Για λίγο, εκεί στα ξεκινήματα της δεκαετίας του 1990, υπήρξε μια κάποια σύγχυση. Τα ραδιόφωνα, δηλαδή, έπαιζαν όλο και περισσότερο το "The Only One I Know" των The Charlatans, αλλά ποιοι The Charlatans ήταν αυτοί; Ήταν δυνατόν να μιλάμε για εκείνη την παρέα από το Σαν Φρανσίσκο της δεκαετίας του 1960, για την οποία ορισμένοι ισχυρίζονται ότι υπήρξε το πρώτο acid rock συγκρότημα της ποπ/ροκ ιστορίας;
Φυσικά και δεν ήταν δυνατόν. Άλλωστε γινόταν φανερό ότι πίσω από το "The Only One I Know" βρίσκονταν νεαροί μουσικοί και όχι βετεράνοι, αφού το τραγούδι μιλούσε για εφηβικά συναισθήματα. Επιπλέον, παρά κάποια εμφανώς αμερικάνικα δάνεια του ήχου, αυτοί οι The Charlatans ήταν Βρετανοί. Παρ' όλα αυτά, όταν πρωτοβγήκαν για περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες αναγκάστηκαν να προσθέσουν ένα UK δίπλα στ' όνομά τους (1991), ενώ η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να συνυπάρξουν με τους Αμερικανούς συνονόματούς τους το 1997, όταν οι τελευταίοι επανήλθαν για λίγο στο μουσικό προσκήνιο.

Το "The Only One I Know", τώρα, έκανε ποδαρικό με το δεξί: έστειλε με το καλημέρα τους The Charlatans στο top-10 της πατρίδας Βρετανίας (#9), ενώ εξοικείωσε και την εναλλακτική νεολαία που έσπευσε να τους ακολουθήσει με τη φιγούρα του τραγουδιστή Tim Burgess. Ο οποίος έγινε "πρόσωπο" της μπάντας σε τέτοιον βαθμό, ώστε ακόμα και αφοσιωμένοι οπαδοί τείνουν να ξεχνούν ότι δεν ήταν εκεί στην ίδρυσή της από τον μπασίστα Martin Blunt (1988), αφού ήρθε ως μεταγραφή από τους Electric Crayons λίγο πιο μετά (1989), όταν αποχώρησε ο πρώτος τους frontman Baz Ketley.
Πάντως, παρά το μπαμ, δημιουργήθηκαν και μερικές παρεξηγήσεις. Εκείνα τα χρόνια, λ.χ., ο βρετανικός Τύπος βιάστηκε να τους κολλήσει την εφήμερη ταμπέλα του baggy. Στην πραγματικότητα, παρά την αληθώς alternative πλεύση τους, οι The Charlatans δεν σάλπαραν στο ίδιο πλοίο με τους Happy Mondays. Ναι, υπήρχαν ορατές συγκλίσεις (ειδικά με την acid house κουλτούρα ή τους The Stone Roses), ωστόσο οι καταβολές τους ανιχνεύονταν σε περιπτώσεις σαν τους The Spencer Davis Group ή σε ρεύματα σαν κι εκείνο που σχετίστηκε με τη δισκογραφική εταιρία Stax. Τελικά, μάλιστα, το γκρουπ πλήρωσε τη συσχέτιση με το baggy, όταν το κοινό βαρέθηκε την όλη μόδα, γυρίζοντας την πλάτη στο συζητημένο ανάμεσα στους κριτικούς Between 10th And 11th (1992), όπου την παραγωγή ανέλαβε ο Flood. Σήμερα, απεναντίας, το βλέπουμε ως ίσως το καλύτερό τους άλμπουμ.

Παρά ταύτα οι Charlatans επέζησαν από την όλη τρικυμία, έστω κι αν χρειάστηκε να τους παρασύρει το ρέμα της britpop έκρηξης ώστε να ξαναθεωρηθούν "σχετικοί", εκεί γύρω στο 1995 με 1997. Βέβαια, αληθινές συγγένειες δεν διέθεταν ούτε μαζί της. Και πάλι, όμως, χάρη σε έξυπνες συγκλίσεις, αλλά και στην εκμετάλλευση της πιο μελωδικής πλευράς της τραγουδοποιίας τους, συγχρωτίστηκαν με τις εξελίξεις κι έφτασαν να διεκδικούν τις πολύ ψηλές θέσεις των βρετανικών charts, ειδικά με σουξέ σαν το "One Another" (#3) ή το "North Country Boy" (#4). Σημαντικό, επίσης, ήταν ότι δεν χάθηκαν όταν η britpop ξεφούσκωσε απότομα: αν και με μικρότερη επιτυχία, διατηρήθηκαν στα πράγματα ως τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.
Από εκεί και πέρα, ας μην ωραιοποιούμε καταστάσεις: μετράμε 20 χρόνια από την τελευταία τους μικροεπιτυχία. Αυτό, βέβαια, δεν συνεπάγεται ότι έπαψαν να βγάζουν συμπαθείς δίσκους –το Modern Nature του 2015, για παράδειγμα, είναι μια τέτοια περίπτωση. Ούτε σημαίνει κάτι για την προσέλευση στις συναυλίες, που παραμένουν ελκυστικές για τους νοσταλγούς των 1990s και για όσους επιθυμούν να στροβιλιστούν για μία ακόμα φορά στους ρυθμούς του "The Only One I Know". Όλα τούτα, μάλιστα, αναμένεται να επιβεβαιωθούν στην επικείμενη επίσκεψή τους στην Αθήνα (Σάββατο 17/10, στο "Floyd"), ειδικά από τη στιγμή που έχουν λείψει στους Έλληνες φίλους τους, οι οποίοι έχουν 15 ολόκληρα χρόνια να τους δουν.
