν με εσωτερικότητα, ακρίβεια, ευαισθησία και λεπτότητα, ως ένα απόλυτα δεμένο σύνολο, με υποδειγματική χημεία και κοινό παλμό. Οι ερμηνείες τους υπηρέτησαν τη βαθιά ανθρωπιά του έργου, μεταφέροντας με σπάνια ευαισθησία όλα όσα η παράσταση επέλεγε να ψιθυρίσει αντί να φωνάξει.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.
Περισσότερες πληροφορίες
Sleeping fires
Για πρώτη φορά έρχεται στην Ελλάδα ο Ιάπωνας δημιουργός, με μια αισθητηριακή εμπειρία με τη συμμετοχή ατόμων με οπτική αναπηρία. Ο ήχος, ο ρυθμός, η όσφρηση και η αφή γίνονται βασικά εργαλεία αντίληψης σε μια παράσταση που εξερευνά τον πόνο, τη μοναξιά, τη φροντίδα και τη δυνατότητα ουσιαστικής επαφής με τον άλλον.

